Ὁ Κύριος ἀκούει τούς ‘’ἔνδοθεν κράζοντας’’, αυτούς που κραυγάζουν με την καρδιά τους ενώ το στόμα σιωπά. Παρουσιάζει δε ο ιερός Πατήρ ως παράδειγμα καρδιακής προσευχής τον Μωυσή. Δέν προσευχόταν μέ τήν γλώσσα του, ἀλλά μέ τήν καρδιά του. Μιλοῦσε στον Θεό με την κραυγή αγωνίας της καρδιάς του καί έπειθε τον Θεό να σκύψει και να του μιλήσει.
‘’Ἔτσι καί ὁ Μωυσῆς προσευχόταν· καί ἐνῶ δέν ἔλεγε τίποτα, τοῦ λέγει ὁ Θεός, Τί φωνάζεις σέ μένα; Οἱ ἄνθρωποι καταλαβαίνουν μόνο ὅταν ἀκούγεται ἡ φωνή. Ὁ Θεός ὅμως, πρίν ἀκουστεῖ ἡ φωνή, ἀκούει αὐτούς πού κράζουν ἀπό καρδίας. Ἑπομένως καί νά μή φωνάζεις ἀκούγεσαι, καί στήν ἀγορά ἄν βαδίζεις, μπορεῖς νά προσεύχεσαι κατά διάνοια μέ πολλή ἀκρίβεια, ἀκόμη καί μέ φίλους νά συζητᾶς, καί ὅ,τι ἄλλο νά κάνεις μέ σφοδρή κραυγή νά καλεῖς τόν Θεό, ἐννοῶ τῆς καρδιᾶς τήν φωνή, καί νά τό κάνεις χωρίς κανείς ἀπό τούς παρόντες νά τό ἀντιληφθεῖ.’’
Ἡ προσευχή είναι η έντονη παρουσία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο προσευχόμενος δεν τελεί μια καταναγκαστική μηχανική πράξη, ἀλλά οὔτε καί κινείται σε μιά τυπική σχέση με τον Θεό. Ο ἴδιος ὁ ἄνθρωπος δέν γνωρίζει πῶς νά προσευχηθεῖ. Ἡ προσευχή εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καί κινεῖται ὑπό τοῦ ‘’ἐνοικοῦντος ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματος’’. Η προσευχή κινεῖται όχι πάνω στα χείλη και στην γλώσσα μηχανικά, αλλά μέσα στίς καρδιές τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων που βαθειά πιστεύουν πως δίπλα τους στέκεται ο Κύριος και τους ακούει. Ἡ προσευχή πού γίνεται μέ καιόμενη τήν καρδιά εἶναι τό ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης και της πίστης στόν Θεό. Τήν ὥρα πού ὁ πιστός προσεύχεται μέσα στην μοναξιά του, εαυτώ και Θεώ συστρεφόμενος, με τον νού του καταλαβαίνει τά λόγια καί νιώθει να πηγαίνουν μέσα στήν καρδιά του καί μέ κατάνυξη νά μιλᾶ στόν Θεό. Και ο Κύριος απαντά με την έντονη παρουσία Του. Ο Κύριος ἔρχεται ενώ ακόμη προσεύχεται και τοῦ λέει ‘’Νά! Ἐδῶ εἶμαι’’. ‘’Τότε βοήσῃ, καὶ ὁ Θεὸς εἰσακούσεταί σου· ἔτι λαλοῦντός σου ἐρεῖ· ἰδοὺ πάρειμι.’’
Αρχιμανδρίτης
π. Σεβαστιανός Τοπάλης

.png)







.png)