ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ
Κατά Ιωάννην, κεφάλαιο Α΄, εδάφια 35-52
«Τῇ ἐπαύριον πάλιν εἱστήκει ὁ ᾿Ιωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο, καὶ ἐμβλέψας τῷ ᾿Ιησοῦ περιπατοῦντι λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο μαθηταὶ λαλοῦντος, καὶ ἠκολούθησαν τῷ ᾿Ιησοῦ (:Την άλλη μέρα ο Ιωάννης στεκόταν πάλι στο συνηθισμένο μέρος που κήρυττε, και μαζί του ήταν και δύο από τους μαθητές του. Και αφού παρατήρησε με ευλάβεια τον Ιησού, που την στιγμή εκείνη περπατούσε, είπε: «Αυτός είναι το Αρνίο που παρέδωσε ο Θεός Πατέρας Του να θυσιασθεί για χάρη μας». Οι δύο μαθητές τον άκουσαν να το λέει αυτό και ακολούθησαν τον Ιησού)»[Ιω. 1, 35-37].
Η ανθρώπινη φύση είναι κάπως ράθυμη και αποκλίνει προς την καταστροφή, όχι από τη φυσική της κατασκευή, αλλά από την προαιρετική ραθυμία της. Γι'αυτό έχει ανάγκη συνεχούς υπομνήσεως. Και ο Παύλος άλλωστε γι’ αυτόν τον λόγο, όταν έγραφε προς τους Φιλιππησίους, έλεγε: «Τὰ αὐτὰ γράφειν ὑμῖν ἐμοὶ μὲν οὐκ ὀκνηρόν, ὑμῖν δὲ ἀσφαλές(:Το να σας γράφω όμως και τώρα τα ίδια, εμένα βέβαια δεν με κουράζει, ούτε με ενοχλεί, εσάς όμως σας ασφαλίζει από κινδύνους)» [Φιλ.3,1]. Διότι η μεν γη, άπαξ και δεχθεί τους σπόρους, αποδίδει αμέσως τους καρπούς και δεν έχει ανάγκη δεύτερης σποράς. Στην ψυχή μας, όμως, δεν συμβαίνει το ίδιο, αλλά συνήθως, αφού σπείρεις πολλές φορές και δείξεις μεγάλη φροντίδα, τότε μπορείς να απολαύσεις τον καρπό.
Και αυτό συμβαίνει διότι, πρώτα μεν δύσκολα εμφυτεύονται στη διάνοια όσα λέγονται, επειδή έχει πολύ σκληρό υπόστρωμα, συμπιέζεται από μύριες άκανθες και υπάρχουν πολλοί που καιροφυλακτούν και αρπάζουν τους σπόρους. Έπειτα, όταν σταθεροποιηθεί και ριζώσει, πάλι χρειάζεται την ίδια φροντίδα, για να αυξηθούν και αφού αυξηθούν, να μείνουν σώα και να μη βλαφθούν από κανένα. Και στους μεν σπόρους, όταν το στάχυ τελειοποιηθεί και ισχυροποιηθεί, περιφρονεί εύκολα και την ερυσίβη[Η ερυσίβη ήταν νόσος που μεταδιδόταν με τον αέρα και προσέβαλλε τα φυτά και τους καρπούς, ιδιαιτέρως μάλιστα τον σίτο και το κριθάρι] και την ανομβρία και όλα τα άλλα. Στα δόγματα, όμως, δεν συμβαίνει το ίδιο, αλλά και αφού συντελεστεί το παν, πολλές φορές όταν επέρχεται μία κακοκαιρία και τρικυμία και παρουσιάζεται κάποια δυσκολία, και άνθρωποι που γνωρίζουν να εξαπατούν, κινούνται δολίως, και επέρχονται ποικίλοι άλλοι πειρασμοί, το καταστρέφουν.
Αυτά δε δεν μας ελέχθησαν στην τύχη, αλλά όταν ακούσεις τον Ιωάννη να λέγει αυτά, να μην του καταλογίσεις φλυαρία, ούτε να νομίσεις ότι είναι περιττό και φορτικό. Θα ήθελε βέβαια να τα πει μία φορά και να ακουστεί, αλλά επειδή οι περισσότεροι δεν πρόσεχαν σε όσα λέγονταν από την αρχή εξαιτίας του ότι νύσταζαν, προσπαθεί να τους ξυπνήσει και με δεύτερη φωνή. Κοίταξε δε· είπε ότι «Αὐτός ἐστιν ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος, ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν(:Αυτός έρχεται και θα εμφανισθεί στη δημόσια δράση ύστερα από μένα˙ αλλά είναι ασυγκρίτως λαμπρότερος και ενδοξότερος και υπήρχε πολύ πιο πριν από μένα ως προαιώνιος Λόγος του Θεού. Αυτόν έβλεπαν και προεκήρυτταν οι πατριάρχες και οι προφήτες)»[Ιω.1,27] και ότι «δεν είναι ικανός σαν λύσει τον ιμάντα του υποδήματός Του»[βλ. συνέχεια Ιω.1,27: «οὗ ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἄξιος ἵνα λύσω αὐτοῦ τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος(:Μπροστά Του εγώ δεν είμαι άξιος ούτε ως ο τελευταίος δούλος να λύσω το λουρί από το υπόδημά Του)»] και ότι «Αυτός βαπτίζει με Άγιο Πνεύμα και πυρ» [Ματθ.3,11: «Αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί(:Αυτός θα σας βαπτίσει με Άγιο Πνεύμα και με την καθαρτική φωτιά της θείας χάριτος)» ] και ότι είδε το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστερά και να μένει επάνω Του και μαρτύρησε ότι Αυτός είναι ο Υιός του Θεού. Κανείς δεν πρόσεξε, ούτε ρώτησε, ούτε είπε: «Τι είναι αυτά που λες και για ποιον ομιλείς και γιατί;».
Λέγει λοιπόν και πάλι: «Ἲδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου (:Να Eκείνος που προφήτευσε ο Ησαΐας και μας Τον απέστειλε ο Θεός για να θυσιασθεί ως αρνί και να σηκώσει με τη σφαγή και τη θυσία Tου ολόκληρη την αμαρτία και την ενοχή του κόσμου, και έτσι να την εξαλείψει)»[Ιω.1,29]. Αλλά ούτε και τώρα συγκίνησε την αναισθησία τους. Για τον λόγο αυτόν, λοιπόν, αναγκάζεται να επαναλαμβάνει τα ίδια, προσπαθώντας με τα αλλεπάλληλα οργώματα να τους μαλακώσει, σαν αγρό σκληρό και πετρώδη, και να τους διεγείρει τη συμπιεσμένη διάνοια, ώστε να σπείρει βαθιά τους σπόρους, χρησιμοποιώντας τον λόγο ως άλλο άροτρο. Για τον λόγο αυτόν και δεν κάνει τον λόγο μακρό, διότι ένα μόνον πράγμα επεδίωκε, να τους οδηγήσει και να τους προσκολλήσει στον Χριστό. Γνώριζε ότι εάν το δέχονταν αυτό και πείθονταν, δεν θα είχαν ανάγκη να τους Τον υποδείξει άλλος, πράγμα το οποίο και έγινε.
Διότι εάν οι Σαμαρείτες, όταν Τον άκουσαν, έλεγαν στη γυναίκα: «Οὐκ ἔτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός (:Δεν πιστεύουμε πλέον για τα όσα μας είπες εσύ. Διότι εμείς οι ίδιοι Τον έχουμε τώρα ακούσει και γνωρίζουμε πλέον ότι Αυτός είναι αληθινά ο Σωτήρας όλου του κόσμου, ο αναμενόμενος Μεσσίας, ο Χριστός)» [Ιω.4,42]. Πολύ πιο γρήγορα μάλιστα θα αιχμαλωτίζονταν οι μαθητές Του, πράγμα το οποίο και έγινε. Διότι όταν πήγαν και Τον άκουσαν ένα απόγευμα, δεν ξαναγύρισαν πλέον πίσω στον Ιωάννη, αλλά αφοσιώθηκαν σε Εκείνον τόσο πολύ, ώστε ανέλαβαν το έργο του Ιωάννη και Τον κήρυτταν εκείνοι. «Εὑρίσκει (:Πριν όμως ακόμη βρει ο άλλος μαθητής-ο Ιωάννης- τον αδελφό του -τον Ιάκωβο-, βρίσκει)», λέγει, «οὗτος πρῶτος τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα, καὶ λέγει αὐτῷ· Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον Χριστός(:ο Ανδρέας πρώτος τον αδελφό του τον Σίμωνα και του λέει: “Βρήκαμε τον Μεσσία (όνομα που σημαίνει Χριστός)”)» [Ιω.1,42].
Κοίταξε δε και το εξής: Όταν μεν είπε ο Ιωάννης: «Αυτός που έρχεται μετά από εμένα, είναι ανώτερός μου» και «δεν είμαι άξιος να λύσω τον ιμάντα του υποδήματός Του», δεν προσείλκυσε κανένα· όταν δε ομίλησε περί της θείας οικονομίας και χαμήλωσε το επίπεδο του λόγου, τότε ακολούθησαν οι μαθητές του. Δεν βλέπουμε δε αυτό μόνο καθαρά, αλλά και το εξής: ότι οι περισσότεροι δεν πείθονται πολύ όταν λέγεται κάτι το σπουδαίο και ανώτερο περί του Θεού, όσο όταν λέγεται κάτι καλό και φιλάνθρωπο και το οποίο αναφέρεται στη σωτηρία των ανθρώπων. Άκουσαν, λοιπόν, ότι αναλαμβάνει την αμαρτία του κόσμου και αμέσως έτρεξαν. «Διότι εφόσον είναι δυνατόν να αποπλύνουμε τα εγκλήματά μας, γιατί», σκέφτηκαν ίσως, «να το αναβάλουμε; Είναι παρών Εκείνος ο Οποίος θα μας ελευθερώσει χωρίς κόπους· δεν θα είναι μεγάλη ανοησία, να μεταθέτομε την δωρεά αυτή για μια πιο κατάλληλη στιγμή;».
Ας ακούσουν οι κατηχούμενοι και όσοι αναβάλλουν τη σωτηρία τους για την τελευταία αναπνοή τους. Πάλι στεκόταν, λέγει, ο Ιωάννης και έλεγε: «Να ο Αμνός του Θεού». Δεν λέγει τίποτε ο Χριστός, αλλά όλα τα λέγει εκείνος. Έτσι γίνεται και με τον νυμφίο. Δεν λέγει τίποτε αυτός προς τη νύμφη, αλλά παρίσταται σιωπηλός, άλλοι δε φανερώνουν και αυτόν και την νύμφη και άλλοι τους παραδίδουν. Εκείνη εμφανίζεται μόνο και δεν πηγαίνει να την παραλάβει μόνος του, αλλά του την παραδίδει άλλος. Όταν δε την παραλάβει μετά την παράδοση, την μεταχειρίζεται έτσι, ώστε να μην ενθυμείται πλέον εκείνους που την εγγυήθησαν.
Αυτό έγινε και με τον Χριστό. Ήλθε να νυμφευθεί την Εκκλησία. Ο Ίδιος δεν είπε τίποτε, αλλά απλώς παρέστη. Ο δε φίλος του Ιωάννης του έδωσε το δεξιό χέρι της νύμφης, δηλαδή με τα λόγια του Τού παρέδωσε τις ψυχές των ανθρώπων. Όταν δε τους παρέλαβε Εκείνος, τους μεταχειρίστηκε έτσι ώστε να μην επιστρέψουν ξανά σε εκείνον που τους παρέδωσε.
Όχι μόνο αυτό, αλλά και άλλο μπορούμε να παρατηρήσουμε εδώ. Όπως στους γάμους δεν πηγαίνει η νύμφη προς τον νυμφίο, αλλά αυτός σπεύδει προς αυτήν, έστω και αν είναι υιός βασιλέως, έστω και αν πρόκειται να μνηστευθεί κάποια ευτελή και περιφρονημένη ή και υπηρέτρια, το ίδιο συνέβη και εδώ. Δεν ανέβηκε στον ουρανό η ανθρώπινη φύση, αλλά ήλθε εκείνος στην ευτελή και περιφρονημένη αυτή νύμφη. Όταν όμως έγιναν οι γάμοι δεν την άφησε να μείνει εδώ, αλλά, αφού την παρέλαβε, την ανεβίβασε στην οικία του Πατρός Του.
Γιατί όμως δεν παίρνει κατ’ ιδίαν τους μαθητές του ο Ιωάννης να τους ομιλήσει για αυτά και έτσι να τους παραδώσει στον Χριστό, αλλά τους λέγει δημόσια μαζί με όλους: «Να ο Αμνός του Θεού»; Για να μη νομιστεί ότι είναι μηχανορραφία. Διότι εάν επήγαιναν ύστερα από ιδιαίτερη παράκλησή του, κάνοντάς του την χάρη, πιθανόν γρήγορα θα αποσκιρτούσαν. Τώρα όμως επειδή δέχτηκαν να Τον ακολουθήσουν από τη διδασκαλία που έγινε δημόσια, έμειναν σταθεροί οι μαθητές, διότι δεν Τον είχαν ακολουθήσει για να κάνουν την χάρη του διδασκάλου τους, αλλά με ειλικρίνεια και διότι απέβλεπαν στο δικό τους όφελος.
Οι μεν, λοιπόν, προφήτες και απόστολοι όλοι Τον κήρυτταν ενώ δεν ήταν παρών. Οι μεν προφήτες πριν από την ένσαρκο παρουσία Του, οι δε απόστολοι μετά την Ανάληψη. Αυτός δε μόνος τον κήρυττε ενώ ήταν παρών. Γι’ αυτόν τον λόγο και Τον αποκαλεί φίλο του νυμφίου, επειδή και στους γάμους μόνος αυτός παρευρισκόταν. Αυτός έκαμε την αρχή στα γεγονότα· «Και αφού κοίταξε τον Ιησού καθώς περνούσε, είπε: Να ο Αμνός του Θεού». Αυτό το είπε για να δείξει ότι όχι μόνο με τη φωνή, αλλά και με τους οφθαλμούς Τον μαρτυρούσε, διότι θαύμαζε τον Χριστό με χαρά και αγαλλίαση. Και δεν ομιλεί παρακλητικά, αλλά μόνο θαυμάζει και χαίρεται έκπληκτος τον παρόντα και φανερώνει σε όλους αυτούς τη δωρεά για την οποία ήλθε να παράσχει και τον τρόπο της καθάρσεως. Διότι ο χαρακτηρισμός «Αμνός» τα φανερώνει και τα δύο.
Και δεν είπε «αυτός που θα αναλάβει» ή «που σήκωσε», αλλά : «Αυτός ο Οποίος σηκώνει τις αμαρτίες του κόσμου», επειδή το κάνει αυτό διαρκώς. Διότι δεν σήκωσε τις αμαρτίες μόνο τότε όταν έπαθε, αλλά από τότε μέχρι τώρα σηκώνει τις αμαρτίες, χωρίς να σταυρώνεται πάντοτε (διότι μία θυσία πρόσφερε για τις αμαρτίες), αλλά με το να καθαρίζει πάντοτε με τη μία, εκείνη, θυσία. Όπως λοιπόν ο χαρακτηρισμός «ὁ Λόγος» μας φανερώνει ότι είναι εκλεκτός, και «ὁ Υἱός» εμφανίζει τη διαφορά Του από τους άλλους, έτσι και οι χαρακτηρισμοί «ὁ Ἀμνός» και «ὁ Χριστός» και «ὁ Προφήτης» και «τὸ Φῶς τὸ ἀληθινόν» και «ὁ Ποιμὴν ὁ καλός» και όσοι άλλοι χρησιμοποιούνται για Αυτόν, μαζί με την προσθήκη του άρθρου έχουν πολύ συγκεκριμένη σημασία. Διότι και αμνοί υπήρχαν πολλοί και προφήτες και χριστοί και υιοί. Αλλά από όλους εκείνους διαφέρει πάρα πολύ.
Και δεν Τον εξασφάλισε μόνο με το άρθρο αυτό, αλλά και με την προσθήκη του «Μονογενούς». Διότι δεν έχει τίποτα κοινό προς την κτίση. Εάν δε κανείς νομίζει ότι δεν ήταν ο κατάλληλος καιρός, επειδή αυτά λέγονταν την δέκατη ώρα (η ώρα αυτή τότε ήταν της ημέρας· διότι λέγει: «ὥρα ἦν ὡς δεκάτη(: περίπου δέκα από την ανατολή του ηλίου, δηλαδή τέσσερις το απόγευμα)», νομίζω ότι αυτός σφάλλει πολύ. Διότι στους πολλούς μεν οι οποίοι υπηρετούν την σάρκα τους, εύλογα ο χρόνος μετά το φαγητό δεν είναι πολύ κατάλληλος για κάτι σοβαρό, επειδή η καρδιά τους είναι βεβαρυμένη από τα τρόφιμα. Όταν όμως πρόκειται περί ανδρός, ο οποίος δεν λάμβανε ούτε τη συνηθισμένη τροφή και τη νύχτα περνούσε με τόση λιτότητα, όση εμείς την αυγή, ή μάλλον με πολύ περισσότερη (διότι σε μας πολλές φορές τα υπολείμματα της βραδινής τροφής που εναπομένουν, βαρύνουν την ψυχή μας, ενώ εκείνος με τίποτε από αυτά δεν εβάρυνε το πλοίο), είναι εύλογο το ότι μιλούσε για τέτοια πράγματα αργά το απόγευμα.
Έπειτα, ζούσε στην έρημο κοντά στον Ιορδάνη, όπου όλοι πήγαιναν με πολύ τρόμο προς το βάπτισμα, και φρόντιζαν λίγο τότε για τα βιοτικά θέματα, αφού και τον Χριστό Τον περίμεναν για τρεις ημέρες και ήσαν νηστικοί. Αυτό άλλωστε είναι το γνώρισμα του μεγάλου κήρυκος και του επιμελούς γεωργού, να μην απομακρύνεται μέχρις ότου να δει ότι ο λόγος που έσπειρε, βρήκε απήχηση.
Γιατί, όμως, δεν γύρισε παντού στην Ιουδαία να Τον κηρύξει, αλλά στεκόταν μπροστά στον ποταμό, περιμένοντας να έλθει Αυτός και να Τον δείξει καθώς περνούσε; Διότι ήθελε αυτό να γίνει με τα έργα· εκείνο δε που επεδίωκε ήταν να Τον κάνει μόνο γνωστό και να πείσει μερικούς να ακούσουν την αιώνια ζωή. Τη μεγαλύτερη όμως μαρτυρία, η οποία θα γινόταν με τα έργα, την άφησε σε Αυτόν, όπως λέγει και ο Ίδιος: «Ἐγὼ δὲ οὐ παρά ἀνθρώπου τὴν μαρτυρίαν λαμβάνω, ἀλλὰ ταῦτα λέγω ἵνα ὑμεῖς σωθῆτε(:Εγώ, όμως, έχω την πληροφορία που μου δίνει άμεσα ο Πατέρας μου μέσα στη συνείδησή μου, και δεν βασίζομαι στη μαρτυρία που δίνει κάποιος άνθρωπος, έστω κι αν ο άνθρωπος αυτός είναι ο Ιωάννης. Σας τα λέω, όμως, αυτά για τη μαρτυρία του Ιωάννη, προκειμένου να πεισθείτε τουλάχιστον από τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που θεωρείτε αξιόπιστο, και να σωθείτε)» [Ιω.5,34] και «Ἐγὼ δὲ ἔχω τὴν μαρτυρίαν μείζω τοῦ Ἰωάννου· τὰ γὰρ ἔργα ἃ ἔδωκέν μοι ὁ Πατὴρ ἵνα τελειώσω αὐτά, αὐτὰ τὰ ἔργα ἃ ποιῶ μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ ὅτι ὁ Πατὴρ με ἀπέσταλκεν(:Εγώ, όμως, έχω να σας προβάλω μια αλάνθαστη μαρτυρία, που είναι μεγαλύτερη από τη μαρτυρία του Ιωάννη: τα έργα μου. Διότι όλη η θαυμαστή δράση μου με τα θαύματα και τα καταπληκτικά έργα που μου ανέθεσε ο Πατέρας μου να επιτελέσω με τη δύναμή Του ως Μεσσίας, αυτά τα έργα που μόνο Εγώ επιτελώ, μαρτυρούν για μένα ότι ο Πατήρ με έχει αποστείλει στον κόσμο)»[Ιω. 5,36]. Κοίταξε, λοιπόν, ότι αυτό ήταν πιο καθαρό. Αφού δηλαδή έριξε μικρή σπίθα, διαμιάς η φωτιά φούντωσε. Εκείνοι δε οι οποίοι πριν από αυτό ούτε πρόσεχαν σε όσα έλεγε, έπειτα ομολογούσαν: «Πάντα δὲ ὅσα εἶπεν Ἰωάννης περὶ τούτου, ἀληθῆ ἦν(:Όλα όμως όσα είπε ο Ιωάννης γι’ Αυτόν αποδείχθηκαν τώρα ότι ήταν αληθινά)» [Ιω.10,41].
Εξάλλου, εάν τα έλεγε περιερχόμενος την Ιουδαία, θα δημιουργούνταν η υπόνοια ότι όλα γίνονταν από κάποια ανθρώπινη βιασύνη και το κήρυγμα θα εθεωρείτο ύποπτο. «Καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο μαθηταὶ λαλοῦντος, καὶ ἠκολούθησαν τῷ ᾿Ιησοῦ (:Οι δύο μαθητές τον άκουσαν να το λέει αυτό και ακολούθησαν τον Ιησού)». Μολονότι και κατόπιν υπήρχαν μαθητές του, εκείνοι όμως όχι μόνο δεν ακολούθησαν τον Χριστό, αλλά έμειναν ζηλοτύπως προσκεκολημμένοι στον Ιωάννη. Διότι λένε: «Ῥαββί, ὃς ἦν μετὰ σοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ᾧ σὺ μεμαρτύρηκας, ἴδε οὗτος βαπτίζει καὶ πάντες ἔρχονται πρὸς αὐτόν(:Διδάσκαλε, εκείνος που ήταν μαζί σου πέρα από τον Ιορδάνη, κι εσύ έδωσες τη μαρτυρία σου γι’ αυτόν και τον ανέδειξες συστήνοντάς τον στους ανθρώπους, κοίταξε, αυτός τώρα βαπτίζει, κι όλοι πηγαίνουν σ’ αυτόν)»[Ιω.3,26]. Και άλλοτε πάλι εμφανίζονται οι μαθητές του Ιωάννη και Τον κατηγορούν: «Διατί ἡμεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι νηστεύομεν πολλά, οἱ δὲ μαθηταί σου οὐ νηστεύουσι;(:Γιατί εμείς και οι Φαρισαίοι νηστεύουμε πολύ, ενώ οι μαθητές σου δεν νηστεύουν;)» [Ματθ.9,14].
