Γερο–Θεοφύλακτος ο Αγιορείτης
![]()
Ο Γερο–Θεοφύλακτος από το Ιβηρίτικο Κελί του Αγίου Νικολάου (το λεγόμενο το «Κελί των Τυπογράφων»), διηγήθηκε κάποτε με δάκρυα τα εξής:
"Κατά τα χρόνια της Γερμανικής κατοχής μάς συνέλαβαν οι Γερμανοί με τον κατά σάρκα αδελφό μου, τον παπα–Παντελεήμονα, και μας πήγαν στο Νταχάου. Μια νύχτα, μας έβγαλαν έξω για να μας εκτελέσουν. Ήταν χειμώνας και μας ξέντυσαν. Περιμέναμε την σειρά μας. Ελπίδα σωτηρίας, δεν είχαμε".
"Τότε θυμήθηκα τους Αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες και του λέω: “Μωρέ, Παντελεήμων! Ποιο είναι το απολυτίκιο των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων; Το ξέρεις;”.
“Τας αλγηδόνας των αγίων,
ας υπέρ Σου έπαθον,
δυσωπήθητι, Κύριε·
και πάσας ημών τας οδύνας
ίασαι, φιλάνθρωπε, δεόμεθα”".
»Αμέσως τότε, μια ζέστη απλώθηκε γύρω από ’μας τους δύο και δεν καταλαβαίναμε το κρύο. Ήταν η παρουσία των Αγίων, που και αυτοί υπέφεραν από το ψύχος.«
»Η νύχτα πέρασε έτσι και, το πρωί, ενώ περιμέναμε τον θάνατο, ήρθε διαταγή εμάς τους δύο καλογήρους να μη μας εκτελέσουν. Κανείς δεν γλύτωσε από όσους πήγαν εκεί, παρά μόνο εμείς. Γι’ αυτό έγραψαν και τα ονόματά μας σε μια πινακίδα και την τοποθέτησαν εκεί στο Στρατόπεδο εκτελέσεως».
(1) «Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο Παράδεισος!», έλεγαν μ’ ένα στόμα και με μια καρδιά οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες στα παγωμένα νερά της λίμνης της Σεβαστείας.
Από το βιβλίο «Από την ασκητική και ησυχαστική αγιορείτικη παράδοση», 2ο μέρος, σελ.344
Ενθάρρυναν ο ένας τον άλλο, λέγοντας: «Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος. Λίγο ας υπομείνουμε και σε μια νύχτα θα κερδίσουμε ολόκληρη την αιωνιότητα».
***
«Δεν μπορούσα να αντέξω την παγωνιά και τότε θυμήθηκα τους Σαράντα Μάρτυρες της Σεβάστεια...»
π. Ιωσήφ (Τσέρνοφ, 1893–1975), επίσκοπος Άλμα-Ατά και Καζακστάν
![]()
Στο Ταγκανρόγκ, στo δωμάτιo του αρχιεπισκόπου κρεμόταν μια εικόνα των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, που μαρτύρησαν στη λίμνη της Σεβάστειας.
Διηγείται ο ίδιος ο π. Ιωσήφ (Τσέρνοφ, 1893–1975), επίσκοπος Άλμα-Ατά και Καζακστάν:
Όταν ήμουν ακόμα νεαρός ιεροδιάκονος στο κελλί του Βλαντίκα Αρσενίου, περνούσα συχνά από αυτήν την εικόνα, αλλά δεν έδινα την πρέπουσα τιμή σε αυτούς τους Σαράντα μάρτυρες. Ακόμη αμφέβαλλα και λίγο για την ύπαρξή τους – ίσως υπήρχαν τέτοιοι μάρτυρες, ίσως όχι…
Λοιπόν, τον χειμώνα του 1943, ήμουν φυλακισμένος σε μια φυλακή της Γκεστάπο στην [κεντρική ουκρανική πόλη] Ουμάν, όπου δεν υπήρχαν τζάμια στα παράθυρα, και έξω έκανε τσουχτερό κρύο. Ήμουν σχεδόν χωρίς ρούχα, φορώντας μόνο ένα ράσο. Τότε, σε εκείνο το πέτρινο κουτί, παρακαλούσα να πεθάνω: «Κύριε, ας πεθάνω!» Ήμουν απελπισμένος, δεν είχα τη δύναμη να αντέξω την παγωνιά. Τότε θυμήθηκα τους Σαράντα Μάρτυρες της Σεβάστειας και άρχισα να προσεύχομαι σε αυτούς, ζητώντας συγχώρεση που δεν τους απέδωσα την πρέπουσα τιμή, που δεν είχα κατανοήσει το μαρτύριό τους. Προσευχόμουν θερμά, με πάθος, και σύντομα η απελπισία έφυγε από την ψυχή μου, μιά ζεστασία θέρμανε το σώμα μου, και ένιωσα εντελώς ζεστός. Αφού έφυγε το κρύο και η απελπισία, η πόρτα του κελιού της φυλακής άνοιξε και μου δόθηκε ένα πακέτο – τα Τίμια Δώρα, ψωμί και ζεστά ρούχα.
Οι σοβιετικές δυνάμεις προχωρούσαν προς την πόλη και οι Γερμανοί άρχισαν να πυροβολούν τους κρατούμενους. Πήρα τα Τίμια Δώρα στην παλάμη μου και προσευχήθηκα μπροστά τους όλη τη νύχτα. Οι πιστοί του Ουμάν μάζεψαν τον χρυσό τους και εξαγόρασαν τον βοηθό του δεσμοφύλακα. Έδωσε τον λόγο του να με κρατήσει ζωντανό. Και πράγματι, ενώ οι Γερμανοί είτε έπαιρναν μαζί τους τους κρατούμενους είτε τους πυροβολούσαν, εγώ παρέμεινα ζωντανός.
Όταν έφτασαν οι σοβιετικές δυνάμεις, ο Βλαντίκα Ιωσήφ φυλακίστηκε ξανά, αυτή τη φορά από τις σοβιετικές αρχές. Τους φαινόταν πολύ ύποπτο που μπόρεσε να επιβιώσει από μια τέτοια φυλακή της Γκεστάπο. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.
Από το βιβλίο «Το φως της χαράς σε έναν κόσμο θλίψης: Μητροπολίτης Άλμα-Άτα και Καζακστάν Ιωσήφ» της Β. Κορόλεβα (Μόσχα: Παλόμνικ, 2004).
πηγή: https://romioitispolis.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου