Σάββατο 13 Μαΐου 2023

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ [:Πράξ. 11,19-30] Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ [Ὑπομνηματισμός τῶν ἐδαφίων Πράξ. 11, 19-30]

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ[:Πράξ.11,19-30]


Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ

ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ

[Ὑπομνηματισμὸς τῶν ἐδαφίων Πράξ. 11, 19-30]

«Οἱ μὲν οὖν διασπαρέντες ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ Ἀντιοχείας, μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ μὴ μόνον Ἰουδαίοις(:ἀλλὰ προτοῦ συμβοῦν αὐτὰ μὲ τὸν Κορνήλιο, στοὺς Χριστιανοὺς τῶν Ἱεροσολύμων ἐπικρατοῦσε ἡ προκατάληψη ὅτι οἱ ἐθνικοὶ δὲν εἶχαν τὰ ἴδια δικαιώματα μὲ τοὺς Ἰουδαίους στὴ σωτηρία ποὺ χαρίζει ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἐκεῖνοι λοιπὸν ποὺ εἶχαν φύγει ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ εἶχαν διασκορπιστεῖ λόγῳ τοῦ διωγμοῦ ποὺ εἶχε γίνει ἐξαιτίας τοῦ Στεφάνου, ἔφθασαν μέχρι τὴ Φοινίκη καὶ τὴν Κύπρο καί τὴν Ἀντιόχεια. Καὶ σὲ κανέναν ἄλλο δὲν κήρυτταν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ παρὰ μόνο στοὺς Ἰουδαίους)»[Πράξ. 11,19]. Δὲν τὸ ἔκαναν αὐτὸ φοβούμενοι τοὺς ἀνθρώπους, διότι τὸν φόβο δὲν τὸν σκέφτονταν καθόλου, ἀλλὰ τὸ ἔκαναν τηρῶντας τὸν νόμο καὶ δείχνοντας ἀκόμη ἀνοχὴ σὲ αὐτούς.

Δὲν συνέβαλε λίγο ὁ διωγμὸς στὴ διάδοση τοῦ θείου λόγου· διότι λέγει ὁ Παῦλος: «Οἴδαμεν δὲ ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν(:Ναί. Στενάζουμε, ἀλλὰ γνωρίζουμε ὅτι σὲ ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεό, ὅλα συνεργοῦν γιὰ τὸ καλό τους. Αὐτοὶ κλήθηκαν σύμφωνα μὲ τὴν προαιώνια ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ καὶ δέχτηκαν τὴ σωτήρια κλήση. Πῶς λοιπὸν νὰ μὴ συνεργοῦν ὅλα γιὰ τὸ καλό τους;)»[Ρωμ. 8,28]. Δὲν θὰ μποροῦσαν τίποτα ἄλλο νὰ κάνουν, ἐὰν ἐπιδίδονταν μὲ θέρμη ἔχοντας ὡς προκαθορισμένο σκοπό τους τὸ νὰ στερεώσουν τὴν ἐκκλησία, παρὰ αὐτὸ ἀκριβῶς· καὶ ἐννοῶ δηλαδὴ τὸ νὰ διασκορπίσουν σὲ ὅλα τὰ μέρη τοὺς δασκάλους.

Καὶ πρόσεχε μέχρι ποῦ ἐπεκτάθηκε τὸ κήρυγμα: «Διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ Ἀντιοχείας(:ἔφθασαν μέχρι τὴ Φοινίκη καὶ τὴν Κύπρο καὶ τὴν Ἀντιόχεια)», λέγει, «μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ μὴ μόνον Ἰουδαίοις(:καὶ σὲ κανέναν ἄλλο δὲν κήρυτταν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ παρὰ μόνο στοὺς Ἰουδαίους)». Βλέπεις ὅτι κατὰ θεία οἰκονομία ἔγιναν ὅλα ἐκεῖνα τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Κορνήλιο; Αὐτὸ ἐπίσης ἀποτελεῖ καὶ ἀπολογία γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ κατηγορία γιὰ τοὺς Ἰουδαίους.

Ὅταν λοιπὸν θανατώθηκε ὁ Στέφανος[βλ. Πράξ. 7, 58-60: «Καὶ ἐκβαλόντες ἔξω τῆς πόλεως ἐλιθοβόλουν. καὶ οἱ μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ἱμάτια αὐτῶν παρὰ τοὺς πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου,καὶ ἐλιθοβόλουν τὸν Στέφανον, ἐπικαλούμενον καὶ λέγοντα· Κύριε ᾿Ιησοῦ, δέξαι τὸ πνεῦμα μου. θεὶς δὲ τὰ γόνατα ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ· Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐκοιμήθη. Σαῦλος δὲ ἦν συνευδοκῶν τῇ ἀναιρέσει αὐτοῦ(:καὶ ἀφοῦ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, ἄρχισαν νὰ τὸν λιθοβολοῦν. Καὶ οἱ μάρτυρες, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν νόμο ἔπρεπε πρῶτοι νὰ ρίξουν πέτρες ἐναντίον του, ἄφησαν τὰ ροῦχα τους κοντὰ στὰ πόδια κάποιου νέου ποὺ λεγόταν Σαῦλος, γιὰ νὰ τὰ φυλάει. Καὶ ἐνῶ ἐκεῖνοι λιθοβολοῦσαν τὸν Στέφανο, αὐτὸς ἐπικαλοῦνταν τὸν Κύριο κι ἔλεγε: ''Κύριε Ἰησοῦ, δέξου τὸ πνεῦμα μου''. Ὕστερα γονάτισε, κραύγασε μὲ μιὰ δυνατὴ φωνή, ποὺ ἀκούστηκε καὶ ἀπ᾿ τοὺς φονιᾶδες του, καὶ εἶπε: ''Κύριε, μήν τοὺς λογαριάσεις τὴν ἁμαρτία αὐτή''. Καὶ μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ἔκλεισε τὰ μάτια του, γιὰ νὰ παραδοθεῖ στὸν εἰρηνικὸ ὕπνο τοῦ θανάτου. Ὁ Σαῦλος στὸ μεταξὺ ἐπικροτοῦσε καὶ ἐπιδοκίμαζε μαζὶ μὲ τοὺς φονιᾶδες τὴ θανατικὴ ἐκτέλεση τοῦ Στεφάνου)»], ὅταν ὁ Παῦλος κινδύνεψε δύο φορές[Πράξ. 21,27-31 καὶ 23,12-35], ὅταν οἱ ἀπόστολοι μαστιγώθηκαν [βλ. Πράξ. 5,40: «Ἐπείσθησαν δὲ αὐτῷ, καὶ προσκαλεσάμενοι τοὺς ἀποστόλους δείραντες παρήγγειλαν μὴ λαλεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἀπέλυσαν αὐτούς (:τότε τὰ μέλη τοῦ συνεδρίου πείστηκαν ἀπὸ τὰ λόγια του. Καὶ ἀφοῦ προσκάλεσαν τοὺς ἀποστόλους νὰ μποῦν πάλι στὴν αἴθουσα τοῦ δικαστηρίου, τοὺς ἔδειραν καὶ τοὺς ἔδωσαν τὴν ἐντολὴ νὰ μὴ διδάσκουν ἔχοντας ὡς κύριο θέμα τοῦ κηρύγματός τους τὸ ὄνομα καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ μετὰ τοὺς ἄφησαν ἐλεύθερους)», ὅταν πολλὲς φορὲς διώχθηκαν, τότε τὰ ἔθνη δέχθηκαν τὸ κήρυγμα, τότε καὶ οἱ Σαμαρεῖτες.

Αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος βροντοφωνάζει λέγοντας: «Ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτὸν καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη (:σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος κάλεσε στὴ σωτηρία τον Ἰσραὴλ πρὶν ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους λαούς, ἦταν ἀναγκαῖο καὶ ἐπιβεβλημένο νὰ κηρυχθεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πρῶτα σὲ σᾶς τοὺς Ἰουδαίους. Ἀφοῦ ὅμως τὸν ἀποδιώχνετε καὶ δὲν τὸν δέχεστε, καὶ ἀφοῦ ἐσεῖς οἱ ἴδιοι βγάζετε γιὰ τοὺς ἑαυτούς σας τὴν ἀπόφαση ὅτι δὲν εἶστε ἄξιοι τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἰδού, στρεφόμαστε στοὺς ἐθνικούς)»[Πράξ. 13, 46]. Γύριζαν λοιπὸν ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, κηρύσσοντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στοὺς ἐθνικούς.

«Ἦσαν δὲ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς ἑλληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν, πολὺς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον (:μερικοὶ μάλιστα ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν βέβαια Ἰουδαῖοι στὴν καταγωγή, ἀλλὰ εἶχαν γεννηθεῖ ἄλλοι στὴν Κύπρο καὶ ἄλλοι στὴν Κυρηναϊκὴ Λιβύη. Αὐτοί, ὅταν ἦλθαν στὴν Ἀντιόχεια, δίδασκαν τοὺς Ἰουδαίους ποὺ εἶχαν γεννηθεῖ μακριὰ ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ εἶχαν πλέον μητρική τους γλῶσσα τὴν ἑλληνική, καὶ τοὺς κήρυτταν τὸ Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας ποὺ χαρίζει ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Καὶ ἡ δύναμη τοῦ Κυρίου ἦταν μαζί τους. Ἔτσι, μὲ τὴ συνέργεια καὶ τὴν ἐνίσχυση τῆς δυνάμεως αὐτῆς ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς Ἰουδαίους Ἑλληνιστὲς πίστεψε καὶ ἐπέστρεψε στὸν Κύριο)»[Πράξ. 11, 20-21]. Πρόσεχε ὅτι κηρύσσουν τὸ εὐαγγέλιο στοὺς Ἕλληνες· διότι φυσικὸ ἦταν νὰ γνώριζαν αὐτοὶ τὰ ἑλληνικά, καὶ νὰ ὑπῆρχαν πολλοὶ τέτοιοι στὴν Ἀντιόχεια.

