Ἄν προσέξουμε, θά διακρίνουμε ὅτι ἡ διάσπαση τῆς ἑνότητας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, θεμελιώνεται στήν αὐθαίρετη ἀξίωση κάποιων ἀνθρώπων πού ἔχουν ἡγετική θέση μέσα στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο νά μήν ἐπιτρέπουν τήν ἐξέταση τοῦ ἐπιμόνου ἐγχειρήματος τῆς νέας τάξης πραγμάτων γιά ἐπιβολή τῶν νέων ἠλεκτρονικῶν ταυτοτήτων καί τοῦ προσωπικοῦ ἀριθμοῦ, μέσα ἀπό τό φῶς τῆς Ἁγίας Γραφῆς πού περιγράφει τό χάραγμα ὡς ἔργο τοῦ διαβόλου πού ἐπιτυγχάνει κάθε ἔργο του, ἐν προκειμένῳ, τό χάραγμα τῶν πιστῶν, μέ τό νά ἐξαπατήσει τούς πιστούς γιά νά δεχθοῦν. Ἀφοῦ ὁ Κύριος ἐπισημαίνει ὅτι θά πλανηθοῦν, εἰ δυνατόν, καί οἱ ἐκλεκτοί, σημαίνει ὅτι θά ἔπρεπε ὅλοι νά ἔχουν τήν καλή ἀνησυχία καί νά ἒπιζητοῦν τόν διάλογο καί τήν ἔρευνα γιά θέματα οὐσιώδη γιά τήν αἰώνια σωτηρία μας.
Στήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε μία ὁμάδα τοῦ θρησκευτικοῦ χώρου ἰδιαίτερα ἰσχυρή, πού ἐνῶ διαπνεόταν ἀπό τίς μεσσιανικές ἰδέες συγχρόνως ὅμως ἦταν ἀπολύτως ἕτοιμη νά συνεργασθῆ μέ τήν ρωμαϊκή ἐξουσία χάριν τῶν σκοπιμοτήτων της. Φαρισαῖοι καί Γραμματεῖς, ἐνῶ ὑποτίθεται ὅτι πίστευαν στήν Ἁγία Γραφή, ὅμως τήν παρανοοῦσαν ἀρνούμενοι νά δεχθοῦν ὅτι ὁ Χριστός εἶχε ἔρθει. Ἐφόσον ὁ Ἰησοῦς δέν ἤθελε νά ἐπιβάλει μιά ἐπίγεια βασιλεία, ὅπως αὐτοί τήν ἤθελαν, δέν ἐδέχοντο νά ἀναγνωρίσουν ὅτι ὁ Ἱησοῦς εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός.



.png)





