Ενθυμούμαι βέβαια τις πολύ καλές ημέρες, και τα παλιά εκείνα καλά χρόνια όταν κάναμε τις βραδινές ομιλίες, κατ’ αρχάς με την ανάλυση του Συμβόλου της Πίστεως, το οποίον τώρα θα μας βγει σε βιβλίο, πιστεύομε ότι μέσα στο Μάρτιο θα κυκλοφορήσει, εν συνεχεία με την ανάλυση της Θείας Λειτουργίας, μαζί με τις σχετικές εμπειρίες της, κατόπιν με την εκτεταμένη ή άλλοτε περιληπτική απόδοση της ερμηνείας στην Προς Ρωμαίους Επιστολή, κατόπιν τους μακαρισμούς όπως και άλλες περιστασιακές ομιλίες.
Θα ήθελα με όλη μου την καρδιά, και το πιστεύω, πρέπει να το πιστεύετε αυτό, ότι θα ήθελα να σας συγκεντρώνω κάθε Τετάρτη, όλο το χρόνο, θα το ήθελα, αλλά οι δυνάμεις μου οι σωματικές δεν επαρκούν, και αφετέρου η προετοιμασία είναι πολύ κουραστική. Παρά ταύτα όμως κατά περιόδους, πιστεύω ότι θα κάνουμε μια προσπάθεια να λέμε πέντε πράγματα.
Κάποτε σας είχα ομιλήσει για έναν πολύ δραστήριο ιερέα σε μια επαρχιακή πόλη, ο οποίος είχε πλούσια εξωτερική δράση, μεγάλη δράση. Και μάλιστα έλεγε ότι ποιος κληρικός άλλος δουλεύει σαν και μένα. Η δική μου δράσις έχει θαυμάσια αποτελέσματα. Έκτισα έναν μεγαλοπρεπέστατο ναό, δέκα παρεκκλήσια, τρείς αίθουσες, κόσμος από δω, κόσμος από κει, κηρύγματα, κύκλους, ομάδες, κατασκηνώσεις. Πόσα έργα έστω και πνευματικά περισσότερα από τα δικά μου, έλεγε, κάνουν αυτοί οι ξακουστοί ιεροκήρυκες, και είπε μερικά ονόματα, ο τάδε και ο τάδε, βέβαια εμείς θα πούμε μόνον δύο, αλλά γιατί έχουν κοιμηθεί αυτοί, τους ζώντας δεν μπορούμε να αναφέρουμε, ο πατήρ Αμφιλόχιος ο Μακρής και από τον πατέρα ακόμα Φιλόθεο τον Ζερβάκο, περισσότερη εργασία κάνω εγώ, και από τον τάδε και τον τάδε και άλλα.
Ένα βράδυ λοιπόν καθώς κοιμόταν, - πιστεύω να σας την έχω ξαναπεί αυτήν την ιστορία, δεν ξέρω βέβαια πόσο αναλυτικά ή περιληπτικά, όταν κάναμε τις σχετικές ομιλίες, τις βραδινές, αλλά την επαναλαμβάνω γιατί έχει τη θέση εδώ σήμερα. Ένα βράδυ λοιπόν όπως κοιμόταν, ξαφνικά ξύπνησε, τρόμαξε. Κάτι μέσα του τον είπε να σηκωθεί. Δεν τον φώναξε κανένας, αλλά από μια ακατανίκητη δύναμη σηκώθηκε. Συμβαίνει καμιά φορά αυτό. Σηκώθηκε λοιπόν, και σαν αυτόματο, ντύθηκε, έβαλε το καλημάφχι του, κοίταξε την ώρα, ήτανε δυόμισι περίπου μετά τα μεσάνυχτα. Βγήκε έξω σα ρομπότ. Σαν κάποιος να τον κατηύθυνε. Και πήγε προς τον Μητροπολιτικό ναό. Ερχόταν από την πίσω πλευρά του ναού. Έτσι κάνοντας κύκλο βρέθηκε μπροστά στον εξωνάρθηκα του ναού. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και ο ουρανός γεμάτος σύννεφα. Μάλλον θα έβρεχε. Εκείνη τη στιγμή μια αστραπή δυνατή φώτισε τον τόπο για να ακολουθήσει και μετά δυνατή βροντή. Στο δευτερόλεπτο που κράτησε η αστραπή, και που φώτισε όλον τον τόπο διάπλατα, είδε ο ιερεύς στον εξωνάρθηκα και μπροστά στην πόρτα του ναού, να στέκεται ένας άνθρωπος. Ταυτόχρονα τον είδε να κάνει το σημείο του Σταυρού, να ανοίγει την αμπαρωμένη πόρτα και να μπαίνει μέσα. Ο ιερεύς τον ακολούθησε αθόρυβα μέσα στον ναό, όπως ήταν επόμενον, και στάθηκε πίσω από μια κολώνα, - όλα αυτά γινόνταν ασυναίσθητα, παρακολουθώντας σιωπηλά τον άγνωστο αυτόν χριστιανό. Ο χριστιανός γονάτισε μπροστά στην εικόνα του Χριστού, εδώ στο ιερό τέμπλο, και άρχισε να προσεύχεται. Τα αναμμένα καντηλάκια μπροστά στις ιερές εικόνες, χάριζαν ένα γλυκύτατο ιλαρόν φως. Ξαφνικά από την εικόνα του Χριστού άρχισε να ξεχύνεται μια ολόλαμπρη και πάλλευκη φωτοχυσία. Που κατ’ αρχάς τύλιξε τον προσευχόμενο χριστιανό, ο οποίος υπερίπτατο του εδάφους, τον είδε δηλαδή να είναι στον αέρα, και στη συνέχεια απλώθηκε σ’ όλο το ναό. Ο θαυμασμός και το δέος που κατέλαβε τον ιερέα εκείνη τη στιγμή δεν περιγράφεται. Δεν μπορούσε βέβαια και ο ίδιος να το περιγράψει. Ύστερα από αρκετή ώρα, το γαληνόμορφο αυτό φως, άρχισε σιγά σιγά πολύ απαλά να χαμηλώνει, να σβήνει, να χάνεται. Σηκώθηκε ο χριστιανός, είπε «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς, Αμήν», και με το «Αμήν» ακούστηκε μια βροντή φοβερή. Αληθινή όμως βροντή. Άστραψε πάλι ο ουρανός και μαρτύρησε φαίνεται, έβαλε τη σφραγίδα ο ουρανός δηλαδή στην αλήθεια εκείνου του γεγονότος. Ποιανού γεγονότος; Της πνευματικής λατρείας αυτού του ανωνύμου χριστιανού.