Σάββατο, 24 Απριλίου 2021

Ἁγίου Ἐπιφανίου, ἐπισκόπου Κύπρου: Ὁμιλία εἰς τὰ Βάϊα


Χαῖρε μέ ἀσυγκράτητη χαρά, θυγατέρα τῆς Σιών. Ἀπόλαυσε βαθιά χαρά καί ἀναγάλλιασε, ὁλόκληρη τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία. Ἔρχεται πάλι σέ σένα ὁ Βασιλιάς. Ὁ νυμφίος σου ἔρχεται καθισμένος στό πουλάρι, ὅπως σέ θρόνο. Ἄς βγοῦμε νά Τόν προϋπαντήσουμε. Ἄς βιαστοῦμε νά δοῦμε τή δόξα Του. Ἄς προλάβωμε νά τιμήσωμε τόν ἐρχομό Του μέ χαρά.

Ἄλλη μιά φορά σωτηρία στόν κόσμο, πάλι ὁ Θεός ἔρχεται γιά νά σταυρωθῆ.

Ὁ Βασιλιάς τῆς Σιών, ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν, ξαναέρχεται σ᾽ αὐτήν καί χαρίζει πάλι τή σωτηρία στόν κόσμο. Τό φῶς ἄλλη μιά φορά μᾶς ἐπισκέπτεται καί ἡ πλάνη διαλύεται, ἡ ἀλήθεια λουλουδίζει, χορεύει ἡ Ἐκκλησία καί χηρεύει ἡ Συναγωγή. Πάλι ντροπιάζονται οἱ δαίμονες, σκορπίζει ἡ κατάρα, καί πάλι ταράζονται οἱ Ἑβραῖοι, συντρίβεται ὁ δράκοντας, χαίρονται τά Ἔθνη καί ἡ Σιών στολίζεται.

Ἔρχεται ὁ Χριστός καθισμένος στό πουλάρι, ὅπως σέ θρόνο. Ἀναγαλλιάστε οὐρανοί. Ὑμνῆστε Ἄγγελοι. Εὐφρανθῆτε τά βουνά. Σκιρτῆστε λόφοι. Παφλάστε ποταμοί. Ὁ λαός τῆς Σιών χορέψετε, οἱ Ἐκκλησίες χαρῆτε. Ψάλλετε Ἱερεῖς, προφῆτες ἐλᾶτε πρῶτοι, εὐαγγελιστῆτε μαθηταί, ὑποδεχθῆτε λαοί. Τρέξτε μαζί καί οἱ γέροντες, χορέψετε μητέρες καί τά νήπια τραγουδῆστε. Φωνάξτε νέοι, οἱ φυλές μαζευτῆτε.

Κάθε πλάσμα, κάθε ὕπαρξη, κάθε τάξη, κάθε τι πού ἀναπνέει, ὅλη ἡ γῆ, κάθε ἀξίωμα, ὅλες οἱ ἡλικίες, ὅλες οἱ ἀρχές τῶν ἐθνῶν, ὅλες οἱ βασιλεῖες, ἄς ὑποδεχθοῦν βασιλικά τό βασιλιά τῶν βασιλέων, δεσποτικά τῶν δεσποτῶν τό Δεσπότη. Ἄς προσκυνήσωμε, ἄς τραγουδήσωμε θεϊκά τραγούδια στό Θεό τῶν Θεῶν, στόν αἰώνιο νυμφίο θεϊκούς νυφιάτικους χορούς, ἄς χορέψωμε. Χαρούμενοι ἄς ἀνάψωμε τίς χαρωπές λαμπάδες μας, τούς χιτῶνες τῶν ψυχῶν μας, ὅπως ταιριάζει γιά νά τιμήσουμε τόν Θεό, ἄς ἀλλάξωμε. Ἄς ἑτοιμάσωμε ὄμορφα τούς δρόμους τῆς ζωῆς, τά βαΐα τῆς νίκης ἄς κρατήσωμε γιά τό νικητή τοῦ θανάτου. Καί ἄς σείσωμε τούς βλαστούς τῆς ἐλιᾶς στό βλαστό τῆς Μαρίας. Ἀγγελικά ἄς ὑμνήσουμε τό Θεό τῶν Ἀγγέλων. Ἄς κραυγάσωμε μαζί μέ τά παιδιά, ὅπως πρέπει στό Θεό. Μαζί μέ τό πλῆθος καί ἐμεῖς τήν κραυγή τοῦ πλήθους ἄς ποῦμε: «Ὡσαννά, στόν οὐρανό. Εὐλογημένος αὐτός πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Θεοῦ».

Ὁ Θεός καί ὁ Κύριος φάνηκε σάν φῶς, ἔλαμψε σ᾽ ἐμᾶς πού καθόμασταν στό σκότος καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Ἐφάνηκε ἡ ἐπανόρθωση γιά ὅσους ἔπεσαν, φάνηκε ἡ σωτηρία τῶν αἰχμαλώτων, φάνηκε ἡ ἀνάβλεψη τῶν τυφλῶν, φάνηκε ἡ παρηγορία γιά ὅσους πενθοῦν, φάνηκε ἡ ἀνάπαυση ὅσων κοπιάζουν. Φάνηκε τῶν διψασμένων τό ξεδίψασμα. Φάνηκε ἡ δικαίωση τῶν ἀδικημένων. Φάνηκε τῶν ἀπελπισμένων ἡ λύτρωση. Φάνηκε ἡ ἕνωση τῶν χωρισμένων. Φάνηκε ἡ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν. Φάνηκε ἡ γαλήνη ὅσων εἶχαν βρεθῆ σέ τρικυμία.

Ἑρμηνεία στὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. Αὐγουστῖνου ''Σταγόνες ἀπὸ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν''

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Ἰωάν. 12, 1-18

ΤΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΜΥΡΟ

«Ἡ οὖν Μαρία λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου

πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ»

(Ἰωάν. 12, 3)


ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, ἀγαπητοί μου, τὸ Εὐαγγέλιο τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, Κυριακῆς τῶν Βαΐων, μιλάει γιὰ δυὸ ὑποδοχές, ποὺ ἔγιναν στυὸ Χριστὸ λίγες μέρες πρὸ τῶν σεπτῶν παθῶν του. Ἡ μία ὑποδοχὴ ἔγινε στὴ Βηθανία. Ἡ ἄλλη στὰ Ἰεροσόλυμα ἀπὸ ἕνα λαό, ποὺ γεμᾶτος ἐνθουσιασμὸ κραύγαζε τὸ «ὡσαννά» (Ματθ. 21, 9). Ἀλλὰ ὁ ἐνθουσιασμὸς ἐκεῖνος ἦταν πρόσκαιρος καὶ ἐπιπόλαιος. Δὲν περασαν λίγες μέρες καὶ τὰ «ὡσαννά» ἔγιναν «σταυρωθήτω» (Ματθ. 27, 23).

Ἐμεῖς ἐδῶ, σὲ μιὰ σύντομη ὁμιλία, θὰ μιλήσουμε γιὰ τὴν πρώτη ὑποδοχή.

* * *

Ἔξω ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα, σὲ ἀπόστασι μικρή, ἦταν τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ἕνα μικρὸ χωριό, ποὺ ὠνομαζόταν Βηθανία. Σʼ αὐτὸ τὸ χωριὸ ἔγινε κάτι ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ ἀκούστηκε στὸν κόσμο. Ἕνας νεκρός, ποὺ ἦταν τέσσερις μέρες θαμμένος μέσα στὸν τάφο κʼ εἶχε ἀρχίσει πιὰ ἡ ἀποσύνθεσις, ὁ νεκρὸς αὐτός, ὁ Λάζαρος, ἀναστήθηκε. Ἀναστήθηκε μὲ τὴν κραυγὴ τοῦ Χριστοῦ «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (Ἰωάν. 11, 43).

Στὴ Βηθανία ζοῦσε ὁ Λάζαρος μαζὶ μὲ τὶς δυὸ ἀδελφές του, τὴ Μάρθα καὶ τὴ Μαρία. Τὰ τρία αὐτὰ ἀδέλφια ἀποτελοῦσαν εὐλογημένη οἰκογένεια. Φίλος δὲ ἀνεκτίμητος τῆς οἰκογενείας αὐτῆς ἦταν ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς τακτικὰ πήγαινε στὴ Βηθανία καὶ ἐπισκεπτόταν τὸ εὐλογημένο ἐκεῖνο σπίτι τῶν τριῶν ἀδελφῶν, ὅπου εὕρισκε μιὰ μικρὴ ἀνάπαυσι. Ἔτσι ἔξι μέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα ὁ Χριστὸς γιὰ τελευταία φορὰ πῆγε στὴ Βηθανία.

Μπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε μὲ τί αἰσθήματα χαρᾶς καὶ εὐγνωμοσύνης ἡ οἰκογένεια τοῦ Λαζάρου ὑποδέχθηκε τὸ Χριστό. Ὅπου εἶνε ὁ Χριστὸς εἶνε παράδεισος. Κι ὅπου λείπει ὁ Χριστός, ἐκεῖ εἶνε ἡ κόλασις. Παράδεισος ἔγινε τὴν ἡμέρα ἐκείνη τὸ σπίτι τοῦ Λαζάρου.

Ἐνὼ ἡ Μάρθα καταγινόταν στὴν κουζίνα γιὰ νὰ προετοιμάση ἐκλεκτὰ φαγητὰ στὸν ἀγαπημένο Διδάσκαλο καὶ τοὺς μαθητάς του, ἡ Μαρία μὲ ἄλλο τρόπο ἔδειξε τὴν ἀπέραντη ἀγάπη κʼ ἐυγνωμοσύνη της πρὸς τὸ Χριστό. Περιμένοντας τὸ Χριστὸ νὰ ἔλθη στὸ σπίτι, εἶχε ἀγοράσει μύρο σπάνιο καὶ πανάκριβο. Τὸ εἶχε βάλει μέσα σʼ ἕνα δοχεῖο, τὸ ἔκλεισε, τὸ σφράγισε καὶ περίμενε νὰ ἔρθη ἡ ὥρα. Καὶ ἡ ὥρα ἦρθε. Καθὼς ὁ Χριστὸς καθόταν καὶ δίδασκε, ἦρθε ἡ Μαρία, ἀποσφράγισε τὸ δοχεῖο, ἄλειψε μὲ τὸ πολύτιμο μύρο τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, ξέπλεψε τὰ πλούσια ,αλλιά της, τὰ ἔκανε πετσέτα καὶ σκούπισε μʼ αὐτὰ τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ. Ἡ εὐωδία τοῦ μύρου σκορπίστηκε σʼ ὅλο τὸ σπίτι.

Ἀλλὰ καὶ χωρὶς τὸ μύρο αὐτὸ ὁ Χριστὸς ἦταν, εἶνε καὶ θὰ εἶνε τὸ ἀνεκτίμητο μύρο τῆς ἀνβθρωπότητος. Ὅπου εἶνε ὁ Χριστός, τὰ πάντα εὐωδιάζουν. Ὅπου λείπει ὁ Χριστός, ἐκπέμπεται ὀσμὴ θανάτου.

Ὅλοι ὅσοι εἶδαν ἐκτίμησαν ὅπως ἔπρεπε τὴν πρᾶξι τῆς Μαρίας. Ἀλλʼ ἕνας στεκόταν βλοσυρὸς σὲ κάποια γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ καὶ σχολίαζε δυσμενῶς τὴν πρᾶξι αὐτὴ τῆς Μαρίας. Ἔλεγε˙ «Δὲν θὰ ἦταν προτιμότερο τὸ μύρο αὐτὸ νὰ πουληθῆ καὶ τὰ χρήματα νὰ μοιραστοῦν στοὺς φτωχούς;» (Ἰωάν. 12, 5). Ἀκούγοντας κανεὶς αὐτὰ τὰ λόγια θὰ νόμιζε ὅτι τὰ ἔλεγε κάποιος ποὺ πραγματικὰ ἀγαποῦσε τοὺς φτωχοὺς καὶ ἐνδιαφερόταν γιʼ αὐτοὺς καὶ δὲν ἤθελε οὔτε μιὰ δραχμὴ νὰ δίνεται ἀλλοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς αὐτὸς ποὺ εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ δὲν ἦταν φιλάνθρωπος. Ἔκανε τὸν φιλάνθρωπο. Κάτω ὅμως ἀπὸ τὴ μάσκα τῆς φιλανθρωπίας ἔκρυβε τὸ φοβερὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας. Ἦταν – ποιός θὰ τὸ περίμενε; - ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ἤθελε νὰ πουληθῆ τὸ μύρο καὶ σὰν ταμίας τῆς ὁμάδος τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἔκλεβε ὅσο ἤθελε.

Ὁ Χριστὸς ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἰούδα καὶ ἀπάντησε˙

«Ἰούδα, ἄφησε τὴ Μαρία ἥσυχη καὶ μὴ τὴν ἐλέξγεις.

Διότι αὐτὸ ποὺ ἔκανε ἦταν μιὰ πρᾶξι ἀγάπης,

ἀκόμη δὲ μιὰ πρᾶξι ποὺ προαναγγέλλει,

ὅτι κοντὰ εἶνε ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου καὶ τῆς ταφῆς μου,

ὅπότε σύμφωνα μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ ἔθιμο κάθε νεκρὸς ἀλείφεται μὲ μύρο...

Ἄλλωστε οἱ φτωχοί, γιὰ τοὺς ὁποίους μιλᾶς, εἶνε πάντα κοντά σας,

ἀλλὰ ἐμένα δὲν θὰ μὲ ἔχετε πάντοτε κοντά σας» (Ἰωάν. 12, 7-8).

* * *

Ἑρμηνεία στὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. Αὐγουστῖνου ''ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ''

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Φιλιπ. 4, 4-9


Ποῦ ἡ χαρά;

«Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε˙

πάλιν ἐρῶ, χαίρετε»

(Φιλιπ. 4, 4)

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ἀγαπητοί μου, ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιὰ τὴ χαρά. Γιʼ αὐτὸ ὁ Θεὸς τοὺς πρώτους ἀνθρώπους, τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, δὲν τοὺς ἔρριξε σʼ ἕνα ξερονήσι, ἀλλὰ τοὺς ἔβαλε σʼ ἕνα διαλεχτὸ κομμάτι τῆς γῆς, ποὺ εἶχε ὀμορφιὰ καὶ χάρι τόση ὅση δὲν μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε. Παράδεισος λεγόταν ἡ πρώτη κατοικία τοῦ ἀνθρώπου. Ἦταν περιβόλι μὲ ὄλα τὰ ἀγαθά. Χῶμα καθαρὸ καὶ γόνιμο. Νερὰ τρεχούμενα. Δέντρα γεμᾶτα καρπούς. Λουλούδια ποὺ σκορποῦσαν ἀρώματα. Πουλιὰ ποὺ κελαηδοῦσαν. Ζῷα ὅλα ἥμερα καὶ χρήσιμα. Κλῖμα θαυμάσιο. Ὁ ἀέρας, ποὺ φυσοῦσε κʼ ἔκανε τὶς κορφὲς τῶν δέντρων νὰ κινοῦνται ἐλαφρὰ καὶ τὰ φύλλα τους νὰ σιγοτραγουδᾶνε, ἦταν ἕνας ἀέρας εὐχάριστος, καθαρός, ὅλος ὑγεία. Δὲν ὑπῆρχαν ἐκεῖ μικρόβια, ἀρρώστιες, θάνατος. Χαρὰ Θεοῦ. Αὐτὸς ἦταν ὁ παράδεισος.

Στὸν παράδεισο ἔμεινε τὸ πρῶτο ζευγάρι τῶν ἀνθρώπων ποὺ εὐλόγησε ὁ Θεός. Γιὰ τὰ ἀγαθά, ποὺ ἀπολάμβαναν, ὁ Θεὸς δὲν ζητοῦσε καμμιὰ πληρωμή. Δωρεὰν τὸ φῶς, τὸ νερό, οἱ καρποί, ὁ ἀέρας, τὰ πάντα. Ἕνα μόνο ζητοῦσε ὁ Θεὸς ἀπʼ αὐτούς˙ νὰ ὑπακούουν σʼ ὅ,τι αὐτὸς διέταζε. Καὶ τὸ ζητοῦσε ὁ Θεὸς ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν ἔχει καμμιὰ ἀπολύτως ἀνάγκη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλʼ ἐπειδὴ ὅ,τι διατάζει ὁ Θεὸς αὐτὸ εἶνε καὶ τὸ ἀληθινὸ συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος, ὑπακούοντας στὸ Θεό, θὰ ζοῦσε πάντοτε χαρούμενος κʼ εὐτυχισμένος.

Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος δὲν ὑπάκουσε στὸ Θεό. Ὑπάκουσε στὸ διάβολο. Αὐτὸς σφύριξε στʼ αὐτὶ τοῦ ἀνθρώπου ὅτι εὐτυχισμένος θὰ γίνῃ ἄν πάψῃ νὰ ὑπακούῃ στὸ Θεό. Καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἀντὶ νὰ φράξῃ τʼ αὐτιά του νὰ μὴν ἀκούσῃ τί τὸν συμβουλεύει ὁ πονηρός, ἔδωσε προσοχὴ στὰ λόγια τοῦ διαβόλου καὶ παρέβη τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Ἀλλʼ ἀπὸ τὴν ὥρα, ποὺ ἡ Εὔα καὶ ὁ Ἀδὰμ παρέβησαν τὴν ἐντολή, ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ἔφυγε ἡ χαρὰ καὶ ἦρθε ἡ λύπη. Δὲν μποροῦσαν πιὰ νὰ μείνουν στὸν παράδεισο. Ἔφυγαν. Ἡ γῆ γέμισε ἀγκάθια. Τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως ἐπαναστάτησαν. Ὁ ἀέρας μολύνθηκε, καὶ ἦρθε ἡ ἀρρώστια καὶ ὁ θάνατος. Αὐτὰ ἦταν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνυπακοῦς, τῆς ἁμαρτίας τῶν πρωτοπλάστων.

* * *