Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2026

Ὁ Ταξιάρχης τοῦ Μανταμάδου.


Γύρω στό 10ο μέ 11ο αἰώνα, ὅταν τό Βυζαντινό κράτος μεσουρανοῦσε, οἱ Σαρακηνοί πειρατές βρίσκονταν κι αὐτοί στίς δόξες τους. Λυμαίνονταν τά νησιά τοῦ Αἰγαίου, λήστευαν, ἔκαιγαν κι αἰχμαλώτιζαν ἀνθρώπους, πού τούς προόριζαν γιά τά σκλαβοπάζαρα τῆς ᾿Ανατολῆς.

Ἡ Λέσβος, πλούσια κι ἑλκυστική, εἶχε γίνει διαλεχτή λεία τῶν κουρσάρων. Στήν τοποθεσία Λεσβάδος, κοντά στό Μανταμάδο, ὑπῆρχε μιά ἀρχαία πολιτεία, ὁ Στένακας, καί ὄχι πολύ μακριά της ἕνα μοναστήρι τῶν Ταξιαρχῶν, πού ἡ ἵδρυσή του χάνεται στά βάθη τῶν αἰώνων.

Τό ἱστορικό του τό μαθαίνουμε ἀπό τή ζωντανή τοπική παράδοση, πού ἔφτασε ὥς τίς μέρες μας.

Ἦταν ὀχυρωμένο σάν κάστρο μέ τείχη καί πύργο, κι ἀπό νωρίς εἶχε προκαλέσει τό ἐνδιαφέρον τῶν πειρατῶν, πού τό ‘χαν βάλει πεῖσμα νά τό πατήσουν.

Ἔτσι κάποια ἄνοιξη, ὁ ἀρχιπειρατής Σιρχάν, ἔνας ἄγριος καί μελαψός γίγαντας, ζωσμένος τό μπαλτα καί τή σπάθα, κάλεσε τό τσοῦρμο του καί τούς εἶπε:

– Αὐτή τή φορά, το δίχως ἄλλο, θα μποῦμε στό μοναστήρι. Ἐγώ θέλω μόνο τό χρυσό ποτήρι, πού λειτουργᾶνε οἱ καλόγεροι, γιά νά πίνω τό κρασί μου. Ὅλα τ’ ἄλλα δικά σας.

Ὁ ἴδιος δέν θά ‘παιρνε μέρος στήν ἐπιχείρηση. Δέν καταδεχόταν τέτοιες μικροδουλειές.

Έβαλαν πλώρη γιά τή Λέσβο. Πλησίασαν τό μοναστήρι μεσάνυχτα καί κρύφτηκαν στά δέντρα.

Στό μεταξύ οἱ καλόγεροι, ἀνέμελοι ἀπό τήν ἡσυχία τοῦ χειμώνα, δέν φύλαγαν τό μοναστήρι ὅπως ἔπρεπε. Κάποια στιγμή χτύπησε το σήμαντρο, πού καλοῦσε τούς μοναχούς στήν ὀρθρινή ἀκολουθία. Τα βήματά τους ἀκούστηκαν ρυθμικά στόν ξύλινο ἐξώστη, καθώς κατέβαιναν στήν ἐκκλησία. Σέ λίγο ὅλα ἡσύχασαν.

Τότε ὁ ἀρχηγός ἔδωσε τό σύνθημα. Ἕνας πειρατῆς ἔριξε τό γάντζο, σκαρφάλωσε στά τείχη, πήδηξε στὴν αὐλή καί ἄνοιξε τή μεγάλη καστρόπορτα. Οἱ κουρσάροι ὅρμησαν μέ ἀλαλαγμούς στήν ἐκκλησία. Πρίν συνέλθουν οἱ μοναχοί ἀπό τόν αἰφνιδιασμό, περνοῦσαν ἀπό τή ζωή στό θάνατο…

Ἕνα δόκιμο καλογέρι, ὁ Γαβριήλ, βρισκόταν στο ἱερό. Γρήγορος κι εὐκίνητος, σκαρφάλωσε στή στέγη τοῦ ναοῦ. Οἱ πειρατές τόν ἀκολούθησαν. Τότε ὅμως ἀκούστηκε μιά δυνατή βουή, καί ἡ σκεπή μετατράπηκε θαυματουργικά σε φουρτουνιασμένο πέλαγος. Πάνω στ’ ἀφρισμένα κύματα ἕνας πελώριος καί ἀγριωπός Στρατιώτης, μέ σπάθα πού ἔβγαζε φωτιές, ὅρμησε ἐναντίον τους. Ἐκεῖνοι παράτησαν ἀμέσως ὅπλα καί κλοπιμαῖα κι ἔφυγαν πανικόβλητοι.

Ὁ Γαβριήλ, ὁ μόνος πού ἀπέμεινε ζωντανός ἀπό τήν τραγωδία, συγκλονισμένος ἀπό τὸ θαῦμα τοῦ ἀρχαγγέλου πλησίασε καί πρόσπεσε στο εἰκονοστάσι του. Ὅταν συνῆλθε ἀπό τήν ταραχή, σήκωσε τα μάτια. ᾿Αλλά τί πρόσωπο ἦταν αὐτό; ῎Αν καί ζωγραφισμένο, φαινόταν ζωντανό κι εἶχε μια θεϊκή γλυκύτητα. Ὁ δόκιμος ἐπιθύμησε νά τό ζωγραφίσει.

– Ταξιάρχη μου, παρακάλεσε, μεσίτευσε στον Κύριο ν’ ἀναπαύσει τούς ἀδελφούς μου. Κι ἐμένα ἀξίωσε με ν’ ἀπεικονίσω τήν ἐξαίσια μορφή σου.

᾿Αμέσως, σάν νά φωτίστηκε ἀπό τόν ἀρχάγγελο, πῆρε ἕνα σφουγγάρι, μάζεψε μ’ αὐτό εὐλαβικά τό αἷμα τῶν μοναχῶν σέ μιά λεκάνη, τό ἀνακάτεψε μέ ἀσπρόχωμα καί ἄρχισε νά πλάθει τήν εἰκόνα του.

᾿Από τήν ἀρχή τῆς ἐργασίας ἔνιωσε αἰσθητή τή βοήθεια τοῦ Ταξιάρχη. Τά χέρια του, σάν νά τά ὁδηγοῦσε ἀόρατη δύναμη, σχημάτιζαν γρήγορα καί σταθερά μέ τόν πηλό τό πρόσωπο τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Τό πρόσωπο ἐκεῖνο πού εἶδε στή σκεπή τοῦ ναοῦ, τὸ ἀγριωπό, ἀλλά μέ τή θεϊκή χάρη.

Ἐνῶ στό μοναστήρι τοῦ Ταξιάρχη παιζόταν αὐτό τό δράμα, ἡ ζωή στούς γύρω συνοικισμούς συνεχιζόταν ἥσυχη. Μόνο ἕνα τσοπανόπουλο, καθώς ἀγνάντευε τή θάλασσα ἀπό μιά κορυφή, εἶδε κουρσάρικα καράβια λίγο πιό μέσα ἀπ’ τήν ἀκτή.

Πήδηξε στ’ ἄλογό του καί κάλπασε πρός τή μονή γιά νά εἰδοποιήσει τούς μοναχούς να φυλαχθοῦν. Το θέαμα ὅμως πού ἀντίκρυσε, τόν ἔριξε κάτω λιπόθυμο.

Ὅταν συνῆλθε, ἔτρεξε καί εἰδοποίησε τόν ᾿Αλέξη, τὸν ἄρχοντα τοῦ Στένακα, γιά τά συμβάντα. Ἐκεῖνος ξεκίνησε ἀμέσως γιά το μοναστήρι μ’ ἄλλους πενήντα καβαλάρηδες.

