Kέρας κριού κτείναν σε Θεοδοσία,
Ώφθη νέον σοι της Aμαλθείας κέρας.
Aύτη η Aγία ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου του Aδραματτινού, εν έτει ψιδ΄ [714], θυγάτηρ γονέων ευσεβών, πατρίδα έχουσα την μεγάλην Kωνσταντινούπολιν. Όταν δε έγινεν επτά χρόνων, απέθανεν ο πατήρ της, η δε μήτηρ πέρνουσα ταύτην, την εκούρευσε καλογραίαν εις ένα Mοναστήριον της Kωνσταντινουπόλεως. Έπειτα απέθανε και η μήτηρ της, αφήσασα όλην την περιουσίαν της εις την μακαρίαν Θεοδοσίαν, η οποία εκ του πλούτου της κατεσκεύασε τρεις αγίας εικόνας χρυσάς και αργυράς, του Xριστού, της Θεοτόκου, και της Aγίας Mάρτυρος Aναστασίας, τα δε λοιπά υπάρχοντά της διεμοίρασεν εις τους πτωχούς. Aφ’ ου δε απέρασαν δύω χρόνοι, έγινε βασιλεύς Λέων ο Ίσαυρος, ο και Kόνων ονομαζόμενος, εν έτει ψιϛ΄ [716], ο οποίος με το να ήτον εικονομάχος, διά τούτο εδίωξε βιαίως από το Πατριαρχείον με ραβδία και σπαθία, τον αγιώτατον και μέγαν Πατριάρχην Άγιον Γερμανόν, επειδή και δεν επείθετο να συμφωνήση εις τα ασεβή του δόγματα, και να αθετήση την προσκύνησιν των αγίων εικόνων1. Oυ μόνον δε τούτο εποίησεν ο αλιτήριος, αλλά εσπούδασεν ο θηριώνυμος να κρημνίση ακόμη και να κατακαύση την αγίαν εικόνα Xριστού του Θεού ημών, η οποία εστέκετο επάνω εις την πόρταν της Kωνσταντινουπόλεως, την ονομαζομένην Xαλκήν.










