Από τον κ.Δημήτριο Ρίζο *
Στὶς 23 Αὐγούστου γίνεται ἡ ἀπόδοσις τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καί, σύμφωνα μὲ τὴν τάξι τῆς Ἐκκλησίας, ὡς εὐαγγελικὸ ἀνά-γνωσμα ἐπιλέγεται αὐτὸ τῆς ἑορτῆς καὶ ὄχι τῆς Κυριακῆς, δηλ. ἀκούγεται τὸ γνωστὸ εὐαγγέλιο τῆς μεγάλης Παρακλήσεως.
Εὑρισκόμενος ὁ Κύριος σὲ μία κώμη, κάποια γυναῖκα, ποὺ τὴν ἔλεγαν Μάρθα, τὸν ὑποδέχθηκε στὸ σπίτι της. Εἶχε καὶ μία ἀδελφή, τὴν Μαρία, ἡ ὁποία κάθισε δίπλα στὸν Ἰησοῦ καὶ ἄκουγε τὴν διδασκαλία του. Ἡ Μάρθα φρόντιζε μόνη της τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴν φιλοξενία, καὶ σὲ κάποια στιγμή, ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο, γιὰ νὰ ὑποδείξη στὴν Μαρία ὅτιπρέπει νὰ βοηθήση. Ὁ Κύριος τῆς εἶπε ὅτι φροντίζεις γιὰ πολλὰ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ στρέψης ἀλλοῦ τὴν προσοχή σου, στὸ πιὸ σημαντικὸ καὶ ἀναγκαῖο, αὐτὸ ποὺ κάνει ἡ Μαρία, δηλ. ποὺ διάλεξε τὴν ἀκρόασι τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸ τὸ ὀνομάζει ὁ Κύριος «ἀγαθὴ μερίδα», ποὺ δὲν θὰ τῆς ἀφαιρεθῆ ποτέ. Τότε ἀκούσθηκε μία γυναῖκα νὰ μακαρίζη ἐκείνην ποὺ γέννησε καὶ θήλασε τὸν Χριστό. Ὡς ἀπάντησι ὁ Κύριος εἶπε· «Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν».




