Γράφει ο κ.Δημήτριος Ρίζος *
Ὅταν ἀνέλαβε ὡς ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας τὸ βαρύτατο ἔργο τῆς ἀναστηλώσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλβανίας, φορτώθηκε βαρύτατο καθῆκον. Ἡ Ἐκκλησία ὡς θεσμὸς εἶχε καταργηθῆ ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὸ καθεστὼς Χότζα, καὶ μὲ τὴν «ἀναθεώρησι» τοῦ Συντάγματος τῆς χώρας καθιερώθηκε ἐπίσημα ἡ ἀθεΐα, ἡ «ἀθρησκεία». Φαινομενικὰ ὁ νέος ἀρχιεπίσκοπος ἔπρεπε νὰ ξεκινήση ἀπὸ τὸ μηδέν. Λέω φαινομενικά, διότι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶχε σβήσει, ἁπλᾶ ὑπῆρχε ὡς Ἐκκλησία κατακομβῶν. Εἴχαμε τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσωμε τὶς δύο ἀδελφὲς Δήμητρα καὶ Μαρία στὴν Κορυτσᾶ, ποὺ κράτησαν ἀναμμένο τὸ καντήλι τῆς Ὀρθοδοξίας, παρὰ τοὺς φοβεροὺς διωγμοὺς ἐναντίον τῶν πιστῶν.
Ὁ Ἀναστάσιος ἦρθε ὄχι ὡς ὁ ἐπιστήμονας μὲ περγαμηνές, αὐτὲς τὶς εἶχε, ἀλλὰ ἦρθε ὠς Ἀπόστολος τοῦ Κυρίου ποὺ εἶπε· «Πορευόμενοι κηρύσσετε λέγοντες ὅτι ἤγγικε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε. μὴ κτήσεσθε χρυσὸν μηδὲ ἄργυρον μηδὲ χαλκὸν εἰς τὰς ζώνας ὑμῶν. μὴ πήραν εἰς ὁδὸν, μηδὲ δύο χιτῶνας μηδὲ ὑποδήματα μηδὲ ράβδον» (Μθ 10,7-10. Λκ 9,3).