Πάντως όσοι ήσαν καλύτεροι από τους άλλους, μόλις άκουσαν τον Ιωάννη ακολούθησαν τον Χριστό. Τον ακολούθησαν δε όχι επειδή περιφρόνησαν τον διδάσκαλό τους, αλλά επειδή ακριβώς πείστηκαν σε αυτόν και έδειξαν περίτρανα ότι αυτό το έκαναν ύστερα από ορθή απόφαση του λογικού τους. Ούτε επίσης το έκαναν αυτό ύστερα από παράκληση, πράγμα το οποίο θα εθεωρείτο ύποπτο, αλλά Τον ακολούθησαν μόνο επειδή προείπε αυτό που θα γινόταν στο μέλλον, ότι θα βαπτίσει με Άγιο Πνεύμα. Δεν αποχωρίστηκαν αμέσως τον διδάσκαλό τους, αλλά θέλησαν να μάθουν τι επιπλέον από τον Ιωάννη φέρει.
Κοίταξε δε με πόση συστολή δείχνουν το ενδιαφέρον τους. Δεν ρωτούν αμέσως τον Ιησού για τα επιτακτικά και μεγάλα θέματα, ούτε δημόσια επί παρουσία όλων εική και ως έτυχεν, αλλά επεδίωξαν να συζητήσουν μαζί Του κατ’ ιδίαν. Διότι γνώριζαν ότι τα λόγια του Διδασκάλου δεν ήσαν λόγια ταπεινοφροσύνης, αλλά αλήθειας.
«Ἦν Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου (:Ήταν, ο Ανδρέας, ο αδελφός του Σίμωνος Πέτρου)», λέγει, «εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ Ἰωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ(:ο ένας από τους δύο αυτούς μαθητές που άκουσαν από τον Ιωάννη τα όσα είπε για τον Ιησού και τον ακολούθησαν)»[Ιω.1,41]. Γιατί, όμως, δεν αποκαλύπτει και το όνομα του άλλου; Μερικοί ισχυρίζονται ότι επειδή ήταν ο ίδιος ο συγγραφέας εκείνος που ακολούθησε. Άλλοι πάλι λένε ότι εκείνος δεν ήταν από τους αξιόλογους. Όμως δεν ήταν ανάγκη να πει περισσότερα από όσα χρειάζονταν. Διότι ποιο το όφελος με το να μάθουμε το όνομα εκείνου, αφού ούτε τα ονόματα των εβδομήντα δύο δεν αναφέρει;
Αυτό μπορούμε να το δούμε και στον Παύλο ο οποίος λέγει: «Συνέπεμψαμεν δέ μετ’ αὐτοῦ τὸν ἀδελφόν, οὗ ὁ ἔπαινος ἐν τῷ εὐαγγελίῳ διὰ πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν(:Στείλαμε λοιπόν μαζί του τον αδελφό που επαινείται απ’ όλες τις Εκκλησίες για την επιτυχία με την οποία κηρύττει το Ευαγγέλιο)» [Β΄Κορ.8,18]. Τον Ανδρέα άλλωστε τον αναφέρει και για άλλο λόγο. Ποιος, όμως, είναι αυτός; Το έκανε ώστε όταν ακούσεις ότι ο Σίμωνας μαζί με αυτόν άκουσε «Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων(:Ακολουθήστε με, και θα σας κάνω ικανούς να αλιεύετε αντί για ψάρια ανθρώπους. Αυτούς θα ελκύετε στη βασιλεία των ουρανών με τα πνευματικά δίχτυα του κηρύγματος)» [Ματθ.4,19] και δεν απόρησε για την παράδοξη αυτή υπόσχεση, να καταλάβεις ότι τα πρώτα σπέρματα της πίστεως τού τα είχε φυτεύσει προηγουμένως ο αδελφός του.
«Στραφεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ θεασάμενος αὐτοὺς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς· τί ζητεῖτε; (:Στράφηκε τότε πίσω ο Ιησούς, και καθώς τους είδε να Τον ακολουθούν σιωπηλοί, ενώ είχαν μεγάλο πόθο να Του μιλήσουν, τους είπε: «Τι θέλετε και τι ζητάτε από μένα;)»[Ιω.1,38-39]. Από εδώ διδασκόμαστε ότι ο Θεός δεν προλαβαίνει τις θελήσεις μας στις ευεργεσίες, αλλά μόνο όταν εμείς αρχίσουμε, όταν δείξουμε ότι θέλουμε, τότε και Εκείνος μας δίνει πολλές αφορμές σωτηρίας. «Τι ζητείτε;». «Γιατί αυτό;». Ερωτά Αυτός που γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων, Αυτός που εισχωρεί στους διαλογισμούς μας; Ερωτά όχι για να μάθει -πώς θα συνέβαινε αυτό;- αλλά διότι θέλει με την ερώτηση να τους κάνει να αισθανθούν φιλικά και να τους δώσει περισσότερο θάρρος και να τους δείξει ότι καταδέχεται να τους ακούσει. Διότι ήταν φυσικό να κοκκινίζουν και να φοβούνται, επειδή ήσαν άγνωστοι και είχαν ακούσει τόσα πολλά να μαρτυρεί περί αυτού ο διδάσκαλός τους.
Τους ρωτά, λοιπόν, για να διαλύσει όλα αυτά, την ντροπή, τον φόβο, και δεν τους αφήνει να φθάσουν μέχρι την οικία σιωπηλοί· αν και το ίδιο θα γινόταν και εάν δεν τους ρωτούσε. Διότι θα επέμεναν να Τον ακολουθούν και βαδίζοντας πίσω Του θα έρχονταν στην οικία. Γιατί, λοιπόν, τους ρωτά; Για να κάνει αυτό που είπα, να τους καθησυχάσει τους συλλογισμούς που τους έκαναν να κοκκινίζουν και να αγωνιούν και να τους δώσει θάρρος. Φανέρωσαν δε τον πόθο τους όχι μόνο επειδή Τον ακολούθησαν, αλλά και με την ερώτηση. Διότι χωρίς να έχουν μάθει τίποτε ποτέ από Αυτόν και χωρίς καν να Τον ακούσουν, Τον αποκαλούν Διδάσκαλο, συγκαταλέγοντας τους εαυτούς τους μεταξύ των μαθητών Του και δείχνοντας την αιτία για την οποία Τον ακολουθούσαν, για να ακούσουν κάτι το χρήσιμο.
Πρόσεξε δε και την σύνεσή τους. Δεν του είπαν: «Μίλησέ μας για τις αλήθειες ή για κάτι άλλο από τα απαραίτητα»· αλλά τι; «Πού μένεις;». Διότι, όπως είπα προηγουμένως, ήθελαν με ησυχία και να Του πουν κάτι και να ακούσουν κάτι από Αυτόν και να μάθουν. Γι'αυτό και δεν ανέβαλαν, ούτε είπαν: «Θα έλθομε οπωσδήποτε αύριο και θα σε ακούσουμε να ομιλείς δημόσια». Αντιθέτως μάλιστα το μέγα ενδιαφέρον που είχαν να ακούσουν, το έδειξαν και με το ότι δεν εμποδίστηκαν ούτε από την ώρα· διότι έτυχε να βρίσκεται ο ήλιος στη δύση. «ᾫρα ἦν(:Η ώρα μάλιστα που συνάντησαν τον Ιησού οι μαθητές ήταν)», λέγει, «ὡς δεκάτη (:περίπου δέκα από την ανατολή του ηλίου, δηλαδή τέσσερις το απόγευμα δέκα περίπου)»[Ιω. 1, 40].
Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν τους λέγει τα σημάδια αναγνώρισης της κατοικίας Του, ούτε τον τόπο, αλλά τους ελκύει περισσότερο στο να Τον ακολουθήσουν, δείχνοντας ότι τους δέχεται. Γι'αυτό ούτε και Αυτός τους είπε κάτι τέτοιο: «Δεν είναι κατάλληλη η ώρα να εισέλθετε τώρα στην οικία, θα ακούσετε αύριο ό,τι θέλετε, φύγετε τώρα να πάτε στα σπίτια σας». Αντιθέτως ομιλεί προς αυτούς ως προς φίλους, οι οποίοι ήσαν μαζί Του πολύ χρόνο.
Τότε, γιατί αλλού λέγει: «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ (:Οι αλεπούδες έχουν φωλιές, και τα πουλιά του ουρανού έχουν μέρη που κουρνιάζουν, ενώ ο υιός του ανθρώπου δεν έχει πού να ακουμπήσει το κεφάλι του)» [Λουκά 9,58], ενώ εδώ τους λέγει: «Ελάτε να δείτε πού μένω»; Διότι το «δεν έχει πού να γύρει την κεφαλή του», σημαίνει ότι δεν έχει δικό του κατάλυμα και όχι ότι δεν έμενε σε κατοικία. Διότι και η παρομοίωση αυτό θέλει να πει. Ότι μεν λοιπόν έμειναν κοντά Του την ημέρα εκείνη το λέγει ο ευαγγελιστής· δεν προσθέτει όμως και το γιατί, διότι η αιτία ήταν φανερή. Διότι για τίποτε άλλο δεν Τον ακολούθησαν, ούτε ο Χριστός τους είλκυσε, παρά μόνο για να ακούσουν την διδασκαλία Του, την οποία απήλαυσαν τόσο πλουσιοπάροχα και με τόση προθυμία και μέσα σε μια νύχτα, με τρόπο ώστε και οι δύο να επιδιώξουν την προσέλκυση και άλλων.
Από αυτά, λοιπόν, ας διδαχθούμε και εμείς να θεωρούμε όλα πάρεργα μπροστά στην ακρόαση του λόγου του Θεού και καμία ώρα να μη νομίζουμε ακατάλληλη, αλλά και αν ακόμη χρειαστεί να μεταβούμε σε ξένη οικία και αν ακόμη χρειάζεται να γνωριστούμε με μεγάλους άνδρες ενώ είμαστε άγνωστοι, και αν ακόμη είναι πολύ νωρίς, σε οποιονδήποτε χρόνο, ποτέ να μην παραμελούμε αυτήν την προσπάθεια. Η μεν τροφή λοιπόν και τα λουτρά και τα δείπνα και τα άλλα βιοτικά, ας έχουν τον καθορισμένο τους καιρό, η διδασκαλία, όμως, για την ουράνια φιλοσοφία ας μην έχει καθορισμένη ώρα, αλλά όλος ο καιρός ας είναι δικός της. Διότι λέγει: «Εὐκαίρως ἀκαίρως ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρακάλεσον(: Όχι μόνο σε περιστάσεις κατάλληλες, αλλά και σε εκείνες που φαίνονται ακατάλληλες, έλεγξε, επίπληξε, παρηγόρησε)» [Β’ Τιμ.4,2].
Αλλά και ο προφήτης λέγει: «Ἀλλ᾿ ἤ ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου τὸ θέλημα αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καὶ νυκτός(:Αλλά αυτός έχει ως μόνο εντρύφημα και απόλαυσή του τον νόμο του Κυρίου, και με τόσο πόθο είναι προσκολλημένος σ’ αυτόν, ώστε ο νους του στρέφεται πάντοτε στον νόμο του Θεού και τον μελετά νύχτα και μέρα)» [Ψαλμ.1,2]. Και ο Μωυσής διέτασσε τους Ιουδαίους να κάνουν πάντοτε το ίδιο. Διότι τα μεν βιοτικά, δηλαδή τα λουτρά και τα δείπνα, μολονότι απαραίτητα, εντούτοις όταν γίνονται συνεχώς φθείρουν το σώμα. Ενώ η διδασκαλία της ψυχής, όσο επεκτείνεται, τόσο πιο ισχυρή κάνει την ψυχή που την δέχεται.
Τώρα, όμως, αφιερώνουμε όλο τον χρόνο μας σε ανωφελείς ανοησίες και φλυαρίες, και το πρωί και το απόγευμα και το μεσημέρι, αλλά ακόμη και την νύχτα τη διανύουμε στην τύχη, έχουμε δε παραχωρήσει και ειδικούς χώρους για τον σκοπό αυτόν. Ενώ όταν ακούμε τα θεία διδάγματα, μία ή δύο φορές την εβδομάδα, καταλαμβανόμαστε από ναυτία και κορεσμό. Ποιο λοιπόν είναι το αίτιο; Έχουμε κακή ψυχική διάθεση. Καταργήσαμε κάθε επιθυμία και όρεξη γι’ αυτά. Γι'αυτό δεν έχουμε μεγάλη όρεξη για την πνευματική τροφή. Είναι δε και αυτό, μαζί με τα άλλα, μεγάλη απόδειξη ασθενείας, το να μην πεινάμε ούτε να διψάμε, αλλά να αισθανόμαστε δυσαρέσκεια και προς τα δύο. Εάν δε, όταν αυτό συμβαίνει στα σώματα, αποτελεί τεκμήριο επικίνδυνης νόσου και προκαλεί αρρώστια, πολύ περισσότερο όταν συμβαίνει στην ψυχή.
Με ποιον τρόπο, λοιπόν, θα μπορέσουμε να την ενδυναμώσουμε όταν είναι πεσμένη και εξαχρειωμένη; Τι να κάνουμε και τι να λέμε; Να ερχόμαστε σε επαφή με τα λόγια τα θεία, τα προφητικά, τα αποστολικά, τα ευαγγελικά και όλα τα άλλα. Τότε μόνο θα γνωρίσουμε ότι είναι πολύ καλύτερα να τρεφόμαστε με αυτά, παρά με ακάθαρτες τροφές· διότι έτσι πρέπει να αποκαλούμε τις άκαιρες φλυαρίες και συγκεντρώσεις. Άλλωστε τι είναι καλύτερο, πες μου, να ομιλούμε για τα ζητήματα της αγοράς, των δικαστηρίων, των στρατώνων, ή για τα θέματα των ουρανών και όλα εκείνα που αναφέρονται στη ζωή μας μετά την αναχώρησή μας από τον κόσμο αυτόν; Τι είναι καλύτερο, να μιλάμε για τον γείτονα και τα πράγματά του και να αναμειγνυόμαστε στα ζητήματα των άλλων ή να αναζητούμε τα αγγελικά πράγματα και εκείνα που ενδιαφέρουν εμάς τους ίδιους; Διότι τα μεν πράγματα του γείτονα δεν είναι δικά σου, ενώ τα ουράνια είναι δικά σου.
«Αλλά είναι δυνατόν», λέγει ίσως κάποιος, «αφού τα πει μία φορά αυτά να εξαντλήσει το παν». Γιατί δεν λέτε το ίδιο και για εκείνα που συζητείτε εική και ως έτυχε, αλλά ενώ καταναλώνετε όλο τον βίο σας σε αυτά, δεν εξαντλήσατε το ενδιαφέρον γι’ αυτά; Και δεν έχω ακόμη αναφέρει τα χειρότερα από αυτά. Διότι οι πιο ανεκτοί τα συζητούν αυτά μεταξύ τους. Ενώ οι πιο ράθυμοι και πιο αδιάφοροι περιφέρουν στους λόγους τους μίμους και χορευτές και αστρολόγους, με τους οποίους μολύνουν την ακοή, διαφθείρουν την ψυχή και διεγείρουν την φύση σε βακχική μανία με αυτές τις διηγήσεις, εισάγουν δε κάθε είδος κακίας στη διάνοιά τους με αυτή τη συζήτηση. Διότι μόλις αναφέρει η γλώσσα το όνομα του χορευτή, αμέσως η ψυχή αναπαριστά το πρόσωπο, την κόμμωση, το απαλό ένδυμά του και γενικότερα αυτόν τον ίδιον, ο οποίος είναι πιο μαλακός από όλα αυτά.
Άλλος πάλι με άλλο τρόπο ζωηρεύει την φλόγα, εισάγοντας στη συζήτηση γυναίκα πόρνη και τα λόγια εκείνης, τους τρόπους, τις συστροφές των οφθαλμών, το υγρό βλέμμα, τα περιπεπλεγμένα μαλλιά, τις επαλείψεις των παρειών και τα βαψίματα. Άραγε δεν πάθατε τίποτε καθώς τα αναφέρω και εγώ; Αλλά μην ντραπείτε, μήτε να κοκκινίσετε· διότι το απαιτεί η ανάγκη της φύσεως και προδιαθέτει έτσι την ψυχή, ανάλογα με την δύναμη αυτών που λέγονται. Εάν, όμως, πάθατε κάτι από την ακρόαση, ενώ τα λέγω εγώ και στέκεστε στην εκκλησία και βρίσκεστε μακριά από αυτά, φαντάσου πώς είναι φυσικό να αισθάνονται εκείνοι που κάθονται μέσα στο ίδιο το θέατρο και έχουν πολλή ελευθερία εκείνοι που βρίσκονται έξω από τη σεμνή αυτή και φρικτή συνέλευση και με πολλή αναισχυντία βλέπουν και ακούνε αυτά.
Και τότε γιατί, θα μπορούσε να πει κανείς από αυτούς που δεν προσέχουν, αφού η φυσική ανάγκη προδιαθέτει έτσι την ψυχή, γιατί αφήνεις εκείνη και κατηγορείς εμάς; Διότι το να ερεθίζεται κανείς όταν ακούει αυτά είναι έργο της φύσεως, αλλά προαιρετικό αμάρτημα. Διότι και εκείνος που έρχεται σε επαφή με την φωτιά κατ’ ανάγκην καίγεται, και αυτό το θέλει η αδυναμία της φύσεως. Αλλά η φύση δεν μας οδηγεί και προς τη φωτιά και την καταστροφή που προκαλεί αυτή· διότι αυτό αποτελεί αποκλειστική διαστροφή της προαιρέσεώς μας.
Αυτό, λοιπόν, έχω την αξίωση να καταστρέψουμε και να διορθώσουμε, ώστε να μην κρημνίζουμε θεληματικά τους εαυτούς μας, ούτε να τους ωθούμε στα βάραθρα της κακίας, ούτε να τρέχουμε αυθόρμητα προς τη φωτιά, για να μην καταδικάσουμε τους εαυτούς μας και στην φλόγα που είναι ετοιμασμένη για τον διάβολο. Είθε δε να απαλλαγούμε και από αυτήν και από εκείνη και να προχωρήσουμε στους κόλπους του Αβραάμ, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα αιωνίως. Αμήν.
ΟΜΙΛΙΑ ΙΘ΄[:Ιω. 1, 41-43]
«Εὑρίσκει οὗτος πρῶτος τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα καὶ λέγει αὐτῷ· εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός· καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν(: Πριν, όμως, ακόμη βρει ο άλλος μαθητής -ο Ιωάννης- τον αδελφό του-τον Ιάκωβο -, βρίσκει ο Ανδρέας πρώτος τον αδελφό του, Σίμωνα και του λέει: «Βρήκαμε τον Μεσσία (όνομα που σημαίνει Χριστός). Κι ενώ είχε αρχίσει πια να νυχτώνει, τον έφερε την ίδια αυτή μέρα στον Ιησού)»[Ιω.1,42-43].
Ο Θεός, ο Οποίος δημιούργησε από την αρχή τον άνθρωπο, δεν τον άφησε να ζει μόνος, αλλά του έδωσε ως βοηθό τη γυναίκα και τον έκανε να κατοικεί μαζί επειδή γνώριζε ότι από αυτήν την συγκατοίκηση θα προέκυπτε μέγα κέρδος. Διότι ποια σημασία έχει εάν η γυναίκα δεν χρησιμοποίησε την ευεργεσία αυτή όπως έπρεπε; Όμως, εάν κανείς εξετάσει καλά την ουσία του πράγματος, θα δει ότι από τη συγκατοίκηση αυτήν προκύπτει μεγάλη ωφέλεια στους νουνεχείς.
Και όχι μόνο στη γυναίκα και στον άνδρα, αλλά έστω και αν το κάνουν αυτό τα αδέλφια, και αυτά θα απολαύσουν την ευεργεσία. Γι'αυτό και ο προφήτης έλεγε: «Ἰδοὺ δὴ τί καλόν, ἢ τί τερπνόν, ἀλλ᾽ ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό(:Τι ωραιότερο ή τι τερπνότερο υπάρχει, παρά το να κατοικούν αδελφοί με αγάπη και ομόνοια στο ίδιο μέρος;)» [Ψαλμ. 132,1]. Και ο Παύλος παρότρυνε να μην εγκαταλείπουν τις συναθροίσεις τους: «μὴ ἐγκαταλείποντες τὴν ἐπισυναγωγὴν ἑαυτῶν, καθὼς ἔθος τισίν, ἀλλ᾽ παρακαλοῦντες· καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ὅσῳ βλέπετε ἐγγίζουσαν τὴν ἡμέραν(:Φροντίζετε λοιπόν να μην παραμελείτε και να μην αφήνετε τις λατρευτικές σας συνάξεις και τις κατ’ ιδίαν συναθροίσεις σας στον ίδιο τόπο, όπως συνηθίζουν μερικοί, αλλά να προτρέπετε ο ένας τον άλλο. Και μάλιστα τόσο περισσότερο, όσο βλέπετε ότι η ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου πλησιάζει)» [Εβρ.10,25].
Εξάλλου αυτό είναι εκείνο κατά το οποίο διαφέρουμε από τα θηρία. Γι’ αυτό κτίσαμε και πόλεις και αγορές και κατοικίες, για να βρισκόμαστε μαζί και κοντά ο ένας με τον άλλο, όχι μόνο με τη συγκατοίκηση, αλλά και με τον σύνδεσμο της αγάπης. Επειδή η φύση μας από τον Δημιουργό έγινε ανεπαρκής και δεν είναι αυτάρκης καθ’ εαυτήν, κανόνισε ο Θεός προς το συμφέρον μας να συμπληρώνεται η ανεπάρκεια αυτή με την ωφέλεια που προκύπτει από τη συνάθροισή μας. Γι'αυτό παρεσχέθη και ο γάμος, ώστε ό,τι λείπει από τον ένα να συμπληρώνεται από τον άλλο και η ενδεής φύση μας να γίνεται με τον τρόπο αυτόν αυτάρκης και να έχει τη δυνατότητα, ενώ έγινε θνητή, να διατηρεί με την διαδοχή επί πολύ χρόνο την αθανασία.
Και θα ήταν μεν δυνατόν να μακρύνω τον λόγο αυτόν, για να δείξω πόσα είναι τα οφέλη που αποκομίζουν από μία γνήσια και ειλικρινή συμβίωση όσοι συνέρχονται. Αλλά τώρα άλλο είναι εκείνο που επείγει πολύ, χάριν του οποίου άλλωστε ελέχθησαν και αυτά. Διότι ο Ανδρέας, αφού έμεινε κοντά στον Ιησού και έμαθε όσα έμαθε, δεν κράτησε για τον εαυτό του τον θησαυρό αυτόν, αλλά βιάζεται και τρέχει γρήγορα στον αδελφό του, για να του δώσει από τα αγαθά που πήρε.
Γιατί, όμως, ο Ιωάννης δεν αναφέρει ποια είναι εκείνα που συζήτησε με αυτούς ο Χριστός; Και από πού γίνεται φανερό ότι γι'αυτό έμειναν κοντά Του; Αυτό μας αποδείχτηκε βέβαια και προηγουμένως, αλλά είναι δυνατόν να το πληροφορηθούμε και από αυτά που αναγνώστηκαν σήμερα. Διότι κοίταξε τι λέγει αυτός στον αδελφό του: «Βρήκαμε τον Μεσσία, το οποίο μεταφράζεται Χριστός». Βλέπεις πως όσα έμαθε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα τα έδειξε με αυτό; Διότι και του Διδασκάλου την δύναμη δείχνει, ο Οποίος τους έπεισε, και την προθυμία αυτών, οι οποίοι από παλαιά φρόντιζαν αγωνιωδώς για αυτά. Ο λόγος αυτός δείχνει ψυχή η οποία κυοφορούσε με αγωνία την παρουσία Του και περίμενε από καιρό τον ερχομό Του και γέμισε από χαρά όταν φανερώθηκε αυτό που αναμενόταν και βιάζεται να μεταδώσει και σε άλλους τα ευχάριστα νέα. Αυτό θα πει αδελφική συμπάθεια και αγάπη συγγενούς και διάθεση ειλικρινής, να βιάζεστε να απλώσετε τα χέρια ο ένας προς τον άλλον στα πνευματικά ζητήματα.
Πρόσεξε δε ότι χρησιμοποιεί και το άρθρο. Δεν είπε δηλαδή «Μεσσία», αλλά «τον Μεσσία». Τόσο πολύ περίμεναν ένα μοναδικό Χριστό, ο Οποίος δεν είχε τίποτε το κοινό με τους άλλους. Κάνε μου δε την χάρη να προσέξεις από την αρχή ακόμη την ευπειθή και ευνοϊκή διάθεση του Πέτρου. Έτρεξε αμέσως χωρίς να ενδιαφερθεί για τίποτε. Διότι λέγει: «Τον οδήγησε στον Ιησού». Αλλά ας μην του καταλογίσει κανείς ευκολοπιστία, επειδή δέχτηκε τον λόγο χωρίς να ζητήσει πολλές εξηγήσεις. Διότι είναι φυσικό και ο αδελφός του να του τα είπε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια και δια μακρών, αλλά οι ευαγγελιστές, επιδιώκοντας την συντομία παντού, πολλά πράγματα τα συντομεύουν. Εξάλλου δεν λέγεται ότι πίστεψε αμέσως· αλλά ότι «τον οδήγησε στον Ιησού», για να τον παραδώσει σε Εκείνον, ώστε από Εκείνον να τα μάθει όλα. Ήταν δε παρών και ο άλλος μαθητής, ο οποίος συνέβαλε σε αυτά.
Εάν δε ο Ιωάννης ο βαπτιστής, αφού τους είπε ότι είναι ο Αμνός και ότι βαπτίζει με Πνεύμα, τους άφησε να μάθουν από τον Ίδιο την περί Αυτού συγκεκριμένη διδασκαλία, πολύ περισσότερο θα το έκανε αυτό ο Ανδρέας, ο οποίος δεν νόμιζε ότι ο ίδιος μπορούσε να του δώσει κάθε εξήγηση, και τον έσυρε στην ίδια την πηγή του φωτός με τόση βιασύνη και χαρά, φοβούμενος μην τυχόν εκείνος αναβάλει και αμελήσει.
«Ἐμβλέψας αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε· σὺ εἶ Σίμων ὁ υἱὸς ᾿Ιωνᾶ, σὺ κληθήσῃ Κηφᾶς, ὃ ἑρμηνεύεται Πέτρος (:Και αφού τον κοίταξε ο Ιησούς, του λέγει· Συ είσαι ο Σίμων, ο υιός του Ιωνά· θα ονομαστείς Κηφάς –το οποίο σημαίνει Πέτρος)»[Ιω.1,43]. Αρχίζει λοιπόν από εδώ να του αποκαλύπτει τη θεότητά Του και να την φανερώνει ολίγον κατ’ ολίγον με τις προρρήσεις. Έτσι έκανε και στον Ναθαναήλ και στην γυναίκα την Σαμαρείτιδα.
Άλλωστε οι προφητείες δεν είναι κατώτερες από τα θαύματα και ενέχουν και μετριοφροσύνη. Διότι τα μεν θαύματα μπορούν και να αμφισβητηθούν από τους ανόητους (βλ. Ματθ. 12,24: «Οὗτος οὐκ ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια εἰ μὴ ἐν τῷ Βεελζεβοὺλ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων(:Αυτός δεν βγάζει τα δαιμόνια παρά μόνο με τη βοήθεια και τη δύναμη του Βεελζεβούλ, που είναι ο άρχοντας των δαιμονίων)», έλεγαν), ενώ για την προφητεία δεν ελέχθη ποτέ κάτι τέτοιο. Στον Σίμωνα, λοιπόν, και στον Ναθαναήλ αυτή τη μέθοδο της διδασκαλίας χρησιμοποιεί. Ενώ στον Ανδρέα και στον Φίλιππο δεν το έκανε αυτό. Γιατί άραγε; Διότι εκείνοι μεν είχαν την μαρτυρία του Ιωάννη, η οποία δεν ήταν μακρά προπαρασκευή. Ο Φίλιππος μάλιστα βλέποντας τους παρόντες, είχε αξιόπιστο τεκμήριο πίστεως.
«Συ είσαι ο Σίμων, ο υιός του Ιωνά. Θα ονομαστείς Κηφάς, το οποίο σημαίνει Πέτρος». Με το παρόν επιβεβαιώνει και το μέλλον. Διότι Αυτός ο Οποίος ανέφερε τον πατέρα του, είναι φανερό ότι προεγίνωσκε και το μέλλον του. Και η προφητεία γίνεται με εγκώμιο. Αυτό δε δεν ήταν κολακεία, αλλά πρόρρηση του μέλλοντος. Και φαίνεται από το εξής: Πρόσεξε στην Σαμαρείτιδα με πόσο σφοδρούς ελέγχους κάνει την πρόρρηση. «Πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες (:διότι έχεις λάβει πέντε άνδρες, τον ένα ύστερα από τον άλλο)», της λέγει, «καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστιν σου ἀνήρ(:και τώρα με αυτόν που ζεις, είσαι συνδεδεμένη κρυφά, και γι’ αυτό δεν είναι άνδρας σου)» [Ιω.4,18].
Και ο Πατήρ Του κατά τον ίδιο τρόπο κάνει ευρεία χρήση της προφητείας όταν αντιτίθεται στη λατρεία των ειδώλων. Λέγει επί παραδείγματι: «Κεκοπίακας ἐν ταῖς βουλαῖς σου· στήτωσαν δὴ καὶ σωσάτωσάν σε οἱ ἀστρολόγοι τοῦ οὐρανοῦ, οἱ ὁρῶντες τοὺς ἀστέρας ἀναγγειλάτωσάν σοι τί μέλλει ἐπὶ σὲ ἔρχεσθαι(: Έχεις κοπιάσει πολύ με τις συμβουλές των πολυπληθών συμβούλων σου. Ας σταθούν λοιπόν, ας σηκωθούν όρθιοι και ας σε σώσουν οι αστρολόγοι του ουρανού. Αυτοί που παρατηρούν τις κινήσεις των αστέρων, ας αναγγείλουν σε εσένα τι μέλλει να σου συμβεί και τι θα έρθει προς εσένα)» [Ησ.47,13], και αλλού: «Ἐγὼ ἀνήγγειλα καὶ ἔσωσα καὶ ὠνειδισάμην, καὶ οὐκ ἦν ἐν ὑμῖν ἀλλότριος(:Σας είπα το μέλλον και σας έσωσα και δεν υπήρχε μεταξύ σας ξένος)» [Ησ.43,12]. Και σε κάθε προφητεία το αναφέρει αυτό αφού αυτό είναι κυρίως έργο του Θεού, το οποίο οι δαίμονες δεν μπορούν να το μιμηθούν όσο και αν προσπαθούν. Διότι στα θαύματα είναι δυνατόν να εισχωρήσει και ψευδής εντύπωση· η πρόρρηση των μελλόντων όμως με ακρίβεια, είναι έργο αποκλειστικό της ασπίλου θεϊκής φύσεως. Εάν δε σε μερικές περιπτώσεις έκαναν το ίδιο και οι δαίμονες, εξαπάτησαν απλώς τους περισσότερο ανόητους. Γι' αυτό και τα μαντεία τους παντού αποκαλύπτονται εύκολα.
Ο Πέτρος, όμως, δεν απαντά τίποτε σε αυτά· διότι ακόμη τίποτε το σαφές δεν γνώριζε, αλλά μόλις μάθαινε. Πρόσεξε δε ότι δεν αναφέρεται ολόκληρη η προφητεία. Δεν είπε: «Εγώ θα σε μετονομάσω Πέτρο και θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου επάνω στην πέτρα αυτή», αλλά «Εσύ θα ονομαστείς Κηφάς». Διότι εκείνο ήταν δείγμα αυθεντίας και μεγαλύτερης εξουσίας. Ο δε Χριστός δεν επιδεικνύει αμέσως και εξαρχής όλα τα σημεία της εξουσίας Του, αλλά στην αρχή ομιλεί ταπεινότερα. Όταν δε έδωσε απόδειξη της θεότητός Του, τότε θέτει το πράγμα με περισσότερη αυθεντία και λέγει: «Μακάριος εἶ Σίμων Βαριωνᾶ· ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ᾽ ὁ Πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς(:Μακάριος και ευτυχισμένος είσαι, Σίμων, γιε του Ιωνά, διότι την αλήθεια αυτή της ορθής πίστεως δεν σου τη φανέρωσε κανείς άνθρωπος, αλλά ο Πατέρας μου που είναι στους ουρανούς)»[Ματθ.16,17] αυτό που είπες· και πάλι: «Κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν(:Κι εγώ λοιπόν σου λέω ότι εσύ είσαι Πέτρος, και επάνω στον βράχο της αληθινής πίστεως που ομολόγησες, κι έγινες με την ομολογία σου αυτή ο πρώτος λίθος της πνευματικής μου οικοδομής, θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου)» [Ματθ.16,18].
Αυτόν μεν, λοιπόν, τον ονόμασε έτσι, τους δε άλλους γύρω από τον Ιάκωβο τους ονόμασε «υιούς της βροντής». Γιατί το κάνει αυτό; Για να δείξει ότι Αυτός είναι που έδωσε την Παλαιά Διαθήκη και αλλάζει τα ονόματα και ονόμασε τον Άβραμ Αβραάμ και την Σάρα Σάρρα και τον Ιακώβ Ισραήλ. Σε πολλούς μεν έδωσε ονόματα κατά την γέννησή τους, όπως στον Ισαάκ, στον Σαμψών, στον Ησαΐα και στον Ωσηέ. Σε άλλους δε μετά από την ονοματοδοσία των γονέων τους, όπως σε αυτούς που ειπώθηκαν και στον Ιησού του Ναυή.
Ήταν συνήθεια αυτό στους παλαιούς να δίνουν τα ονόματα εκ των πραγμάτων, όπως ακριβώς έκανε και ο Ηλίας. Αυτό δε δεν γίνεται στην τύχη, αλλά για να τους υπενθυμίζει το όνομα την ευεργεσία του Θεού, για να γίνεται διαρκής υπόμνηση της προφητείας, η οποία έγινε με τα ονόματα, σε εκείνους που τα ακούνε. Γι'αυτό και τον Ιωάννη τον ονόμασε έτσι από την αρχή. Διότι εκείνοι στους οποίους η αρετή επρόκειτο να διαλάμψει από την νεαρή ηλικία, έπαιρναν τα ονόματα από αυτήν. Ενώ σε εκείνους που επρόκειτο να χορηγηθεί αργότερα και το όνομα δινόταν.
Αλλά τότε μεν ο καθένας λάμβανε διάφορα ονόματα. Τώρα δε όλοι έχουμε ένα, εκείνο που είναι ανώτερο από όλα, το ότι ονομαζόμαστε Χριστιανοί και υιοί του Θεού και φίλοι και σώμα. Διότι η ονομασία αυτή είναι αρκετή να μας διεγείρει περισσότερο από όλες εκείνες και να μας κάνει περισσότερο πρόθυμους στο να εργαζόμαστε την αρετή.
Ας μην κάνουμε, λοιπόν, πράξεις ανάξιες προς την τιμή που μας προσδίδει το όνομα, κατανοώντας την υπεροχή της αξίας, εμείς οι οποίοι ονομαζόμαστε του Χριστού. Διότι έτσι μας ονόμασε ο Παύλος. Ας κατανοήσουμε και ας σεβαστούμε την σπουδαιότητα του ονόματός μας. Διότι, εάν εκείνος που λέγεται ότι ανήκει σε κάποιον επιφανή στρατηγό ή και κάποιον άλλο διάσημο άνδρα, υπερηφανεύεται όταν λέγει ότι είναι του τάδε ή του τάδε και θεωρεί μέγα αξίωμα το όνομα και κάνει το παν για να μην καταισχύνει με τη ραθυμία του εκείνον του οποίου φέρει το όνομα, εμείς οι οποίοι δεν φέρομε το όνομα κάποιου στρατηγού, ούτε οποιουδήποτε επιγείου άρχοντος, ούτε αγγέλου, ούτε αρχαγγέλου, ούτε των Σεραφείμ, αλλά του ίδιου του Βασιλέως αυτών, δεν θα δώσομε ακόμη και την ψυχή μας την ίδια για να μην ατιμάσουμε Αυτόν που μας έκανε την τιμή;[…]
Ομιλία Κ΄[:Ιω.1,44-48]
«Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. Ἦν δὲ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου (:Την άλλη μέρα αποφάσισε ο Ιησούς να αναχωρήσει για τη Γαλιλαία. Βρίσκει τότε τον Φίλιππο και του λέει: ‘’Ακολούθησέ με στο ταξίδι που πρόκειται να κάνω’’. Ο Φίλιππος μάλιστα καταγόταν από τη Βηθσαϊδά, την πατρίδα του Ανδρέα και του Πέτρου)»[Ιω. 1,44-45]
Όπως λέει η παροιμία «εκείνος που φροντίζει επιμελώς για κάτι, έχει κάποια ωφέλεια» [Πρόκειται για παροιμία, που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες και οι Εβραίοι]. Ο Χριστός όμως υπονοούσε κάτι περισσότερο, όταν έλεγε «ὁ ζητῶν εὑρίσκει(: εκείνος που ζητεί, βρίσκει)» [Ματθ. 7,8]. Από αυτό, λοιπόν, γεννάται η απορία μου, γιατί ο Φίλιππος ακολούθησε τον Χριστό. Ο Ανδρέας πάντως Τον ακολούθησε, διότι είχε ακούσει σχετικά με Αυτόν από τον Ιωάννη και ο Πέτρος είχε ακούσει από τον Ανδρέα. Ο Φίλιππος όμως χωρίς να ακούσει τίποτε από κανέναν, αλλά μόνον τον λόγο του Χριστού: «Ακολούθησέ με», υπάκουσε αμέσως και δεν αποχώρησε, αλλά έγινε κήρυκας Αυτού στους άλλους. Διότι, αφού πήγε στον Ναθαναήλ, του είπε: «ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται εὑρήκαμεν(:«Εκείνον για τον οποίο έγραψε ο Μωυσής στον νόμο και προανήγγειλαν οι προφήτες, τον βρήκαμε)»[Ιω.1,46]. Βλέπεις πόσο επιμελημένη σκέψη είχε και πόσο συχνά μελετούσε τα γραπτά του Μωυσή και περίμενε την έλευση του Χριστού; Διότι το «Βρήκαμε» ανήκει σε εκείνον, ο οποίος πάντοτε ζητεί: «Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν(:Την άλλη μέρα αποφάσισε ο Ιησούς να αναχωρήσει για τη Γαλιλαία)». Και δεν προσκαλεί κανένα, πριν ακούσει κάτι για Αυτόν.
Και αυτό το κάνει πράγματι όχι χωρίς αιτία, αλλά με υπέρτατη σοφία και σύνεση. Διότι, εάν Εκείνος τους προσέλκυσε χωρίς να το θέλουν, ίσως έπειτα να απομακρύνονταν. Όταν όμως διαλέγουν αυτό με τη θέλησή τους, στο εξής θα παραμείνουν ακλόνητοι. Κάλεσε, λοιπόν, πλησίον Του τον Φίλιππο, επειδή ήταν γνωστότερός Του, διότι, αφού είχε γεννηθεί και ανατραφεί στη Γαλιλαία, τον γνώριζε περισσότερο. Αφού, λοιπόν, πήρε μαζί Του τους μαθητές Του, πήγε να αγρεύσει τους άλλους και προσελκύει τον Φίλιππο και τον Ναθαναήλ. Και δεν πρέπει να απορεί κανείς με αυτό, διότι η φήμη του Ιησού είχε απλωθεί σε ολόκληρη τη Συρία. Και το παράδοξο ήταν ότι Τον ακολούθησαν ο Πέτρος και ο Ιάκωβος και ο Φίλιππος, όχι μόνο διότι είχαν πιστέψει πριν από τις αποδείξεις περί Αυτού, αλλά και διότι κατάγονταν από την Γαλιλαία, από την οποία ούτε προφήτης, ούτε κάτι καλό μπορούσε να προέλθει. Διότι ήταν γένος αγροτικό, άξεστο και σκληρό.
Και από εδώ απέδειξε ο Ιησούς την δύναμή Του, αφού από τη γη που δεν παράγει κανένα καρπό, εξήγαγε την εκλεκτή μερίδα των μαθητών Του. Πιθανόν, λοιπόν, είναι ότι ο Φίλιππος Τον ακολούθησε, διότι είδε τον Πέτρο και άκουσε περί Αυτού από τον Ιωάννη, αλλά είναι επίσης πιθανόν ότι η φωνή του Ιησού τον έκανε να ασχοληθεί μέσα του. Όλα αυτά ο Ευαγγελιστής τα αφηγείται κεφαλαιωδώς. Εκείνος γνώριζε αυτό, ότι δηλαδή θα έλθει ο Χριστός, αγνοούσε όμως ότι Αυτός εδώ ήταν ο Χριστός και νομίζω ότι αυτό το έμαθε ή από τον Πέτρο ή από τον Ιωάννη. Αναφέρει μάλιστα και το όνομα του χωρίου του ο Ιωάννης για να μάθεις ότι ο Θεός διάλεξε τα ασθενή του κόσμου. «Εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ(:Βρίσκει στο μεταξύ ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ και του λέει: ‘’Εκείνον για τον οποίο έγραψε ο Μωυσής στον νόμο και προανήγγειλαν οι προφήτες, τον βρήκαμε. Είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ, και κατάγεται από τη Ναζαρέτ’’)» [Ιω.1,46]. Και τα λέγει αυτά για να κάνει το κήρυγμα αξιόπιστο, συνδέοντας αυτό με τον Μωυσή και τους προφήτες και για να κάνει ως εκ τούτου τον ακροατή ευσεβέστερο.
Επειδή, λοιπόν, ο Ναθαναήλ ήταν έμπειρος και φιλόπονος μελετητής της αλήθειας, όπως και ο Χριστός δήλωσε και έμπρακτα απέδειξε, δίκαια τον παρέπεμψε στον Μωυσή και τους Προφήτες, για να παραδεχθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο τον κηρυσσόμενο. Εάν δε Εκείνον τον ονομάζει «υιό του Ιωσήφ», να μην ταραχθείς. Διότι μέχρι τώρα εθεωρείτο υιός του Ιωσήφ. Και από πού ομολογείται, Φίλιππε, ότι Αυτός είναι Εκείνος περί του Οποίου ομιλείς; Ποια απόδειξη μάς δίδεις; Διότι δεν αρκεί μόνο το να το διακηρύσσεις. Ποιο σημείο είδες; Ποιο θαύμα; Δεν είναι άνευ κινδύνου το να δίνει κανείς πίστη σε τέτοια πράγματα αφελώς. Ποια, λοιπόν, απόδειξη έχεις; «Την ίδια ακριβώς», λέγει, «την οποία έχει ο Ανδρέας». Διότι εκείνος, επειδή δεν μπορούσε να παραστήσει τον πλούτο που είχε βρει, ούτε να περιγράψει με λόγια τον θησαυρό, οδηγεί τον αδελφό του προς τον Ευρεθέντα. Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπο και αυτός δεν του εξήγησε πώς εκείνος ήταν ο Χριστός και πώς Εκείνον είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, αλλά τον οδήγησε στον Ιησού, επειδή γνώριζε ότι αν γευτεί τους λόγους και τη διδασκαλία Του, δεν πρόκειται να φύγει πλέον. Και τον ρώτησε ο Ναθαναήλ: «Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι;(: Από τη Ναζαρέτ, το κακό και άσημο αυτό χωριό, μπορεί να βγει τίποτα καλό;)»[Ιω1,47]. Και ο Φίλιππος του απάντησε: «Ἔρχου καὶ ἴδε(:Έλα, και όταν τον δεις με τα μάτια σου, θα πεισθείς)».
Και είδε ο Ιησούς ότι ο Ναθαναήλ πήγαινε προς Αυτόν και είπε: «Ἲδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι(:Να ένας γνήσιος και πραγματικός Ισραηλίτης, που δεν έχει στην καρδιά του καμία πονηριά και δόλο, αλλά ποθεί με ειλικρίνεια να βρει την αλήθεια)»[Ιω.1,48]. Και επειδή ο Ναθαναήλ είχε ρωτήσει: «Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι;(:Πώς είναι δυνατόν να προέλθει κάτι καλό από την Ναζαρέτ;)», γι’ αυτόν τον επαινεί και τον θαυμάζει. Μήπως ήταν προτιμότερο να επιπληχθεί; Καθόλου. Διότι ούτε τα λόγια προέρχονταν από άνθρωπο που δεν πιστεύει, ούτε άξια τιμωρίας ήσαν, αλλά επαίνου.
Πώς και γιατί; Διότι ο Ναθαναήλ είχε μελετήσει τις προφητείες περισσότερο από τον Φίλιππο. Είχε μάθει δηλαδή από τις Γραφές, ότι ο Χριστός θα γεννηθεί στη Βηθλεέμ, στην κώμη από την οποία καταγόταν και ο Δαβίδ. Αυτή η άποψη επικρατούσε μεταξύ των Ιουδαίων και ο προφήτης την είχε προαναγγείλει κάποτε με τα εξής λόγια: «Καὶ σύ, Βηθλεέμ, οἶκος τοῦ Ἐφραθά, ὀλιγοστὸς εἶ τοῦ εἶναι ἐν χιλιάσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ μοι ἐξελεύσεται τοῦ εἶναι εἰς ἄρχοντα ἐν τῷ Ἰσραήλ, καὶ αἱ ἔξοδοι αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος(:Κι εσύ, Βηθλεέμ, που ονομάζεσαι και οίκος του Ευφραθά, είσαι ολιγάριθμη σε πληθυσμό μεταξύ των πόλεων της φυλής του Ιούδα· δεν έχεις ούτε χίλιους κατοίκους. Μολονότι, όμως, είσαι μικρό και άσημο χωριό, θα καταστείς διάσημη, ένδοξη και περίφημη· διότι από εσένα θα βγει, δια της δυνάμεώς μου και του Πνεύματός μου άρχων του Ισραηλιτικού λαού. Η αρχή δε του ένδοξου αυτού άρχοντος, η από του Θεού Πατρός γέννησίς Του, είναι απ’ αρχής, προ πάντων των αιώνων είναι προαιώνια και υπερβαίνει τον χρόνο· ο άρχων αυτός υπάρχει αϊδίως, από την άναρχη και άχρονη αιωνιότητα. Πρόκειται για τον Μεσσία)» [Μιχ.5,1]· βλ. και Ματθ.2,6: «Καὶ σὺ Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ (:Κι εσύ, Βηθλεέμ, που περιλαμβάνεσαι στη χώρα της φυλής του Ιούδα, αν και φαίνεσαι μικρό χωριό, δεν είσαι καθόλου η πιο ασήμαντη πόλη από τις πρωτεύουσες που ξεχωρίζουν στην περιοχή της φυλής του Ιούδα. Και δεν είσαι η πιο μικρή, διότι από σένα θα βγει άρχοντας, ο οποίος θα ποιμάνει τον λαό μου τον Ισραήλ)» καθώς και Ιω.7,42: «Οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυΐδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυΐδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται;(: Δεν είπε η Αγία Γραφή ότι ο Μεσσίας Χριστός θα προέρχεται από το γένος του Δαβίδ και από το χωριό της Βηθλεέμ, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Δαβίδ;)».
Όταν, λοιπόν, ο Ναθαναήλ άκουσε ότι ήταν από την Ναζαρέτ, ταράχτηκε και άρχισε να αμφιβάλλει, γιατί έβλεπε ότι οι λόγοι του Φιλίππου δεν ήσαν σύμφωνοι με την προφητική πρόβλεψη. Αξίζει δε να παρατηρηθεί, πόσο συνετός και μετρημένος ήταν στην αμφιβολία του. Διότι δεν είπε: «Με απατάς, Φίλιππε, και ψεύδεσαι. Δεν πιστεύω και δεν θα έλθω μαζί σου. Έμαθα από τους προφήτες ότι ο Χριστός πρόκειται να έλθει από την Βηθλεέμ και συ λες από την Ναζαρέτ. Επομένως Αυτός δεν είναι ο Χριστός». Φυσικά δεν είπε τίποτε από αυτά, αλλά τι έκανε; Πήγε και Αυτός σε συνάντηση του Ιησού και με το ότι δεν παραδεχόταν ότι κατάγεται από τη Ναζαρέτ, απέδειξε ότι γνώριζε καλά τις Γραφές και ότι ο χαρακτήρας του αποστρεφόταν την απάτη, ενώ με το ότι δεν απέπεμψε αυτόν που του ανήγγειλε αυτά, έδειξε τη μεγάλη επιθυμία που είχε για την έλευση του Χριστού. Διότι σκεπτόταν ότι δυνατόν ο Φίλιππος να είχε κάνει λάθος ως προς τον τόπο.
Παρατήρησε επίσης και την άρνησή του, πώς την είχε κάνει με σώφρονα τρόπο και με ποιο τρόπο ερωτά. Δεν είπε δηλαδή: «Κανένα καλό δεν προέρχεται από τη Γαλιλαία», αλλά «Είναι δυνατόν από τη Ναζαρέτ να προέλθει κάτι καλό;». Ήταν δε ο Φίλιππος πάρα πολύ συνετός. Διότι όταν ο Ναθαναήλ απορεί, δεν αγανακτεί, ούτε στενοχωρείται, αλλά επιμένει, επειδή θέλει να οδηγήσει τον άνδρα στον Χριστό και να δείξει σε μας από την αρχή την αρμόζουσα αποστολική σταθερότητα. Γι'αυτό και ο Χριστός λέγει: «Ἲδε ἀληθῶς ᾿Ισραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι(:Να ένας γνήσιος και πραγματικός Ισραηλίτης, που δεν έχει στην καρδιά του καμία πονηριά και δόλο, αλλά ποθεί με ειλικρίνεια να βρει την αλήθεια)»[Ιω.1,48]. Ώστε υπάρχει και ψευδής Ισραηλίτης. Αλλά αυτός δεν είναι τέτοιος. «Διότι η κρίση του», λέγει, «είναι αδέκαστη και δεν λέγει τίποτε προς ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια». Και οι Ιουδαίοι ακόμη, όταν ρωτήθηκαν πού γεννήθηκε ο Χριστός, είπαν ότι γεννήθηκε στη Βηθλεέμ και προσκόμισαν την εξής απόδειξη: «Και συ, Βηθλεέμ, δεν είσαι καθόλου μικρότερη μεταξύ των αρχηγών του Ιούδα». Αλλά εκείνοι μεν χρησιμοποιούσαν αυτή την μαρτυρία, πριν δουν τον Χριστό. Όταν όμως Τον είδαν, απέκρυψαν την μαρτυρία από φθόνο λέγοντας: «Τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν(:Αυτός μας είναι άγνωστος και δεν ξέρουμε από πού είναι και από πού στάλθηκε)» [Ιω.9,29].
Αλλά ο Ναθαναήλ δεν μίλησε κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά την γνώμη που είχε σχηματίσει από την αρχή για τον Χριστό, αυτήν διατηρούσε συνεχώς, ότι δηλαδή δεν κατάγεται από την Ναζαρέτ. Πώς λοιπόν οι προφήτες ονομάζουν Αυτόν «Ναζωραίο»; Από το ότι ανετράφη και έμεινε εκεί. Το να πει λοιπόν: «Δεν είμαι από την Ναζαρέτ, όπως σε πληροφόρησε ο Φίλιππος, αλλά από την Βηθλεέμ», το άφησε, ώστε να μην κάνει αμέσως τον λόγο αμφισβητήσιμο. Εκτός όμως αυτού και αν ακόμη τον έπειθε, πάλι αυτό δεν θα του έδινε ικανοποιητική απόδειξη ότι Αυτός είναι ο Χριστός. Διότι, τι εμπόδιζε και αν δεν ήταν ο Χριστός, να κατάγεται από την Βηθλεέμ, όπως και οι άλλοι, που είχαν γεννηθεί εκεί;
Αυτό, λοιπόν, το αφήνει κατά μέρος και κάνει εκείνο που μπορεί να προσελκύσει αυτόν στην πίστη. Αποδεικνύει δηλαδή ότι ήταν παρών όταν αυτοί συζητούσαν. Διότι, όταν ο Ναθαναήλ ρώτησε: «Από πού με γνωρίζεις;», του απάντησε: «Σε είδα κάτω από τη συκιά, πριν σε καλέσει ο Φίλιππος».
Βλέπε άνθρωπο σταθερό και βέβαιο. Διότι, όταν ο Χριστός είπε «Να ένας αληθινός Ισραηλίτης», δεν κολακεύτηκε από τους επαίνους, ούτε παρασύρθηκε από τα εγκώμια, αλλά ζητεί επίμονα και ερευνά με μεγαλύτερη ακρίβεια και θέλει να μάθει κάτι το σαφές. Και ο μεν Ναθαναήλ εξέταζε ακόμη ως άνθρωπος, ο δε Ιησούς απάντησε ως Θεός. Διότι είπε «Από επάνω σε γνωρίζω», την δε σωφροσύνη του χαρακτήρα του δεν την είχε παρακολουθήσει ως άνθρωπος, αλλά την γνώρισε από επάνω ως Θεός.
Και πρόσθεσε: «Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὂντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε (:Πριν ακόμη σε φωνάξει ο Φίλιππος, όταν ήσουν κάτω από τη συκιά και προσευχόσουν μακριά από κάθε μάτι ανθρώπου, Εγώ με το υπερφυσικό και θείο μου βλέμμα σε είδα)», όταν δεν ήταν κανείς άλλος παρών εκεί, αλλά ήταν μόνο ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ και όλα αυτά τα είπαν ιδιαιτέρως. Γι'αυτό ακριβώς ελέχθη ότι «όταν είδε αυτόν από μακριά, είπε: ‘’Να ένας αληθινός Ισραηλίτης’’», για να μάθει ο Ναθαναήλ ότι πριν ακόμη πλησιάσει ο Φίλιππος, ο Χριστός έλεγε ήδη αυτά, ώστε η μαρτυρία να μην προκαλέσει υποψία. Γι’ αυτόν τον λόγο είπε και τον καιρό και τον τόπο και το δέντρο. Διότι εάν έλεγε μόνο: «Σε είδα, πριν σε πλησιάσει ο Φίλιππος», ίσως υποπτευόταν ότι Αυτός είχε στείλει τον Φίλιππο και θα ήταν ανάξιο λόγου. Τώρα όμως με το να πει τον τόπο, στον οποίο βρισκόταν όταν τον κάλεσε ο Φίλιππος, καθώς και το όνομα του δέντρου και τον χρόνο της συζητήσεως, απέδειξε ότι η προαναγγελία ήταν αναμφισβήτητη.
Και δεν δήλωσε μόνο την προαναγγελία, αλλά και με άλλο τρόπο δίδαξε τον Ναθαναήλ. Υπενθύμισε δηλαδή στον Ναθαναήλ εκείνα που ειπώθηκαν τότε, όπως δηλαδή: «Από τη Ναζαρέτ είναι δυνατόν να προέλθει κάτι καλό;», για το οποίο μάλιστα με μεγαλύτερη διάθεση δέχτηκε αυτόν και ότι ενώ αυτός είχε πει αυτά, δεν τον αποδοκίμασε, αλλά αντίθετα τον επαίνεσε και τον θαύμασε. Για τον λόγο αυτόν ο Ναθαναήλ εξαιτίας αυτού πίστεψε, ότι πράγματι ήταν ο Χριστός και από την προφητεία και από το ότι είχε εξετάσει με ακρίβεια τη γνώμη αυτού, το οποίο αποδείκνυε ότι Εκείνος γνώριζε και όσα είχε στον νου του. Και μάλιστα και για το ότι είπε όσα ο ίδιος πίστευε, όχι μόνο δεν τον μέμφθηκε, αλλά και τον επαίνεσε. Και είπε μεν, ότι τον κάλεσε ο Φίλιππος, τι όμως συζήτησε με αυτόν και τι αυτός με εκείνον, το παρέλειψε, για να αφήσει ήσυχη τη συνείδησή του και επειδή δεν ήθελε να ελέγξει αυτόν περισσότερο.
Τι συνέβη λοιπόν; Πριν καλέσει τον Φίλιππο είδε αυτόν μόνο και δεν τον είχε δει προηγουμένως με τον ακοίμητο εκείνο οφθαλμό Του; Τον είχε δει και κανείς δεν μπορεί να αντείπει. Αλλά έπρεπε πρώτα να λεχθεί αυτό, για το οποίο υπήρχε απόλυτη ανάγκη. Τι έκανε, λοιπόν, εκείνος; Επειδή είχε λάβει αναμφισβήτητη απόδειξη της προγνώσεως, ήλθε στην ομολογία δηλώνοντας και τη μεταμέλειά του για την προηγούμενη αργοπορία και την ευσέβειά του για την μετά ταύτα συγκατάθεση. Διότι, λέγει ο Ευαγγελιστής, απάντησε και είπε σε Αυτόν: «Ῥαββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ (:Διδάσκαλε, εσύ πράγματι είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασιλεύς του Ισραήλ που περιμέναμε σύμφωνα με τις προφητείες)»[Ιω.1,50].
Είδες ψυχή που γέμισε όλη από χαρά και που με τα λόγια περιπτύσσεται τον Ιησού; «Εσύ είσαι», του λέγει, «Εκείνος που περιμέναμε, Εκείνος που ζητούμε». Είδες πώς εκπλήσσεται, πώς θαυμάζει, πώς σκιρτά και πηδά από χαρά; Έτσι πρέπει να χαιρόμαστε και εμείς που αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε τον Υιό του Θεού. Να χαιρόμαστε δε, όχι μόνο κατά διάνοια, αλλά και να αποδεικνύομε αυτό εμπράκτως. Τι δε είναι ίδιο γνώρισμα αυτών που χαίρονται; Να πείθονται σε Εκείνον με τον Οποίο γνωρίστηκαν. Έργον δε των πειθομένων είναι, το να κάνουν εκείνα που θέλει Αυτός. Διότι, αν πρόκειται να πράττουμε όσα Τον εξοργίζουν, από πού θα φανεί ότι χαιρόμαστε; Δεν βλέπετε και στα σπίτια, όταν κάποιος υποδέχεται κάποιον από τους προσφιλείς του, πώς τα κάνει όλα με χαρά, τρέχοντας επάνω-κάτω και αν είναι ανάγκη να διαθέσει όλα τα υπάρχοντα, χωρίς να φείδεται κανενός, ώστε να ευχαριστήσει τον φιλοξενούμενο; Εάν δε κάποιος, ενώ προσκαλεί, δεν υπακούει και δεν κάνει εκείνα που ευχαριστούν αυτόν και αν μύριες φορές λέγει ότι χαίρεται για την παρουσία του, ποτέ δεν θα γίνει πιστευτός από τον φιλοξενούμενο. Διότι αυτό πρέπει να αποδεικνύεται με τα έργα[…].
Ομιλία ΚΑ΄
[επιλεγμένο απόσπασμα· υπομνηματισμός Ιω.1,49-52]
«Ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ. Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; Μείζω τούτων ὄψει(:Τότε ο Ναθαναήλ τού αποκρίθηκε: ‘’Διδάσκαλε, εσύ πράγματι είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασιλεύς του Ισραήλ που περιμέναμε σύμφωνα με τις προφητείες’’. Και ο Ιησούς τού απάντησε: ‘’Επειδή σου είπα ότι σε είδα κάτω από τη συκιά πιστεύεις; Θα δεις πιο μεγάλα και πιο θαυμαστά πράγματα απ’ αυτά’’)»[Ιω.1,49-1,51].
Έχουμε ανάγκη από πολλή φροντίδα, αγαπητοί μου, και από μεγάλη αγρυπνία, ώστε να μπορέσουμε να εξετάσουμε το βάθος των αγίων Γραφών. Διότι, ούτε χωρίς κόπο ούτε ησυχάζοντας είναι δυνατό να βρούμε το νόημά τους, αλλά χρειάζεται λεπτομερής έρευνα και συνεχής προσοχή, για να μπορέσουμε έστω και λίγο να εισδύσουμε στα ιερά εκείνα μυστήρια. Διότι ιδού και σήμερα δεν πρόκειται για ασήμαντο ζήτημα, αλλά για ζήτημα που έχει ανάγκη και μεγάλης προσοχής και έρευνας.
Διότι, όταν ο Ναθαναήλ είπε: «Σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ (:Συ είσαι ο Υιός του Θεού)», ο Χριστός απάντησε: «Ὃτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; Μείζω τούτων ὄψει(:Επειδή σε είδα κάτω από τη συκιά, πιστεύεις; Θα δεις μεγαλύτερα από αυτά)». Τι, τέλος πάντων, ζητούμε σε αυτά που ελέχθησαν; Ότι ο μεν Πέτρος αφού ομολόγησε έπειτα από τόσα θαύματα και τέτοια διδασκαλία: «Εσύ είσαι ο Υιός του Θεού», μακαρίζεται ως δεχθείς την αποκάλυψη από τον Πατέρα, ο δε Ναθαναήλ, αν και είπε το ίδιο και πριν από τα θαύματα και πριν από την διδασκαλία, δεν άκουσε από τον Ιησού κάτι παρόμοιο, αλλά επιπλέον σαν να μην είχε πει κάτι τέτοιο, παρά όσον ήταν αναγκαίο να πει, παραπέμπεται σε μεγαλύτερα; Ποια, λοιπόν, είναι η αιτία αυτού; Ότι τα ίδια λόγια είπε και ο Πέτρος και ο Ναθαναήλ, αλλά όχι με το ίδιο νόημα ο καθένας, αλλά ο μεν Πέτρος ομολόγησε ότι είναι Υιός του Θεού, Θεός αληθινός, ο δε Ναθαναήλ ότι είναι απλώς άνθρωπος.
Και από πού το βλέπουμε αυτό; Από αυτά που ελέχθησαν κατόπιν. Όταν δηλαδή ο Ναθαναήλ είπε «Συ είσαι ο Υιός του Θεού», πρόσθεσε «σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ(:εσύ είσαι ο βασιλεύς του Ισραήλ)»[Ιω.1,50]. Αλλά ο Υιός του Θεού δεν είναι μόνο βασιλεύς του Ισραήλ, αλλά και ολόκληρης της οικουμένης. Και αυτό δεν είναι φανερό μόνο εξ αυτού, αλλά και εκ των εξής: Στον Πέτρο δηλαδή τίποτε πλέον δεν πρόσθεσε ο Χριστός, αλλά σαν η πίστη του να ήταν τέλεια, είπε ότι θα οικοδομήσει την Εκκλησία επάνω στην ομολογία του. Εδώ όμως δεν έκανε κάτι παρόμοιο, αλλά το αντίθετο μάλιστα. Διότι σαν να έλειπε το μεγαλύτερο και το καλύτερο μέρος της ομολογίας, πρόσθεσε τα υπόλοιπα. Τι είπε δηλαδή; «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου(:Αληθινά σας διαβεβαιώνω ότι από τώρα που άνοιξε ο ουρανός κατά τη βάπτισή μου, θα δείτε κι εσείς τον ουρανό ανοιγμένο, και τους αγγέλους του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν στον Υιό του Θεού. Αυτός έγινε και τέλειος άνθρωπος, και ως υιός του ανθρώπου είναι μοναδικός αντιπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους˙ και πρόκειται να έλθει και πάλι ως Κριτής ένδοξος καθισμένος πάνω σε νεφέλες. Θα ανεβαίνουν και θα κατεβαίνουν οι άγγελοι προκειμένου να υπηρετούν Αυτόν και την Εκκλησία Του)» [Ιω.1,52].
Βλέπεις πώς αποσπά αυτόν βαθμηδόν από τη γη και τον κάνει να μην τον φαντάζεται πλέον ως ένα απλά και μόνο άνθρωπο; Διότι Εκείνος που υπηρετούν άγγελοι και επάνω από τον Οποίο άγγελοι ανεβαίνουν και κατεβαίνουν, πώς είναι δυνατόν να είναι άνθρωπος; Γι'αυτό είπε: «Θα δεις μεγαλύτερα από αυτά» και αφού έδειξε αυτό, πρόσθεσε την υπηρεσία των αγγέλων. Εκείνο δε που εννοεί, είναι το εξής: «Αυτό σου φάνηκε μεγάλο, Ναθαναήλ, και γι'αυτό με ομολόγησες βασιλέα του Ισραήλ. Τι θα πεις λοιπόν, όταν δεις τους αγγέλους να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν επάνω από Εμένα;». Με αυτά προσπαθούσε να πείσει αυτόν, ώστε να Τον ομολογήσει και Κύριο των αγγέλων.
Διότι, όπως σε αληθινό υιό βασιλέως, έτσι ανέρχονταν και κατέρχονταν οι βασιλικοί υπηρέτες, αφενός μεν κατά τον καιρό της Σταυρώσεως, αφετέρου δε κατά τον καιρό της Αναστάσεως και της Αναλήψεως, αλλά και προηγουμένως, όταν προσήλθαν και Τον υπηρετούσαν, όταν ανήγγειλαν την Γέννησή Του, όταν έψαλλαν «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία(:Δοξασμένος ας είναι ο Θεός στα ύψιστα μέρη του ουρανού απ’ τους αγγέλους που κατοικούν εκεί˙ και στη γη ολόκληρη, που είναι ταραγμένη απ’ την αμαρτία και τα βίαια πάθη της, ας βασιλεύσει η θεία ειρήνη)»[Λουκά 2,14], όταν παρουσιάστηκαν άλλοτε μεν στην Μαρία, άλλοτε δε στον Ιωσήφ.
Και εκείνο που είχε κάνει πολλές φορές, αυτό κάνει και τώρα. Λέει δύο προφητείες και της μεν πρώτης δίνει ήδη την απόδειξη, την δε μέλλουσα βεβαιώνει από την παρούσα. Διότι από όσα ελέχθησαν, για άλλα μεν έλαβε την απόδειξη, όπως παραδείγματος χάριν: «πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε(:Πριν ακόμη σε φωνάξει ο Φίλιππος, όταν ήσουν κάτω από τη συκιά και προσευχόσουν μακριά από κάθε μάτι ανθρώπου, εγώ με το υπερφυσικό και θείο μου βλέμμα σε είδα)»[Ιω.1,49], άλλα δε επρόκειτο να συμβούν και συνέβησαν αργότερα, όπως η κάθοδος και η άνοδος των αγγέλων κατά την Σταύρωση, κατά την Ανάσταση και κατά την Ανάληψη, πράγμα το οποίο καθιστά αξιόπιστο δια των λεχθέντων και προ της εκπληρώσεώς τους. Διότι εκείνος που γνώρισε την δύναμή Του στο παρελθόν, όταν ακούει και για το μέλλον, ευκολότερα θα παραδεχόταν και αυτήν την προφητεία.
Τι έκαμε, λοιπόν, ο Ναθαναήλ; Δεν απάντησε τίποτε σε αυτό. Γι’ αυτόν τον λόγο και ο Χριστός μέχρις εδώ έθεσε τέλος στον λόγο προς αυτόν, για να αφήσει χρόνο να σκεφτεί τα λόγια Του κατ’ ιδίαν και διότι δεν ήθελε όλα να τα παραχωρήσει αθρόως, αλλά αφού έριξε σε εύφορο γη τους σπόρους, αφήνει αυτήν να καρποφορήσει με ησυχία. Αυτό το ίδιο δήλωσε αλλού με τα εξής λόγια: «Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ σπείραντι καλὸν σπέρμα ἐν τῷ ἀγρῷ αὐτοῦ· ἐν δὲ τῷ καθεύδειν τοὺς ἀνθρώπους ἦλθεν αὐτοῦ ὁ ἐχθρὸς καὶ ἔσπειρεν ζιζάνια ἀνὰ μέσον τοῦ σίτου καὶ ἀπῆλθεν(:Η Βασιλεία των ουρανών, η Εκκλησία δηλαδή που θα κατακτήσει τον κόσμο ολόκληρο, και ο λόγος της αλήθειας που κηρύττει σε όλο τον κόσμο δια της Εκκλησίας, μοιάζει με άνθρωπο που έσπειρε καλό σπόρο στο χωράφι του. Έτσι κι ο Κύριος σπέρνει πάντοτε τον καλό σπόρο της σωτήριας αλήθειας στον κόσμο που κατακτάται από την Εκκλησία. Την ώρα όμως που κοιμούνταν οι άνθρωποί του, ήλθε ο εχθρός του, ο διάβολος δηλαδή, κι έσπειρε ανάμεσα στο σιτάρι ήρα, το ζιζάνιο δηλαδή των σιτηρών, κι έφυγε.)» [Ματθ.13,24-25]. […] [Στη συνέχεια της ομιλίας ΚΑ΄ υπομνηματίζεται το θαύμα στην Κανά, στο επόμενο κεφάλαιο του κατά Ιωάννην ευαγγελίου].
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
πηγή: https://adontes.blogspot.com/
.png)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου