Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Τους ανείπωτους στεναγμούς μας, ακόμα και… τους άηχους, ο Θεός τους ακούει και τους συγκεντρώνει στα θησαυροφυλάκιά Του


πατήρ Ραφαήλ Νόικα

Μερικές φορές, λέει ο Άγιος Παύλος, υπάρχει μια προσευχή στην οποία δεν ξέρουμε τι να ζητήσουμε ή για τι να προσευχηθούμε, και το Πνεύμα του Θεού μας βοηθά με ανείπωτους στεναγμούς. Στεναγμούς που ούτε εμείς οι ίδιοι ξέρουμε γιατί τους έχουμε: κάτι πονάει, κάτι χρειαζόμαστε… Ο Δημιουργός μας ξέρει τι θέλουμε!
Και τους ανείπωτους στεναγμούς μας, ακόμα και… τους άηχους στεναγμούς μας, ο Θεός τους ακούει και τους συγκεντρώνει στα θησαυροφυλάκιά Του.

***
Ο Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης …Έλεγε ότι ο Θεός δεν θα αφήσει απλήρωτο, οποιονδήποτε πόνο που ταλαιπωρεί τον άνθρωπο. Δηλαδή όλα τα μετράει, και το αχ και το βαχ…. Κι ένα δόντι να πονέσει, ο Θεός τον μετράει τον πόνο. Ο κύριος που είχε κάνει έξι μήνες στο νοσοκομείο, λέει στο Γέροντα: « Καλά εγώ, έξι μήνες κάθισα μέσα στο νοσοκομείο. Τί θα γίνει με μένα; Κι ο Γέροντας του λέει χαριτολογώντας: «Δε χαίρεσαι ευλογημένε; Άλλοι ψάχνουν να ξεκουρασθούν μία μέρα κι εσύ που κάθησες έξι μήνες μιλάς; Να δοξάζεις το Θεό.»
[106. Λεμονής Ευθύμιος, πρώην Σερδάρης Αγίου Όρους, Θεσσαλονίκη, Μαρτυρίες Προσκυνητών. Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης 1924-1994 (Τόμος Α), σελ. 323]

Πολλές φορές, όταν προσεύχομαι στο κελλί μου, το Άγιο Πνεύμα με μεταφέρει σε νοσοκομεία, σε σπίτια πονεμένων. 
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Το 1982, είχε πάει στον π. Παΐσιο ένας σύγχρονος νέος, γεμάτος ανησυχίες, μπλεγμένος με πολλά δύσκολα πράγματα, απογοητευμένος από τη ζωή και το περιβάλλον του, φορώντας βρόμικα ρούχα κι έχοντας μακριά μαλλιά.

Η όλη του εμφάνιση και συμπεριφορά μαρτυρούσαν την ανησυχία και την ακαταστασία του. Συζήτησε με το Γέροντα αρκετά και ύστερα έφυγε.

Μετά από τρεις μήνες ξαναπήγε στο Άγιον Όρος και διηγήθηκε τα ακόλουθα σε κάποιο ιερομόναχο, γνωστό του π. Παϊσίου:

«Στην Αθήνα, είχα κάτι αποτυχίες και μ’ έπιασε μελαγχολία και κατάθλιψη. Μου μπήκε η έμμονη ιδέα να πάω να αυτοκτονήσω μια και πίστευα ότι στον κόσμο δεν υπάρχει αγάπη και κανένας δεν με αγαπάει.

Πίστευα ότι η ζωή δεν έχει ενδιαφέρον, γι’ αυτό είχα πάρει την απόφαση να σκοτωθώ και να τελειώσω τη ζωή μου. Βγήκα από την Αθήνα, και προχωρούσα προς το μέρος που σχεδίαζα να προβώ στη φοβερή αυτή πράξη.

Σε κάποια στιγμή άρχισα να τρέχω έχοντας μεγάλη ταραχή στην ψυχή μου. Ξαφνικά ακινητοποιήθηκα και βλέπω μπροστά μου τον π. Παΐσιο να μου λέει:

– Σταμάτα, μην κάνεις αυτό το πράγμα.

Μόλις είδα τη μορφή του Γέροντα είπα μέσα μου ότι αυτός ο άνθρωπος με αγαπάει πραγματικά».

Ο ιερομόναχος που άκουσε το περιστατικό από το νέο, ρώτησε μετά τον π. Παΐσιο αν ήταν αληθινό αυτό που άκουσε.

Ο Γέροντας του είπε:

– Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι πολλές φορές, όταν προσεύχομαι στο κελλί μου, το Άγιο Πνεύμα με μεταφέρει σε νοσοκομεία, σε σπίτια πονεμένων, σε ανθρώπους που κινδυνεύουν ή θέλουν ν’ αυτοκτονήσουν κλπ. Εγώ βέβαια δεν κάνω τίποτα, παρά προσεύχομαι και ανάβω κεριά.

Από το βιβλίο του Πρεσβυτέρου Διονυσίου Δ. Τάτση, ο «Γέροντας Παΐσιος, Βιογραφικά στοιχεία, Διδαχές, Επιστολές, Περιστατικά, Κείμενα».

***

Το θαύμα αυτό του Γέροντος Παϊσίου έγινε στον αξιωματικόν της Αστυνομίας κ Άγγελον Χοροζίδην, στην Θεσσαλονίκη, και το διηγείται ο ίδιος : «Στις 8 Ιουνίου του 1986, εκτελώντας υπηρεσία ασφαλείας, κοντά στο κεντρικό νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, τραυματίστηκα με βόμβα «μολότωφ». Έπαθα βαρύτατα τραύματα.

Στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκα, με άφησαν, θεωρώντας ότι ο θάνατος ερχόταν σύντομα. Παρέμενα στη ζωή έχοντας χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον. Ο παππούλης, από την πρώτη στιγμή που έλαβε γνώση, είπε : «Θα υποφέρει πολύ, αλλά θα ζήσει».

Μετά από λίγες μέρες ανέκτησα κάποια επαφή. Κάποια ημέρα όμως, αισθάνθηκα να πεθαίνω και είπα στην νοσοκόμα: «Αδελφή, πεθαίνω, πεθαίνω». Άρχισα τότε να ανεβαίνω προς τα πάνω, να βγαίνω από την γη, να κινούμαι ανάμεσα σε αστέρια και στην συνέχεια σε γαλαξίες. Αυτήν την ερμηνεία έδινα εκείνη την στιγμή.

Ανέβαινα, ανέβαινα και μπροστά μου πήγαινε ένα φως, κάτι σαν αναμμένη λαμπάδα. Ξαφνικά, το ταξίδι σταμάτησε. Άρχισε αντίστροφη κίνηση και προσγείωση. Βρέθηκα στο νοσοκομείο με τραχειοτομή και γύρω μου γιατροί, να με κοιτάζουν.

Πέντε μήνες μετά, συνάντησα τον παππούλη στην Σουρωτή. Με αγκάλιασε, με φίλησε και άρχισα να του διηγούμαι πώς πέθανα. Με διέκοψε λέγοντας: “Βρέ ευλογημένε, μαζί πήγαμε στην άλλη ζωή και γυρίσαμε. Δεν με έβλεπες ;”. Τότε κατάλαβα τί ήταν το φως, που έβλεπα».

ΣΩΤΗΡΧΟΣ Μ.Π., ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ, εκδ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΑΘΗΝΑ 2009, σ. 78.

πηγή: https://romioitispolis.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου