Είναι μια ερώτηση που σχεδόν όλοι έχουμε κάνει κάποτε, ιδιαίτερα όταν χάσαμε έναν άνθρωπο που αγαπήσαμε: «Με βλέπει τώρα; Ξέρει ότι τον σκέφτομαι; Γνωρίζει τι συμβαίνει στα παιδιά του, στο σπίτι του, στη ζωή μας;»
Γύρω από αυτό το θέμα έχουν δημιουργηθεί πολλές λαϊκές αντιλήψεις.
Ακούμε συχνά: «Ο πατέρας σου σε βλέπει από ψηλά», «η μητέρα σου είναι δίπλα σου», «ο άνθρωπός σου σε παρακολουθεί και σε προστατεύει». Λόγια που συνήθως λέγονται από αγάπη και για παρηγοριά. Όμως άλλο η ανθρώπινη παρηγοριά και άλλο η θεολογική βεβαιότητα.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διδάσκει ότι οι κεκοιμημένοι γίνονται μετά τον θάνατο παντογνώστες ούτε ότι παρακολουθούν διαρκώς κάθε λεπτομέρεια της επίγειας ζωής μας. Η παντογνωσία ανήκει μόνο στον Θεό.
Ο θάνατος, όμως, για την Εκκλησία δεν είναι εξαφάνιση. Ο άνθρωπος δεν παύει να υπάρχει επειδή το σώμα του βρίσκεται στον τάφο.
Ο Χριστός το λέει ξεκάθαρα: «οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων» (Ματθ. 22,32). Οι κεκοιμημένοι ζουν ενώπιον του Θεού.
Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι γνωρίζουν όλα όσα συμβαίνουν εδώ.
Η Αγία Γραφή μάς αφήνει ορισμένα παράθυρα προς αυτό το μυστήριο, χωρίς να μας επιτρέπει να κατασκευάσουμε έναν λεπτομερή «χάρτη» της μεταθανάτιας ζωής. Στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου, ο πλούσιος μετά τον θάνατό του θυμάται τους πέντε αδελφούς του και ενδιαφέρεται για την τύχη τους (Λουκ. 16,27-28). Υπάρχει λοιπόν μνήμη, συνείδηση και ενδιαφέρον. Στην Αποκάλυψη επίσης οι ψυχές των μαρτύρων παρουσιάζονται ενώπιον του Θεού να γνωρίζουν ότι η ιστορία ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί και να προσεύχονται.
Από αυτά μπορούμε να πούμε ότι ο θάνατος δεν καταστρέφει την προσωπικότητα, τη μνήμη και την αγάπη.
Δεν μπορούμε όμως να περάσουμε από αυτό στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι κάθε κεκοιμημένος βλέπει ανά πάσα στιγμή τι κάνουμε, τι λέμε, πού βρισκόμαστε ή τι σκεφτόμαστε.
Και εδώ βρίσκεται μια σημαντική διάκριση.
Άλλο κοινωνία και άλλο παρακολούθηση.
Η Εκκλησία πιστεύει στην κοινωνία των ζώντων και των κεκοιμημένων μέσα στον Χριστό. Γι’ αυτό προσεύχεται για τους νεκρούς. Γι’ αυτό τελεί μνημόσυνα. Γι’ αυτό προσφέρει τα ονόματά τους στην Αγία Πρόθεση και στη Θεία Λειτουργία. Γι’ αυτό ζητούμε και τις πρεσβείες των Αγίων.
Αν ο θάνατος έκοβε κάθε δεσμό, όλα αυτά θα ήταν ακατανόητα.
Ο δεσμός όμως δεν υπάρχει επειδή οι ψυχές περιφέρονται γύρω μας ή επειδή οι νεκροί απέκτησαν κάποια μυστηριώδη ικανότητα να παρακολουθούν τη ζωή μας. Υπάρχει επειδή όλοι συναντιόμαστε μέσα στον Χριστό.
Ιδιαίτερα για τους Αγίους, η Εκκλησία πιστεύει ότι πρεσβεύουν για εμάς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας Άγιος είναι από μόνος του πανταχού παρών ή παντογνώστης. Ό,τι γνωρίζει, το γνωρίζει μέσα στη χάρη και κατά την παραχώρηση του Θεού. Ο Θεός παραμένει πάντοτε η πηγή της γνώσεως και της κοινωνίας.
Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή και σε μια άλλη συνηθισμένη φράση: «Ο άνθρωπός σου έγινε άγγελος».
Όχι. Οι άνθρωποι δεν γίνονται άγγελοι όταν πεθαίνουν. Οι άγγελοι και οι άνθρωποι είναι διαφορετικά δημιουργήματα. Ο άνθρωπος παραμένει άνθρωπος και αναμένει την ανάσταση των νεκρών και την αποκατάσταση ολόκληρης της ανθρώπινης υπάρξεως, ψυχής και σώματος.
Χρειάζεται επίσης μεγάλη προσοχή στα «σημάδια».
«Έπεσε ένα αντικείμενο, άρα ήταν η μητέρα μου».
«Είδα ένα πουλί στο παράθυρο, άρα ήρθε ο πατέρας μου».
«Τον είδα στον ύπνο μου και μου είπε κάτι, άρα μου έστειλε μήνυμα».
Η Εκκλησία δεν μας καλεί να οικοδομούμε την πίστη μας πάνω σε τέτοιες ερμηνείες. Ένα όνειρο μπορεί να προέρχεται από τη μνήμη, τη θλίψη, την επιθυμία, τον φόβο ή τη βαθιά ψυχική ανάγκη να ξαναδούμε εκείνον που χάσαμε. Δεν χρειάζεται ούτε να το περιφρονούμε ούτε να το ανακηρύσσουμε αμέσως σε υπερφυσική αποκάλυψη.
Και κυρίως, η Εκκλησία απαγορεύει την προσπάθεια επικοινωνίας με τους νεκρούς μέσω μέντιουμ, πνευματισμού, επικλήσεων ή άλλων αποκρυφιστικών πρακτικών. Η αγάπη για έναν κεκοιμημένο δεν εκφράζεται προσπαθώντας να τον «καλέσουμε». Εκφράζεται με προσευχή.
Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο ερώτημα πίσω από το «με βλέπει;».
Πολλές φορές εκείνος που πενθεί δεν ζητά πραγματικά θεολογικές πληροφορίες.
Ρωτά κάτι πολύ πιο ανθρώπινο:
«Χάθηκε η σχέση μας;»
Και εδώ η Εκκλησία μπορεί να απαντήσει με πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα: Όχι. Η αγάπη δεν ακυρώνεται από τον τάφο.
Δεν γνωρίζουμε με ποιον ακριβώς τρόπο ένας συγκεκριμένος κεκοιμημένος αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν στη ζωή μας. Δεν μας έχει αποκαλυφθεί κάτι τέτοιο με τρόπο που να επιτρέπει απόλυτες διαβεβαιώσεις. Γνωρίζουμε όμως ότι βρίσκεται στα χέρια του ίδιου Θεού στα χέρια του οποίου βρισκόμαστε κι εμείς. Γι’ αυτό, αντί να βασανίζεσαι ρωτώντας «άραγε με βλέπει;», μπορείς να κάνεις κάτι πολύ ουσιαστικότερο.
Να προσευχηθείς.
«Κύριε, ανάπαυσον την ψυχή του δούλου Σου».
Να ανάψεις ένα κερί.
Να δώσεις το όνομά του για μνημόνευση.
Να κάνεις μια ελεημοσύνη στη μνήμη του.
Να συγχωρήσεις κάτι που ίσως έμεινε ανάμεσά σας.
Να πεις στον Θεό όσα δεν πρόλαβες να πεις στον άνθρωπό σου.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε αν οι νεκροί μάς κοιτούν από κάποιο «παράθυρο του ουρανού». Αυτή είναι μια όμορφη εικόνα, αλλά δεν είναι δόγμα της Εκκλησίας.
Η χριστιανική ελπίδα είναι πολύ μεγαλύτερη.
Δεν λέει απλώς: «Ο άνθρωπός σου σε βλέπει».
Λέει:
Ο άνθρωπός σου δεν έπαψε να υπάρχει.
Και ακόμη περισσότερο:
ο τάφος δεν θα έχει τον τελευταίο λόγο.
Γιατί η τελευταία λέξη του Χριστιανισμού δεν είναι «θάνατος».
Είναι Ανάσταση.
Και ίσως γι’ αυτό, μπροστά στον τάφο ενός ανθρώπου που αγαπήσαμε, η πιο σωστή φράση δεν είναι «αντίο».
Είναι εκείνη που η Εκκλησία ψιθυρίζει εδώ και αιώνες μέσα στην προσδοκία της Αναστάσεως:
Καλή αντάμωση.
Αρχιμ. Χριστόδουλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου