Το να μιλά κανείς για τους Τρεις Ιεράρχες είναι εγχείρημα δύσκολο, καθότι οι τρεις αυτοί Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, παρόλο που μας κληροδότησαν ένα λόγο γεμάτο φως, ήσαν πρωτίστως άνθρωποι των έργων.
Το να μιλά κανείς για τους Τρεις Ιεράρχες είναι εγχείρημα δύσκολο, καθότι οι τρεις αυτοί Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, παρόλο που μας κληροδότησαν ένα λόγο γεμάτο φως, ήσαν πρωτίστως άνθρωποι των έργων.
«Ο Νεώτερος Ελληνισμός, ταυτίσας την εορτήν των γραμμάτων μετά της εορτής των Τριών Ιεραρχών, ων σήμερον επιτελούμεν την μνήμην, απέδειξεν οπόσον ευκρινή είχε την συνείδησιν του χαρακτήρος, δι’ ου ηθέλησε να περιβάλη την εθνικήν ημών παίδευσιν. Παιδεία και πίστις, πίστις και παιδεία υπήρξαν οι δύο πόλοι, περί ους έδει να περιστρέφηται η πνευματική και ηθική ημών διάπλασις».
Κατ’ αυτό τον τρόπο ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο ένθερμος υπέρμαχος της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού, το 1883 στον Πανηγυρικό της εορτής των Τριών Ιεραρχών, διατύπωνε ευθαρσώς ότι ο καθορισμός αυτής της εορτής ως εορτής των ελληνικών Γραμμάτων ήταν αποτέλεσμα συνειδητής απόφασης του νεότερου Ελληνισμού˙ ότι αποτελούσε αντιπελάργωση του ευγνώμονος Γένους προς την Εκκλησία. Η εορτή -σημειωτέον- είχε καθιερωθεί ήδη από το 1842, στα δε εκπαιδευτήρια της Σμύρνης ήταν καθιερωμένη από το 1819.
΄Οντως στα πρόσωπα των τριών Ιεραρχών και στην από του 11ου αι. καθιέρωση της εορτής τους στις 30 Ιανουαρίου το ευγνώμον έθνος διείδε τους κατ’ εξοχήν θεράποντες, διακόνους, που υπηρέτησαν και καλλιέργησαν την ελληνική παίδευση.
Σπούδασαν στα περιφημότερα παιδευτικά κέντρα της εποχής: Βηρυτό, Αλεξάνδρεια, Καισάρεια Καππαδοκίας και Παλαιστίνης, Αθήνα, Κωνσταντινούπολη, Αντιόχεια. ΄Ετυχαν παιδείας αμφιλαφούς, πλησίον σε σπουδαίους διδασκάλους: Ο Μ. Βασίλειος και ο Θεολόγος Γρηγόριος κοντά στους τότε θεραπεύοντες την φιλοσοφία στην Ακαδημία των Αθηνών. Ο Χρυσόστομος πλησίον στον διδάσκαλο της φιλοσοφίας Ανδραγάθιο και στον περίκλυτο σοφιστή, ρητοροδιδάσκαλο, της Αντιόχειας Λιβάνιο, ο οποίος θεωρούσε εξαίρετο μαθητή τον Χρυσόστομο και ευχαρίστως θα τον άφηνε διάδοχο στην σχολή, αν δεν τον είχαν «συλήσει» οι Χριστιανοί. Με τον Λιβάνιο, καίτοι θεωρητικό του παγανισμού, τηρούσε άλληλογραφία ο Μ. Βασίλειος και του έστελνε μάλιστα μαθητές. Σε αυτές τις επιστολές περιέχεται και η –μετέπειτα παροιμιώδης- φράση του Μ. Βασιλείου: «Ιδού σοι και έτερος ήκει Καππαδόκης» (PG 32, 1081B).
Τα κείμενά τους, τα οποία κατέχουν εξέχουσα θέση στην παγκόσμια βιβλιογραφία, καθιστάμενα μνημεία του οικουμενικού πολιτισμού, διακρίνονται για την ακρίβεια του λόγου, την σαφήνεια, την καλλιέπεια, την γλαφυρότητα. Αποτελούν πλούσια μεταλλεία όχι μόνο για τους μεταγενεστέρους θεολόγους, αλλά και για όλους όσοι καλλιεργούν τον έλληνα λόγο. Το σμιλευμένο ύφος του λόγου τους, η άνετη δημιουργία φράσεων προσδίδουν στα έργα τους μοναδικότητα˙ τόσο μεγάλη, ώστε ειδικά για τον Χρυσόστομο ο Wilamovitz να πει ότι οι εθνικοί συγγραφείς της εποχής του, συγκρινόμενοι με τον άγιο Πατέρα, φαίνονται ως βάρβαροι κακοτέχνες (Π. Χρήστου, Πατρολογία, σ. 247). Η πειθώ στον λόγο τους συναρτάται με την υιοθέτηση και την επιμελή καλλιέργεια των τεχνικών της ελληνικής ρητορικής.
΄Οντως τα έργα τους «όζουν ελλυχνίων», όπως έλεγαν οι αρχαίοι για τους λόγους του Δημοσθένη. ΄Οντως ο έλλην λόγος βρήκε στους τρεις Πατέρες την πλήρη έκφρασή του. Βέβαια να τονισθεί εδώ ότι η τελειότητα της γλώσσας τους δεν είναι αποτέλεσμα σκοπιμότητας και λεξιθηρίας, αλλ’ απλώς καρπός της υψηλής παιδείας τους. «Δεν θηρεύουν την γλωσσική τελειότητα για προσωπική καταξίωση» (π. Γ. Μεταλληνός). Αποφεύγουν τον εντυπωσιασμό. Ο λόγος τους περνά αβίαστα και άμεσα στις καρδιές των ακροατών τους και σήμερα στους αναγνώστες τους. Η «δύναμις των ρημάτων» είναι αυτή που τους καθιστά μοναδικούς.
Ο έλλην λόγος στους Πατέρες καθίσταται λόγος διακονικός και ποιμαντικός. Δίνεται βαρύτητα στο μήνυμα της αλήθειας και όχι στο ένδυμά τoυ. Η παιδεία και η γλώσσα καθίστανται για τους Πατέρες τα μέσα, με τα οποία ο άνθρωπος φθάνει στον σκοπό που είναι η αλήθεια
«Ούκουν ατιμαστέον την παίδευσιν, ότι τούτο δοκεί τισι», θα πει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος στον επιτάφιο του Μ. Βασιλείου, αποστομώνοντας τους υπεράγαν ορθοδόξους (PG 36, 509A). Η παιδεία που έτυχε, αυτή του δίνει την παρρησία, με ρητορική έξαρση, να γράψει τους Στηλιτευτικούς λόγους στον Ιουλιανό, διότι απέκλειε τους Χριστιανούς από τα κλασικά γράμματα, και να πει στον Σταγείριο: «Αττικός συ την παίδευσιν; Αττικοί και ημείς» (PG 37, 308B).
Ο δε Χρυσόστομος, τηρώντας μία μέση οδό έναντι της φιλοσοφίας και όχι αρνούμενος αυτήν εξ ολοκλήρου –όπως κακώς υποστηρίζουν τινές- διερωτάται για την θύραθεν παιδεία: «Τι ουν; Κατασκάψομεν τα διδασκαλεία, φησίν; Ου τούτο λέγω, αλλ’ όπως μη την της αρετής καθέλωμεν οικοδομήν και ζώσαν κατορύξωμεν την ψυχήν» (PG 47, 367).
"Όλες οι προσευχές μας πιάνουν τόπο, ακόμα κι αυτές που τις κάνουμε περπατώντας στον δρόμο...
Μπαίνουμε ήδη σε μια εποχή που ο κόσμος θα ανανήψει, γιατί τα μεγάλα βάσανα θα φέρουν μια αναστάτωση ιδεολογική και θα φανεί η γελοιότητα όλων των ιδεολογιών. Δεν είναι ο κορονοιος ο μεγάλος πειρασμός, αλλά η ψυχοπάθεια που εκφράζεται γενικότερα με την κατάθλιψη που έχει πλακώσει τον κόσμο.
– Γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία δὲν προετοιμάζεται κανεὶς ἀλλάζοντας τὰ ροῦχα καὶ πλένοντας τὰ δόντια. Τὸ κυριώτερο εἶναι νὰ ἐξετάση τὸν ἑαυτό του· νὰ δῆ: Αἰσθάνεται τὴν Θεία Κοινωνία ὡς ἀνάγκη; Εἶναι τακτοποιημένος; Μήπως ὑπάρχει κάτι ποὺ τὸν ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία καὶ δὲν τὸ ἔχει ἐξομολογηθῆ;
– Γέροντα, πολλὲς φορές, ὅταν ὁ ἱερέας λέη: «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε», νιώθω ὅτι δὲν εἶμαι ἕτοιμη νὰ κοινωνήσω.
– Στὰ νοσοκομεῖα, μιὰ ὁρισμένη ὥρα, περνοῦν οἱ γιατροί, καὶ οἱ νοσοκόμοι φωνάζουν: «Νοσηλεία!». Τότε ὅλοι οἱ ἐπισκέπτες βγαίνουν ἀπὸ τοὺς θαλάμους καὶ οἱ ἄρρωστοι πηγαίνουν στὰ κρεββάτια τους καὶ περιμένουν τὸν γιατρό, γιὰ νὰ τὸν ἐνημερώσουν γιὰ τὴν κατάστασή τους καὶ νὰ τοὺς δώση τὴν ἀνάλογη θεραπεία. Ἔτσι κι ἐσύ, ὅταν ὁ ἱερέας λέη: «Μετὰ φόβου Θεοῦ», νὰ σκέφτεσαι ὅτι γίνεται νοσηλεία καὶ νὰ προσέρχεσαι στὴν Θεία Κοινωνία μὲ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός σου, ζητώντας ταπεινὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
162 Ἀκολουθία πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας. Συνήθως διαβάζεται στὸν ναὸ κατὰ τὸν Ὄρθρο.
163 Ὁ Μέγας Κανὼν εἶναι ποίημα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης. Ψάλλεται τμηματικὰ τὶς τέσσερις πρῶτες ἡμέρες τῆς Α΄ Ἑβδομάδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς στὸ Μέγα Ἀπόδειπνο καὶ ὁλόκληρος τὴν Ε΄ Ἑβδομάδα στὸ Μέγα Ἀπόδειπνο τῆς Τετάρτης ἢ στὸν Ὄρθρο τῆς Πέμπτης.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ «Περί Προσευχής»

Ο Σεβ. Μεσογαίας προσκεκλημένος εις Ιερατικήν Σύναξιν του Σεβ. Νεαπόλεως της 24ης Ιανουαρίου 2021 διά το εμβόλιον του κορωνοϊού εδήλωσε ότι εγνώριζε αυτός και η επιτροπή βιοηθικής της Εκκλησίας ήδη από τον Μάρτιον 2020 περί των εμβολίων.
Ωστόσο, μας προκαλεί ιδιαιτέραν έκπληξιν ότι δεν εγνώριζε τίποτε περί εμβρυϊκών κυττάρων εις τα εμβόλια πριν το αναφέρει ο Σεβ. Κυθήρων, χαρακτηρίζει την έκτρωσιν “διακοπήν κυήσεως” και καταλήγει ότι δεν τίθεται ηθικόν ζήτημα επειδή πρόκειται ήδη διά “νεκρωμένα έμβρυα” που δεν οδηγήθησαν εις την έκτρωσιν διά το εμβόλιον!
Απομαγνητοφώνηση Ορθόδοξος Τύπος:
«Τα Χριστούγεννα εμφανίστηκε αυτή η από άμβωνος παρέμβαση του Μητροπολίτου Κυθήρων σχετικά με τα εμβόλια και τα έμβρυα, κατά πόσο υπάρχουν παράγωγα των εμβρύων στα εμβόλια, κατά πόσον αυτό αν το δεχτούμε κατά κάποιον τρόπο καταδεικνύει ότι εμείς υποχωρούμε στο θέμα της εκκλησιαστικής γενικώς τοποθέτησης εναντίον της διακοπής της κυήσεως, υπέρ του σεβασμού της ζωής και γενικά της επιφυλακτικής στάσης που κρατάνε γενικότερα οι Εκκλησίες και η δική μας Εκκλησία ασφαλώς στις αμβλώσεις.
Εκεί κάναμε πάλι μια πολύ βιαστική μελέτη γιατί δεν είχαμε πολλά περιθώρια χρόνου δεδομένου ότι συνήρχετο σε λίγες μέρες η Ιερά Σύνοδος και έπρεπε να υποβάλλουμε ένα ακόμη υπόμνημα και καταθέσαμε ό,τι ξέραμε. Μπήκαμε στα κείμενα του Βατικανού, στα διάφορα άλλα τα οποία και κυκλοφόρησαν και ευρύτερα και η δική μας άποψη είναι ότι και αυτό το θέμα δεν είναι ένα θέμα που θα έπρεπε να απασχολήσει ιδιαίτερα τη Σύνοδο δεδομένου μάλιστα όπως και τελικώς βγήκε στην απόφασή της και όπως ακούσατε και σήμερα τουλάχιστον στα δύο εν χρήσει εμβόλια για τη δική μας χώρα της Pfizer και της Moderna δεν υπάρχουν τέτοια παράγωγα καν κυτταρικών σειρών αφού βέβαια αναλύσαμε το όλο θέμα. Και επίσης κάνοντας την διευκρίνιση ότι δεν σκοτώνονται έμβρυα. Είναι αρχικά κύττταρα, ήτανε κύτταρα από εμβρυϊκό ιστό ήδη νεκρωμένων εμβρύων. Τα οποία δεν προσκρούουν σε κάποιο ηθικό εμπόδιο, γιατί δεν υπάρχει η σκοπιμότητα που οδηγεί στην έκτρωση αλλά είναι εντελώς ανεξάρτητο γεγονός το ένα από το άλλο. Και επίσης όπως ανέφερε και ο κ. Καθηγητής ήδη πλέον υπάρχουν τα βλαστοκύτταρα από άλλες πηγές και δεν χρειάζονται πλέον όλα αυτά. Εν πάση περιπτώσει είπαμε και σ’ αυτό ότι θα έπρεπε η Εκκλησία να μην μπει σε ένα τέτοιο διάλογο σχολαστικού υποβάθρου, ο οποίος είναι αρκετά έωλος και καταθέσαμε έτσι την πρότασή μας»

