Η χρήση χαρακτηρισμών που απαξιώνουν συλλήβδην όσους διατυπώνουν διαφορετική άποψη δεν συμβάλλει στην ενημέρωση ούτε ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στα μέσα ενημέρωσης.
Από Βίκυ Μπαϊρακτάρη
Ο χαρακτηρισμός «αρνητές ταυτοτήτων», που χρησιμοποιείται από ορισμένα μέσα ενημέρωσης για πολίτες οι οποίοι αντιδρούν στις νέες ψηφιακές ταυτότητες ή επιλέγουν να εκδώσουν διαβατήριο, αποτελεί μια γενίκευση που δυσκολεύει τον ουσιαστικό δημόσιο διάλογο.
Η χρήση αντίστοιχων χαρακτηρισμών δεν είναι καινούργια. Κατά την περίοδο της πανδημίας επικράτησε ο όρος «αρνητές εμβολίων», ο οποίος συχνά χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει ένα ιδιαίτερα ετερογενές σύνολο πολιτών, ανεξάρτητα από τα πραγματικά επιχειρήματα ή τις επιφυλάξεις τους. Αντί να διευκολύνει την κατανόηση των διαφορετικών απόψεων, η ταμπελοποίηση συνέβαλε στην περαιτέρω πόλωση της κοινωνίας.
Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και σήμερα. Ο όρος «αρνητές ταυτοτήτων» δημιουργεί την εντύπωση ότι όσοι εκφράζουν αντιρρήσεις απορρίπτουν την έννοια της κρατικής ταυτοποίησης. Ωστόσο, οι περισσότεροι από όσους διαφωνούν δεν αμφισβητούν την ανάγκη ύπαρξης δελτίου ταυτότητας. Αντιθέτως, οι ενστάσεις τους επικεντρώνονται στις δυνατότητες που συνοδεύουν τις νέες ψηφιακές ταυτότητες, όπως η διαχείριση προσωπικών δεδομένων, η προστασία της ιδιωτικότητας, η έκταση της κρατικής επιτήρησης και η ενδεχόμενη διασύνδεσή τους με άλλες δημόσιες υπηρεσίες.
Η διαφωνία, επομένως, αφορά τον χαρακτήρα και τις λειτουργίες του νέου συστήματος και όχι την ύπαρξη ταυτότητας ως επίσημου εγγράφου.
Παράλληλα, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι αρκετοί πολίτες επιλέγουν να εκδώσουν διαβατήριο ως εναλλακτικό ταξιδιωτικό έγγραφο. Η επιλογή αυτή αποτελεί νόμιμο δικαίωμά τους και δεν συνιστά, από μόνη της, ένδειξη ακραίας ή αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Η δημόσια συζήτηση θα ήταν περισσότερο παραγωγική εάν επικεντρωνόταν στα αίτια αυτής της επιλογής και όχι στην απαξίωση όσων την κάνουν.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ο προβληματισμός γύρω από τις ψηφιακές ταυτότητες δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες διεξάγεται έντονη πολιτική και κοινωνική συζήτηση σχετικά με τα όρια της ψηφιακής διακυβέρνησης, την προστασία των προσωπικών δεδομένων και τις εγγυήσεις που πρέπει να συνοδεύουν κάθε νέο σύστημα ταυτοποίησης. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις αποδεικνύουν ότι το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με απλουστευτικούς χαρακτηρισμούς.
Συχνά διατυπώνεται και το επιχείρημα ότι «έτσι κι αλλιώς όλοι παρακολουθούνται μέσω των κινητών τηλεφώνων και του διαδικτύου». Ωστόσο, οι επικριτές αυτής της άποψης υποστηρίζουν ότι υπάρχει ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στη συλλογή δεδομένων από ιδιωτικές εταιρείες και στις αρμοδιότητες που ασκεί το κράτος. Το κράτος διαθέτει θεσμικές εξουσίες που επηρεάζουν άμεσα την άσκηση δικαιωμάτων, την πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες, τη φορολογία, την κοινωνική ασφάλιση και άλλες κρίσιμες πτυχές της καθημερινότητας. Για τον λόγο αυτό θεωρούν ότι κάθε επέκταση των κρατικών δυνατοτήτων επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων πρέπει να συνοδεύεται από αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας, λογοδοσίας και προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων.
Η δημοσιογραφία οφείλει να ενημερώνει, να ελέγχει την εξουσία και να παρουσιάζει τα γεγονότα με ακρίβεια. Η χρήση χαρακτηρισμών που απαξιώνουν συλλήβδην όσους διατυπώνουν διαφορετική άποψη δεν συμβάλλει στην ενημέρωση ούτε ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στα μέσα ενημέρωσης. Αντίθετα, τροφοδοτεί την πόλωση και απομακρύνει τη δημόσια συζήτηση από την ουσία του ζητήματος.
πηγή:
https://www.halkidikipost.gr/2026/08/arnites-taftotiton-mia-provlimatiki-tabela-ston-dimosio-dialogo
https://www.halkidikipost.gr/2026/08/arnites-taftotiton-mia-provlimatiki-tabela-ston-dimosio-dialogo
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου