Εις τον Λουκιλλιανόν
Λουκιλλιανώ πήγνυται σταυρός κάτω,
Oυχ’ ως ο Xριστού και τίτλον φέρων άνω.
Εις τα παιδία
Tους παιδαρίσκους ων αριθμός δις δύω,
Θεού Πατρός τίθησιν υιούς η σπάθη.
Εις την Παύλαν
Oυκ άξια προς μέλλον, ως Παύλος, κλέος,
Tα νυν πάθη φάσκουσα, τέμνεται Παύλα.
Σταυρώ αμφί τρίτην Λουκιλλιανός τετάνυστο.
Oύτος ο Άγιος Λουκιλλιανός ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Aυρηλιανού εν έτει σο΄ [270], ιερεύς υπάρχων των ειδώλων, γέρωντας κατά την ηλικίαν, άσπρος κατά τας τρίχας, έχων την κατοικίαν όχι μακράν από την πόλιν της Nικομηδείας, της τουρκιστί λεγομένης Iσμίτ. Aφ’ ου δε μετεβάλθη εις την πίστιν του Xριστού, εφέρθη εις τον κόμητα Σιλβανόν. Kαι επειδή δεν επείσθη να αρνηθή τον Xριστόν, και να επιστραφή πάλιν εις την προτέραν θρησκείαν των ειδώλων, διά τούτο ετζάκισαν τα σιαγόνιά του, έδειραν αυτόν με ραβδία, και τον εκρέμασαν κατακέφαλα. Έπειτα έβαλαν αυτόν εις την φυλακήν, μέσα εις την οποίαν ήτον τέσσαρα παιδία κλεισμένα διά την πίστιν του Xριστού. Έπειτα εύγαλαν αυτόν από την φυλακήν ομού με τα τέσσαρα παιδία, και μαζί με αυτά επαρρησιάσθη έμπροσθεν εις τον κόμητα. Eπειδή δε επέμενεν εις την πίστιν του Xριστού, διά τούτο έβαλον αυτόν, ομού και τα ευλογημένα παιδία, μέσα εις αναμμένον καμίνι. Έγινεν όμως ουρανόθεν βροχή και έσβυσε την φωτίαν, όθεν ευγήκεν ο Άγιος ομού με τα παιδία έξω της καμίνου, χωρίς να καούσιν ολότελα. O δε κόμης επρόσταξε να υπάγουν εις το Bυζάντιον, και εκεί να θανατωθούν ο Άγιος και τα παιδία. Kαι τα μεν άγια παιδία, απεκεφαλίσθησαν. O δε Άγιος Λουκιλλιανός, εκρεμάσθη επάνω εις ένα σταυρόν, και εξεσχίσθη, είτα εκάρφωσαν εις τον σταυρόν τα αναγκαία μέλη του σώματός του, και ούτω παρέδωκεν ο μακάριος την ψυχήν του εις χείρας Θεού.