Ὅταν μπῆκε στο ναό τἄχασε. Εἶδε τούς μοναχούς σφαγμένους καί βαμμένους στὸ αἷμα καὶ τὸν ἡγούμενο νεκρό μπροστά στήν ἁγία Τράπεζα! Ἔσφιξε τα δόντια καί βγῆκε ἔξω μέ διάθεση νὰ ἐκδικηθεῖ.

Πήδηξαν ὅλοι στ’ ἄλογά τους κι ἀκολουθώντας τ’ ἀχνάρια τῶν πειρατών, πλησίασαν σ’ ἕνα πλάτωμα. ᾿Απότομα σταμάτησαν. Τό θέαμα πού ἀντίκρυσαν τοὺς ἔκανε κι ἀνατρίχιασαν. Εἶδαν αὐτούς πού καταδίωκαν, νεκρούς καί σκορπισμένους σ’ ὅλο το πλάτωμα. Μιά σπαθιά, ποὺ ἄρχιζε ἀπ’ τὸ μέτωπο κι ἔφτανε ὡς τὴν κοιλιά, ήταν χαραγμένη στο σῶμα τοῦ καθενός καί τ’ ἄνοιγε στά δύο. Ἡ μαχαιριά σε κάθε σῶμα ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἴδια.

Κανείς ἀπ’ τους καβαλάρηδες δέν ρώτησε ποιός το ‘κανε. Ὅλοι μάντευαν τόν τιμωρό. Δέν εἶχαν ἀμφιβολία.

– Μεγάλη ἡ χάρη κι ἡ δύναμή σου, ἀρχάγγελε! ψέλλισαν καί σταυροκοπήθηκαν.

Στό μεταξύ, δυό πειρατές, πού εἶχαν μείνει στήν παραλία περιμένοντας τούς συντρόφους τους, ἀνησύχησαν ἀπό τήν ἀργοπορία καί ἀνηφόρισαν γιά νά τούς συναντήσουν.

Ὅταν ἀντίκρυσαν στο πλάτωμα τό μακάβριο θέαμα, γύρισαν γρήγορα στα καράβια, ὅπου περίμενε μέ ἀγωνία ὁ ἀρχηγός τους, καί τοῦ διηγήθηκαν τήν τραγωδία. Μόλις τ’ ἄκουσε ἐκεῖνος, χτύπησε τή γροθιά του στό τραπέζι καί ὁρκίστηκε ἐκδίκηση.

Τόν ἄλλο χρόνο ἔβαλε σ’ ἐφαρμογή τό σχέδιό του γιά τήν κατάληψη τοῦ Στένακα. Μιά νύχτα οἱ πειρατές ἀποβιβάστηκαν ἀθόρυβα στήν παραλία καί ἑτοιμάζονταν νά ἐπιτεθοῦν τὰ χαράματα στή μικρή πολιτεία, πού κοιμόταν ἀνυποψίαστη.

Αὐτή τήν κρίσιμη ὥρα ἐπεμβαίνει καί πάλι ὁ Ταξιάρχης. Ὁ Στέφανος, ὁ γιός τοῦ ἄρχοντα ᾿Αλέξη, πού μόλις εἶχε πέσει νά κοιμηθεῖ, βλέπει μπροστά του τόν ἀρχάγγελο. Ήταν πανώριος μές στήν ὁλόχρυση πανοπλία του. Τά ξανθά μαλλιά του χύνονταν στούς ὤμους κι ἔδιναν στα κάτασπρα φτερά του χρυσή ἀνταύγεια. Στό δεξί χέρι κρατοῦσε πύρινη ρομφαία, ἐνῶ τ’ ἀριστερό ήταν σηκωμένο μέ τεντωμένο το δείκτη. Χαμογέλασε στο νέο καί μέ γλυκειά φωνή τοῦ εἶπε:

– Σήκω πάνω, Στέφανε. Πήγαινε γρήγορα μέ τόν πατέρα σου νά ἑτοιμάσετε τὴν ἄμυνα τῆς πόλης. Ἔρχονται οἱ Σαρακηνοί νὰ σᾶς ἀφανίσουν. Μή φοβηθεῖτε! Στο πλευρό σας θά εἴμαστε ἐγώ κι ὁ προστάτης σου ῞Αγιος. Θὰ σᾶς προστατεύουμε καὶ θὰ σᾶς καθοδηγοῦμε. Οἱ πειρατές ἔχουν ἀράξει στον ὅρμο, κάτω ἀπό τήν πόλη σας. Λίγοι ἀπ’ αὐτούς θ’ ἀναρριχηθοῦν στό κάστρο, γιά νά ἐξουδετερώσουν τό σκοπὸ τῆς πύλης καί ν’ ἀνοίξουν τήν καστρόπορτα. Θά σᾶς ἐπιτεθοῦν τὴν ὥρα πού ἡ νύχτα παλεύει μέ τή μέρα. Προσοχή στήν πύλη!

Τα γεγονότα ἐξελίχθηκαν ὅπως τὰ εἶπε ὁ Ταξιάρχης. Ὅταν οἱ κουρσάροι ἐπιτέθηκαν, βρῆκαν τούς ὑπερασπιστές στίς ἐπάλξεις.

Τήν ἴδια ὥρα ἕνα ἀπόσπασμα μέ ἀρχηγό τό Στέφανο, πού εἶχε κατηφορίσει ἀθόρυβα στήν παραλία, ἔβαζε φωτιά στα πειρατικά καράβια. Οἱ πειρατές εἶδαν τή φωτεινή ἀνταύγεια τῆς φωτιᾶς καί τά ‘χασαν. Ὁ πανικός πού ἀκολούθησε ἦταν ἀπερίγραπτος. Ἐνῶ ἔτρεχαν πρός τή θάλασσα, τούς καταδίωκαν ἔφιπποι οἱ Στενακιώτες καί τούς ἀποδεκάτιζαν.

Μιά ὁμάδα μέ τόν ἀρχιληστή κατάφερε να ξεφύγει, ἀκολουθώντας πορεία μέσα ἀπό τό δάσος. Ἔπεσε ὅμως πάνω στό ἀπόσπασμα πού εἶχε πρίν λίγο κάψει τά καράβια, καί βρέθηκε κυκλωμένη. Σε λίγο κι αὐτοί οἱ πειρατές, μαζί μὲ τὸν ἀρχιληστή, εἶχαν ἐξολοθρευθεῖ.

Πέρασαν αἰῶνες. Το μοναστήρι ἐρειπώθηκε ἀπό τίς ἀλλεπάλληλες ἐπιδρομές τῶν ᾿Αγαρηνῶν. Τόν 18ο αιώνα ὁ μικρός παλαιός ναός ἀντικαταστάθηκε μέ νέο καί μεγαλύτερο, μά ἡ ἀνάγλυφη θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ ἀρχαγγέλου διασώθηκε ὥς τις μέρες μας, ὅπως ἀκριβῶς τή φιλοτέχνησε ὁ δόκιμος Γαβριήλ. Διατηρεῖ τήν πρώτη ζωντάνια της καί παραμένει ἄφθορη ἀπό τό χρόνο κι ἀπό τούς ἀσπασμούς χιλιάδων προσκυνητῶν. Στό μέτωπο καί στα μάγουλά του οἱ πιστοί κολλᾶνε μεταλλικά νομίσματα, πού ἀφήνουν σημάδια στο πρόσωπό του, ἀλλά γρήγορα ἐξαλείφονται. Κάθε τόσο τά μάτια τοῦ ἀρχαγγέλου βουρκώνουν, καί οἱ χριστιανοί σκουπίζουν μέ μπαμπάκι τά δάκρυά του. Τό ἴδιο κάνουν μέ τόν ἱδρώτα, ὅταν συμβαίνει τό πρόσωπό του νά ἱδρώνει. Συγκλονιστικά θαύματα ἐπιτελεῖ ἡ χάρη του σ’ ὅσους προστρέχουν μέ πίστη κοντά του.

«Ἐμφανίσεις καὶ θαύματα τῶν Ἀγγέλων», Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, σελ.220-225

πηγή: https://orthodoxathemata.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου