Όταν λοιπόν ήταν πολύ μικρός, 5-6 ετών, και ζούσε στο Κοινόβιο, συνέβη το εξής: Ως μικρός που ήταν, έτρωγε συχνότερα από τους άλλους πατέρες. Όταν πεινούσε, έτρεχε στον τραπεζάρη και του ζητούσε ψωμί, ελιές, φρούτα.
Κάποτε όμως ο τραπεζάρης πρόσεξε ότι έπαιρνε συχνότερα ψωμί και εξαφανιζόταν. Κάποιο ζωάκι μάλλον θα ταΐζει σκέφτηκε. Αυτό συνεχίστηκε για καμιά εβδομάδα. Ας πάω να δω, είπε μέσα του ο τραπεζάρης, που τα πηγαίνει αυτά που του δίνω.Πράγματι,τον παρακολούθησε και τον είδε να μπαίνει στο καθολικό της Μονής και να κλείνει πίσω του την πόρτα. Έτρεξε γρήγορα στο παράθυρο και μ’ αυτά που είδε, γούρλωσαν τα μάτια του.
Ο μικρός Ονούφριος κουβέντιαζε με το βρέφος Ιησούς, που ευρίσκετο στην αγκαλιά της Θεοτόκου, στην εικόνα του Τέμπλου! Σου έφερα και σήμερα ψωμάκι, έλεγε στον Χριστούλη, μια και δε Σε ταΐζει κανείς, ούτε και η μαμά σου, και άπλωσε το χέρι και του έδωσε μια φέτα ψωμί. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, που ήταν μικρό παιδάκι στην ιερή εικόνα, άπλωσε το χεράκι, πήρε το ψωμί και όπως μάζεψε το χεράκι του μαζί με το ψωμάκι, εξαφανίστηκε το ψωμί μέσα στην εικόνα.











