Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμο Νικόλαος Τζανακάκης) γεννήθηκε σ’ ένα ορεινό χωριό των Χανίων, στο Σηρικάρι, καστανοχώρι στα δυτικά του Νομού με υγιεινό κλίμα, με όμορφα δάση, πλούσια νερά, φαράγγια και σπήλαια. Το χωριό αυτό έχει μια ιδιομορφία που δεν την συναντούμε συχνά: είναι χωρισμένο σε ένδεκα γειτονιές, οι οποίες πήραν και το όνομα τους από τις οικογένειες που πρωτοκατοίκησαν εκεί.
Έτσι ο Άγιος μας γεννήθηκε στην γειτονιά των Κωστογιάννηδων. Οι γονείς του ήταν απλοί και ευλαβείς χωρικοί, οι οποίοι ενώ ακόμη ήταν μικρό παιδί πέθαναν και τον άφησαν ορφανό. Έτσι, σε ηλικία 13 ετών, έφυγε από το σπίτι του. Ο παππούς του που είχε αναλάβει να τον μεγαλώσει τον πήγε στα Χανιά να εργαστεί εκεί σ’ ένα κουρείο για να μάθει την δουλειά. Τότε εμφάνισε και τα πρώτα σημεία της νόσου του Χάνσεν δηλ. την λέπρα. Εκείνη την εποχή, τους λεπρούς τους απομόνωναν στο νησί Σπιναλόγκα, διότι η λέπρα ως μεταδοτική αρρώστια αντιμετωπίζονταν με φόβο και αποτροπιασμό.
Ο προφήτης Μαλαχίας υπήρξε ο τελευταίος των συγγραφέων προφητών. Κατά την περίοδο που έδρασε, οι Ιουδαίοι βρίσκονταν υπό την περσική κυριαρχία και λόγω των ιστορικών αυτών συγκυριών ο Μαλαχίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως «παιδί» της περσικής περιόδου.Για τον προφήτη Μαλαχία δεν γνωρίζουμε τίποτα παρά μόνο το όνομά του (Μαλαχίας), το οποίο σημαίνει «ὁ ἄγγελός μου«, όπως αυτό καταδεικνύεται στο Μαλ. 3,1 «ἐξαποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου, καὶ ἐπιβλέψεται ὁδὸν πρὸ προσώπου μου«. Θέλοντας η υμνολογία της Εκκλησίας να ερμηνεύσει το όνομά του αναφέρει πως το όνομά του σημαίνει «ὁ ἄγγελός μου» επειδή ο Μαλαχίας έζησε μιμούμενος τους αγγέλους.
Θα πούμε πρώτα λίγα λόγια για τον Μέγα Βασίλειο, και ύστερα θα ακολουθήσει το έθιμο της Βασιλόπιττας.Την Πρωτοχρονιά χριστιανοί μου, όπως όλοι μας το ζούμε, βασιλεύει και προβάλλεται και πρωτοστατεί η μορφή του Αγίου και Μεγάλου Βασιλείου.
Γεννήθηκε το 330 μ.Χ. στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν και αυτός Βασίλειος, και κατήγετο από την Νεοκαισάρεια του Πόντου της Μικράς Ασίας, ενώ η μητέρα του ονομαζόταν Εμέλεια, ήτο και αυτή από την Καισάρεια.
Την άριστη χριστιανική ανατροφή, δεν την πήρε ο Μέγας Βασίλειος μόνον απ’ τους θεοσεβείς γονείς του, αλλά την πήρε και κυρίως και από την γιαγιά του την Μακρίνα. Χριστιανοί ήσαν.
Τα πρώτα γράμματα ασφαλώς, τα έμαθε και τα σπούδασε στην Καισάρεια. Έφηβος πλέον εστάλη στο Βυζάντιον, δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη. Και μετά την Κωνσταντινούπολη στην Αθήνα όπου για τέσσερα χρόνια σπούδασε αρχαία Ελληνική γραμματεία, φιλοσοφία, ρητορική, αστρονομία και ιατρική. Εκεί συνεδέθη με μία αδιάσπαστη φιλία, με τον μετέπειτα Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Επίσης συμφοιτητής του τα τέσσερα εκείνα χρόνια στην Αθήνα, ήταν και ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο μετέπειτα αυτοκράτορας του Βυζαντίου, που θέλησε να επαναφέρει ως γνωστόν την λατρεία των ειδώλων.
Όταν τελείωσε ο άγιος τις Πανεπιστημιακές του σπουδές, επέστρεψε στην Καισάρεια, και γρήγορα μαγνητίστηκε από την μυστική θεολογία και ζωή των ασκητών της ερήμου, γι’ αυτό και απεφάσισε να επισκεφθεί όλα τα ασκητήρια και τα μοναστήρια της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης, της Συρίας, της Μεσοποταμίας, καθώς και τους Αγίους Τόπους, για να αποκτήσει βιωματικά πλέον τη μυστική γνώση και τη θεωρία των όντων.
Αλήθεια αδελφοί μου, πώς τιμάται ένας Άγιος της Εκκλησίας μας; Ή μάλλον πώς πρέπει να τιμούμε εμείς οι σημερινοί Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, την Μεγαλομάρτυρα Αγία Βαρβάρα; Και μάλιστα εμείς που εκκλησιαζόμαστε στον Ιερό Ναό της;
Πολλές φορές έχουμε πει ότι τους Αγίους τους τιμάμε όταν μιμούμεθα το φρόνημά τους. Όταν ακολουθούμε τον τρόπον της ζωής τους. Όταν καλλιεργούμε τις δικές τους αρετές και ειδικά την έμπρακτη πίστη τους, που έφτανε μέχρι την ομολογία και το μαρτύριο.
Την βοήθεια για την μίμηση των Αγίων, μας την προσφέρει η Αγία μας Εκκλησία με τα σωστικά της Μυστήρια, το Βάπτισμα, το Χρίσμα, τη Θεία Ευχαριστία και την Ιερά Εξομολόγηση, καθώς επίσης και με την ακριβή τήρηση των Ευαγγελικών εντολών και την καλλιέργεια των θειοτάτων αρετών.
Οι Πατέρες λένε ότι στους εσχάτους καιρούς που τα αγιασμένα παραδείγματα θα λείπουν από τις κοινωνίες των ανθρώπων, και θα βασιλεύει και θα επικρατεί τότε η υλοκρατία, η ειδωλολατρία, ο πανσεξουαλισμός και ο σατανισμός ή η σατανολατρεία, τότε οι ολίγοι σωζόμενοι χριστιανοί, το μικρό ποίμνιον, θα λάβουν δόξα και τιμή μαρτύρων.
Οι Άγιοι Λαυρέντιος αρχιδιάκονος, Ξύστος πάπας Ρώμης και Ιππόλυτος μαρτύρησαν το 253 μ.Χ.
Ο άρχιδιάκονος Λαυρέντιος ήταν από τους πιο γνωστούς κληρικούς της ρωμαϊκής Εκκλησίας, και του είχαν εμπιστευθεί τη διαχείριση της περιουσίας της. Όταν έγινε ο διωγμός κατά των χριστιανών, ο πάπας Ρώμης Ξύστος (ή Σίξτος) ο Β', που καταγόταν από την Αθήνα, πρώτος πρόσφερε θυσία τον εαυτό του, ομολογώντας τον Χριστό και αποκεφαλίστηκε.
Κατόπιν συνέλαβαν και το Λαυρέντιο. Επειδή ήταν διαχειριστής της Εκκλησίας, τον διέταξαν να παραδώσει τους θησαυρούς της. Ο Λαυρέντιος δέχθηκε, και μετά από λίγο επέστρεψε με μια μεγάλη φάλαγγα αμαξών, γεμάτες φτωχούς, ορφανά και αναπήρους. Και απάντησε στον ηγεμόνα ότι σε όλους αυτούς τους πάσχοντες είναι αποταμιευμένοι οι θησαυροί της Εκκλησίας, «ὅπου οὔτε σῆς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν» (Ευαγγέλιο Ματθαίου, στ' 20). Δηλαδή, όπου ούτε σκόρος, ούτε σαπίλα και σκουριά αφανίζουν αυτούς τους θησαυρούς, και όπου ούτε κλέφτες μπορούν να τρυπήσουν τους τοίχους αυτών των θησαυροφυλακίων, για να κλέψουν το πολύτιμο περιεχόμενο τους. Εξαγριωμένοι τότε οι ειδωλολάτρες, έψησαν το Λαυρέντιο ζωντανό, πάνω σε σιδερένια σχάρα.
Το λείψανο του παρέλαβε κάποιος ευσεβής χριστιανός, ο Ιππόλυτος. Όταν, όμως, το έμαθε αυτό ο ηγεμόνας, διέταξε και τον έσυραν άγρια άλογα μέσα σε αγκάθια, και έτσι μαρτυρικά τελείωσε τη ζωή του και ο Ιππόλυτος.
Ο Νεομάρτυρας Ευγένιος Ροντιόνωφ γεννήθηκε στις 23 Μαΐου 1977 στο χωριό
Κουρίλοβο του Παντόλσκ κοντά στη Μόσχα. Ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας
και βαπτίστηκε Ορθόδοξος Χριστιανός κατά την παιδική του ηλικία. Η μητέρα του
ονομάζεται Λιουμπόβ Βασίλιεβνα. Το 1989 η γιαγιά του πήρε τον μικρό Ευγένιο και
τον πήγε στην Εκκλησία, για να εξομολογηθεί για πρώτη φορά και να μεταλάβει των
αχράντων μυστηρίων. Ο ιερέας πρόσεξε ότι το παιδί δε φορούσε Σταυρό και στη
διάρκεια της εξομολόγησης του φόρεσε ένα Σταυρό, τον οποίο ο Ευγένιος δεν έβγαλε
ποτέ από πάνω του. Η μητέρα του, όταν είδε ότι φορούσε Σταυρό, τον προέτρεψε να
τον βγάλει, διότι, όπως είπε, θα τον περιγελούσαν οι συμμαθητές του. Ο Ευγένιος
δεν απάντησε και συνέχισε να τον φορά. Όταν τελείωσε τις σπουδές του το
1994, εργάστηκε ως επιπλοποιός.
ΣΤΟ
ΜΕΤΩΠΟ
Στις 25/6/1995 παρουσιάστηκε στο Στρατό και στις
13/1/1996, τοποθετήθηκε στα συνοριακά φυλάκια Τσετσενίας-Ιγκουερίνας. Ένα μήνα
μετά, στις 13/2/1996, αιχμαλωτίστηκε. Η στρατιωτική υπηρεσία έστειλε τέσσερις
στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο, να κάνουν ελέγχους στα
αυτοκίνητα που διέρχονταν από έναν δρόμο. Δυστυχώς, οι αρμόδιοι έστειλαν τους
στρατιώτες χωρίς να υπάρχει σχετική οργάνωση (δεν υπήρχε καν φωτισμός) και
καμιά ασφάλεια. Από το δρόμο περνούσαν συχνά Τσετσένοι μεταφέροντας όπλα,
αιχμαλώτους και ναρκωτικά. Τη νύχτα (3.00) εκείνη πέρασε από εκείνο το δρόμο
ένα ασθενοφόρο.
Όταν οι στρατιώτες το σταμάτησαν για έλεγχο, ξαφνικά μέσα από αυτό
πετάχτηκαν δέκα πάνοπλοι Τσετσένοι. Ακολούθησε συμπλοκή και οι Τσετσένοι
συνέλαβαν και τους τέσσερις στρατιώτες. Στις 4π.μ. όταν ήρθαν άλλοι στρατιώτες
για αλλαγή φρουράς κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί. Μετά από λίγες μέρες η
υπηρεσία του στρατού ενημέρωσε τους γονείς των στρατιωτών για την εξαφάνισή
τους. Η μητέρα του Ευγένιου κατάλαβε ότι πρόκειται για αιχμαλωσία, και πήγε με
κίνδυνο της ζωής της στην πόλη Χαγκάλα της Τσετσενίας, για να βρει το παιδί
της. Εκεί ήρθε σε επαφή με αρχηγούς διαφόρων αντάρτικων ομάδων της Τσετσενίας
προσπαθώντας να μάθει για την τύχη του Ευγένιου. Οι ίδιοι οι Τσετσένοι της
είπαν ότι ο γιος της ζούσε, αλλά ήταν αιχμάλωτος και σιώπησαν με νόημα
προσπαθώντας να υπολογίσουν πόσα χρήματα μπορούσαν να αποσπάσουν από αυτήν.
Εκείνον τον καιρό ένας ζωντανός στρατιώτης αιχμάλωτος στοίχιζε 10.000 δολάρια,
ενώ ένας αξιωματικός 50.000 (!). Όταν κατάλαβαν ότι δεν θα κέρδιζαν αρκετά
χρήματα, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Η μητέρα του πήγε παντού ψάχνοντάς τον, διέσχισε
χωριά, ναρκοθετημένους δρόμους, μέτωπα συγκρούσεων, και, όπως η ίδια λέει,
«πέρασα από όλους τους κύκλους του άδη».
ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ
– ΜΑΡΤΥΡΙΟ
Από την πρώτη μέρα της αιχμαλωσίας του Ευγένιου, που διήρκησε 100 ημέρες,
οι αντάρτες, επειδή είδαν ότι φοράει Σταυρό, προσπάθησαν να τον κάμψουν, ώστε
να καταφέρουν, ει δυνατόν, να τον αναγκάσουν να αρνηθεί την πίστη του και να
γίνει μουσουλμάνος και δήμιος άλλων Ρώσων αιχμαλώτων. Ο Ευγένιος, βέβαια,
αρνήθηκε όλες τις προτάσεις και, παρά τους συνεχείς ξυλοδαρμούς, τα
βασανιστήρια και τις υποσχέσεις ότι θα ζήσει αν βγάλει, έστω, το σταυρό του,
δεν μπόρεσαν να τον κάμψουν. Αργότερα, οι ίδιοι κάποιοι πολέμαρχοι των
ισλαμιστών ανταρτών είπαν στη μητέρα του: «εάν ο γιος σου γινόταν σαν ένας από
εμάς, δε θα τον αδικούσαμε». Στις 23 Μαΐου του 1996, την ημέρα των γενεθλίων
του, πήραν και τους τέσσερις αιχμαλώτους στρατιώτες, για να τους σκοτώσουν.
Πρώτα σκότωσαν τους τρεις συναιχμαλώτους του.
Έπειτα, πρότειναν για τελευταία φορά στον Ευγένιο να βγάλει το Σταυρό
λέγοντας ότι «ορκιζόμαστε στον Αλλάχ ότι θα ζήσεις». Ο Ευγένιος και πάλι
αρνήθηκε και τότε υπέστη το φρικτό του μαρτύριο. Τον έσφαξαν με μαχαίρι
κόβοντας εντελώς το κεφάλι του, αλλά δεν τόλμησαν να βγάλουν το Σταυρό από το λαιμό
του. Τον έθαψαν μεν με το σταυρό, αλλά χωρίς το κεφάλι (Δες σχετ. βίντεο στο
youtube).
ΤΟ
ΑΓΙΟ ΛΕΙΨΑΝΟ
Τελικά, η μητέρα του βρήκε τον Ευγένιο μετά από εννέα μήνες. Οι Τσετσένοι
ζήτησαν 4000 δολάρια για να της δώσουν το λείψανο. Της έδωσαν και βιντεοκασέτα
με το μαρτύριο του γιου της και της διηγήθηκαν οι ίδιοι την πορεία της
αιχμαλωσίας του και τα βασανιστήρια. Η μητέρα του Ευγένιου πούλησε το
διαμέρισμά της και ό,τι άλλο μπορούσε, για να μπορέσει, αφενός μεν να δώσει τα
λίτρα, αφετέρου δε να ανταπεξέλθει στα έξοδα εκταφής, ειδικού φέρετρου,
μεταφοράς κ.ά. Στις 20/11/1996 μετέφερε το λείψανο στο χωριό τους και το έθαψε
στο κοιμητήριο. Σε λίγες μέρες ο πατέρας του Ευγένιου πέθανε δίπλα στο μνήμα
από τη λύπη του. Αμέσως, σε διάφορες περιοχές της Ρωσίας ο άγιος μάρτυρας
Ευγένιος άρχισε να εμφανίζεται και να κάνει θαύματα. Παρακάτω παραθέτουμε
ορισμένες μαρτυρίες και θαυμαστές επεμβάσεις.
ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ
ΚΥΡΙΟΣ ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΑΥΤΟΥ
Ένα κορίτσι Ορθόδοξου ορφανοτροφείου διηγήθηκε ότι της εμφανίστηκε ένας
ψηλός στρατιώτης με κόκκινο μανδύα, ο οποίος της είπε ότι λέγεται Ευγένιος και
την οδήγησε από το χέρι στην Εκκλησία. Το κοριτσάκι λέει: «Παραξενεύθηκα που
φορούσε κόκκινο μανδύα, διότι οι στρατιώτες δε φορούν τέτοιο μανδύα». Πολλοί
έχουν δει ένα στρατιώτη με πύρινο μανδύα να βοηθάει αιχμαλώτους στην Τσετσενία
να δραπετεύσουν από την αιχμαλωσία τους και να διαφύγουν από κάθε κίνδυνο, όπως
νάρκες. Σε νοσοκομείο τραυματιών πολέμου, νοσηλευόμενοι πιστοποιούν ότι ένας
άγιος μάρτυρας Ευγένιος τους βοηθάει, ειδικά όταν πονάνε πολύ. Όταν κάποιοι από
αυτούς πήγαν στο Ναό του Σωτήρος στη Μόσχα, είδαν την εικόνα του μάρτυρα
αναγνωρίζοντας αυτόν που τους βοήθησε. Το στρατιώτη με τον κόκκινο μανδύα τον
γνωρίζουν και πολλοί φυλακισμένοι. Βοηθάει τους ψυχικά συντετριμμένους λόγω της
φυλακίσεως τους. Καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου, αλλά περισσότερο την ημέρα
του Μαρτυρίου του, στις 23 Μαΐου, έρχονται για προσκύνημα στο τάφο του πολλοί
πιστοί και αναφέρονται πολλά θαύματα.
ΤΟ
ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΔΗΜΙΩΝ
Μετά από τρία χρόνια και τρεις μήνες ο συγκεκριμένος αρχηγός των Τσετσένων
και η ομάδα του, οι σφαγείς του Ευγένιου, σκοτώθηκαν από ομοφύλους του σε
εμφύλιες αντιπαραθέσεις.
Μεγαλυνάριο
“Τον ανδρείον μάρτυρα του Χριστού και βασανισθέντα υπό νέων ισλαμιστών,
Άγιον στρατιώτην Ευγένιον τον Ρώσσον στερρώς αγωνισθέντα ύμνοις τιμήσωμεν.”
Το θαυμάσιο τούτο κείμενο δε ξέρουμε ποιο χρόνο γράφηκε. Εκφωνήθηκε όμως στη μνήμη (9 Μαρτίου) των 40 Μαρτύρων, που το 320 θανατώθηκαν κατά το διωγμό του Λικινίου. Τους ιερούς αυτούς αθλητές, επειδή γενναία ομολόγησαν πίστη στον Χριστό, τους σύναξαν και τους έστησαν στην παγωμένη λίμνη στο κέντρο της Σεβάστειας. Ο Μέγας Βασίλειος, χάρη στις άριστες ιατρικές του γνώσεις, περιγράφει με τρόπο εκπληκτικό τις διεργασίες που συντελούνται στον ανθρώπινο οργανισμό από το ψύχος και το πάγωμα και πώς επέρχεται ο θάνατος. Πέραν όμως τούτου έχουμε στα μάτια μας ένα πολύ αρρενωπό κείμενο, έξοχα δομημένο, που δίνει ανάγλυφη τη θεολογία του μαρτυρίου, τη σημασία που αυτό έχει για τον ίδιο το μάρτυρα, για τους λοιπούς πιστούς και για την Εκκλησία γενικά.
1.Πώς θα μπορούσε να υπάρξει κορεσμός από τη μνήμη των μαρτύρων σ’ όποιον τους αγαπά; Γιατί η τιμή στους γενναίους από τους συνδούλους τους αποδεικνύει την καλή διάθεση προς τον κοινό Κύριο. Μια κι είναι φανερό πως όποιος παραδέχεται τους γενναίους άνδρες, δεν θα παραλείψει να τους μιμηθεί σε παρόμοιες περιστάσεις.
Να μακαρίσεις ειλικρινά αυτόν που μαρτύρησε, για να γίνεις μάρτυρας κατά την προαίρεση, με αποτέλεσμα, χωρίς διωγμό, χωρίς φωτιά, χωρίς μαστίγωμα, ν’ αξιωθείς τις ίδιες μ’ εκείνους ανταμοιβές. Εμείς, τώρα, δεν πρόκειται να θαυμάσουμε ούτε έναν, ούτε δυο μονάχα, ούτε στους δέκα φθάνει ο αριθμός αυτών που μακαρίζονται. Αλλά σαράντα άνδρες, που σαν να είχαν μια ψυχή σε ξεχωριστά σώματα, με μια σύμπνοια κι ομόνοια πίστης, μιαν εμφάνισαν και την καρτερία στα δεινά και την αντίσταση χάρη της αλήθειας. Όλοι όμοιοι ο καθένας στον άλλο, ίδιοι στη διάθεση κι ίδιοι στην άθληση. Γι’ αυτό και καταξιώθηκαν ισότιμα τα στεφάνια της δόξας. Ποιος λοιπόν λόγος θ’ απόδινε την αξία τους; Ούτε σαράντα γλώσσες δεν θ’ αρκούσαν ν’ ανυμνήσουν την αρετή τόσο μεγάλων ανδρών. Ενώ, ακόμα κι αν ένας ήταν ο θαυμαζόμενος, θ’ αρκούσε βέβαια να συντρίψει τη δύναμη των λόγων μας, πιο πολύ δε πλήθος τόσο, στρατιωτική φάλαγγα, παράταξη δυσκολοκαταγώνιστη, το ίδιο και σε πολέμους ανίκητη και σ’ επαίνους απρόσιτη.
Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος εκοιμήθη από εξάντληση στις 14 Σεπτεμβρίου του 407 μ.Χ. κατά τη διάρκεια της τρίτης του εξορίας από την αυτοκράτειρα Ευδοξία και τάφηκε στα Κόμανα του Πόντου. Το σεπτό λείψανό του περίμενε επί τριάντα έτη, θαμμένο στον τόπο της εξορίας και του μαρτυρίου του.
Όταν όμως το 434 μ.Χ. πατριάρχης εξελέγη ο μαθητής του Άγιος Πρόκλος (βλέπε 20 Νοεμβρίου), παρεκάλεσε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να ενεργήσει τα δέοντα, ώστε το λείψανο του μεγάλου αυτού πατέρα της Εκκλησίας να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Και πράγματι, τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 27 Ιανουαρίου του 438 μ.Χ. έγινε η Ανακομιδή των Ιεωρών Λειψάνων του Αγίου.
Βιογραφία Η Αγία Αγνή γεννήθηκε στη Ρώμη, από ευγενείς γονείς. Ως σκοπό της ζωής της έθεσε να φέρνει τις ψυχές στον δρόμο του Χριστού. Καταγγέλθηκε όμως σε κάποιον άρχοντα, ο οποίος την διέταξε ν’ αρνηθεί την πίστη της. Ο πανούργος άρχοντας για να σπιλώσει την τιμή της και να την κάμψει την έριξε σε κάποιο πορνείο. Όμως η Αγία Αγνή, προσευχόμενη προκάλεσε σεισμό και οι γυναίκες του πορνείου την έβγαλαν έξω από αυτό. Για να ικανοποιήσει την μανία του ο άρχοντας την έριξε στη φωτιά και έτσι παρέδωσε τη ψυχή της με μαρτυρικό τρόπο (303 - 305 μ.Χ.). Μόλις έσβησε η φωτιά, κάποιοι Χριστιανοί πήραν κρυφά το τίμιο λείψανό της και το ενταφίασαν με τιμές, δοξάζοντας τον Θεό.
Εφέτος κλείνουν 560 έτη από την κοίμηση του εν αγίοις πατρός ημών και ομολογητού Μάρκου αρχιεπισκόπου Εφέσου του Ευγενικού .
Ο άγιος Μάρκος (κατά κόσμο Εμμανουήλ), εγεννήθη από ευσεβείς γονείς το 1392 εις την βασιλίδα των πόλεων, Κωνσταντινούπολιν. Ο πατέρας του ωνομάζετο Γεώργιος και ήτο αρχιδικαστής, σακελλίων και διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας, η μητέρα του ωνομάζετο Μαρία και ήτο θυγατέρα του ευσεβούς ιατρού Λουκά.
Αμφότεροι οι γονείς προσπάθησαν και επέτυχαν να αναθρέψουν τον μικρό Εμμανουήλ εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Αλλά ο θάνατος του πατρός του άφησε αυτόν και τον μικρότερό του αδελφό Ιωάννη ορφανούς εις νεαρά ηλικία.
Τα πρώτα γράμματα ο άγιός μας τα εδιδάχθη από τον πατέρα του Γεώργιο, ο οποίος είχε μία ονομαστή ιδιωτική σχολή. Μετά τον θάνατον του πατρός του η μητέρα του τον έστειλε να μαθητεύεση εις τους πλέον φημισμένους διδασκάλους της εποχής του, τον Ιωάννη Χορτασμένο (κατόπιν Ιγνάτιο Μητροπολίτη Σηλυμβρίας) και τον μαθηματικόν και φιλόσοφον Γεώργιον Γεμιστόν Πλήθωνα. Μεταξύ των συμμαθητών του ήτο και ο μετ έπειτα άσπονδος εχθρός του Βησσαρίων ο καρδινάλιος.
Κατά το έτος 318 μ.Χ., όταν ο Αθανάσιος ήταν είκοσι τριών ετών, έκαμε τη θορυβώδη εμφάνισή της στην Αλεξάνδρεια η αίρεση του Αρείου, ο οποίος διακήρυττε με τα κηρύγματά του και τις συγγραφές του ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός αλλά κτίσμα του Θεού. Μετά από τρία χρόνια η αίρεση αυτή εμφανιζόταν και υπό φιλοσοφικό μανδύα και άρχισε να βρίσκει πολλούς οπαδούς και να κλονίζει τα θεμέλια της ευαγγελικής Πίστεως. Για το θέμα αυτό κρίθηκε αναγκαίο να συγκληθεί Σύνοδος στην Αλεξάνδρεια, η οποία και συνήλθε, πράγματι, το έτος 321 μ.Χ. Κατά τη Σύνοδο αυτή ο Αθανάσιος, με τη θεολογική και φιλοσοφική του κατάρτιση, βοήθησε πάρα πολύ τον πατριάρχη Αλέξανδρο να αντικρούσει τις κακοδοξίες του Αρείου.
Η μεγάλη μάχη όμως της Ορθοδόξου Πίστεως προς την αρειανική αίρεση δόθηκε λίγα χρόνια αργότερα, στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία συνήλθε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας. Στη Σύνοδο πήρε μέρος και ο νεαρός τότε ιεροδιάκονος Αθανάσιος, συνοδεύοντας τον γηραιό πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρο και «του χορού των διακόνων ηγούμενος (Σωκρατ. Εκκλ. Ιστ. I 25). Εκεί ο Αθανάσιος, χάρη στη μόρφωσή του και προπαντός τη θερμουργό πίστη του, αναδείχθηκε ο πιο θαρραλέος και ακαταμάχητος αγωνιστής της Ορθοδόξου πίστεως κατά της αφέσεως του αντιχρίστου Αρείου». Αυτός κυρίως κατατρόπωσε τη νόσο του αρειανισμού, υποστηρίζοντας, με τη θεολογική και φιλοσοφική κατάρτιση που διέθετε και με τη ρητορική του δεινότητα, τον όρο «ομοούσιος» (τω Πατρί) για το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τον Ιησού Χριστό. Στη διδασκαλία βασικά του Αθανασίου στηρίχτηκε η Σύνοδος αυτή και συνέταξε τα εφτά πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως, του κοινώς ονομαζόμενου «Πιστεύω». (Τα υπόλοιπα πέντε άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως τα συνέταξε η Β’ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 381 μ.Χ). Τοιουτοτρόπως το όνομα του Αθανασίου κατέστη τότε σύμβολο της Ορθοδοξίας στον αγώνα της προς αντίκρουση της γενικής επιθέσεως των αρειανών εναντίον της, πολλοί από τους οποίους κατείχαν υψηλές διοικητικές θέσεις.
Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε το 295 μ.Χ. από φτωχούς αλλά ενάρετους γονείς, γεγονός που του στέρησε τη δυνατότητα για ανώτερες σπουδές. Όμως ο πανάγαθος Θεός τον προίκισε με πλούσια πνευματικά προσόντα. Λαμβάνει τη στοιχειώδη εκπαίδευση και στη συνέχεια μελετά μόνος του για να φθάσει σε υψηλότατα επίπεδα γνώσης και σοφίας.
Από πολύ νέος έδειξε την κλίση του προς την Εκκλησία. 25 ετών χειροτονείται διάκονος από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρο, τον οποίο ακολουθεί στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325 μ.Χ., στη Νίκαια της Βιθυνίας. Αναδεικνύεται πρωτεργάτης στην καταδίκη της αιρετικής διδασκαλίας του Αρείου.
Το 328 μ.Χ. και σε ηλικία 33 ετών εκλέγεται πανηγυρικά πατριάρχης Αλεξανδρείας. Από τη θέση αυτή αντιμετωπίζει ένα φοβερό πόλεμο εκ μέρους των αιρετικών οπαδών του Αρείου. Όμως ο άγιος, χάρη στην μεγάλη πνευματικότητά του και τη ζέουσα πίστη στο Θεό, κατορθώνει να βγει νικητής απ’ όλες αυτές τις δοκιμασίες ακόμη και από τις πέντε εξορίες που του επιβλήθηκαν, καθώς ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Β΄ ήταν οπαδός του Αρειανισμού. Εκοιμήθη εν ειρήνη το 373 μ.Χ.