«Καὶ χεὶρ Κυρίου (:καὶ ἡ δύναμη τοῦ Κυρίου)», λέει, «ἦν μετ᾿ αὐτῶν (:ἦταν μαζί τους)»· δηλαδὴ ἐπιτελοῦσε θαύματα. Βλέπεις γιὰ ποιό λόγο καὶ τώρα κατέστῃ ἀναγκαῖα ἡ ἐπιτέλεση θαυμάτων, ὥστε νὰ πιστέψουν;

«Ἠκούσθη δὲ ὁ λόγος εἰς τὰ ὦτα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν ἱεροσολύμοις περὶ αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας(:ἔφθασε λοιπὸν ἡ φήμη τῶν θαυμαστῶν αὐτῶν γεγονότων στὰ αὐτιὰ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ ἀποφάσισαν νὰ στείλουν τὸν Βαρνάβα νὰ πάει μέχρι τὴν Ἀντιόχεια)»[Πράξ. 11,22]. Γιατί τέλος πάντων, ἐνῶ μιὰ τέτοια πόλη δέχεται τὸν θεῖο λόγο, δὲν ἦρθαν οἱ ἴδιοι οἱ ἀπόστολοι, ἀλλὰ στέλνουν τὸν Βαρνάβα; Ἐξαιτίας τῶν Ἰουδαίων. Πλὴν ὅμως τὸ θέμα οἰκονομεῖται πολὺ καλά, ὥστε ἔτσι νὰ ἔρθει ἐδῶ ὁ Παῦλος· καὶ ὄχι τυχαία, ἀλλὰ ἀποστρέφονται αὐτὸν ἀπολύτως κατ᾿ οἰκονομίαν, ὥστε νὰ μὴν παραμείνει κλεισμένη μέσα στὰ Ἱεροσόλυμα ἡ φωνὴ τοῦ κηρύγματος, ἡ σάλπιγγα τῶν οὐρανῶν. Εἶδες πὼς παντοῦ χρησιμοποίησε ὁ Χριστὸς τίς κακίες τους κατὰ τὸν πρέποντα τρόπο καὶ ὅπως ἀκριβῶς Αὐτὸς ἤθελε ἀπὸ τὴν ἀρχή; Καὶ ὅτι τὸ μῖσος τους γιὰ τὸν Παῦλο τὸ χρησιμοποίησε γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τῆς ἐκκλησίας τῶν πιστῶν ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς; Καὶ γιατί δὲν γράφουν στὸν Παῦλο, ἀλλὰ στέλνουν τὸν Βαρνάβα; Δὲν γνώριζαν ἀκόμα τὴν ἀρετὴ τοῦ ἄνδρα· γι᾿ αὐτὸ καὶ ρυθμίζεται μόνο ὁ Βαρνάβας νὰ μεταβεῖ ἐκεῖ. Ἐπειδὴ λοιπὸν καὶ πλῆθος ὑπῆρχε καὶ κανένας δὲν ἐμπόδιζε, εὔλογα βλάστησε ἡ πίστη καὶ κυρίως ἐπειδὴ δὲν ὑπέμεναν ἐδῶ κανένα πειρασμὸ καὶ ἐπειδὴ ὁ Παῦλος κηρύσσει ἐκεῖ καὶ δὲν ἀναγκάζεται πιὰ νὰ φεύγει. Πολλοὶ σωστὰ ἐπίσης αὐτοὶ δὲν κάνουν λόγο γιὰ τὴν πεῖνα, ἀλλὰ οἱ προφῆτες γιὰ νὰ μὴ θεωρηθοῦν ἀνυπόφοροι.

«Ὃς παραγενόμενος καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος ἁγίου καὶ πίστεως καὶ προσετέθῃ ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ (:αὐτός, ὅταν ἦλθε καὶ εἶδε τὰ ἔργα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ φανερωνόταν ἀπὸ τὸ πλῆθος αὐτῶν ποὺ εἶχαν πιστέψει καὶ ἀπὸ τὴ ζωή τους, χάρηκε καὶ προέτρεπε ὅλους νὰ μένουν ἀφοσιωμένοι καὶ προσηλωμένοι στὸν Κύριο μὲ ὅλη τὴ διάθεση τῆς ψυχῆς τους. Χάρηκε λοιπὸν ὁ Βαρνάβας καὶ στήριζε τοὺς νέους αὐτοὺς μαθητές, διότι ἦταν ἄνθρωπος ἀγαθὸς καὶ γεμᾶτος Πνεῦμα Ἅγιο καὶ πίστη. Γι᾿ αὐτὸ ἐξάλλου καὶ μποροῦσε νὰ στηρίζει καὶ νὰ παρηγορεῖ. Καὶ ἀπὸ τὴ δράση αὐτὴ τοῦ Βαρνάβα μεγάλο πλῆθος λαοῦ προστέθηκε στοὺς πιστοὺς τοῦ Κυρίου)»[Πράξ.11,22-24].

Ἐμένα μοῦ φαίνεται ὅτι ἐδῶ «ἀγαθὸν» ὀνομάζει τὸν ἁπλὸ ἄνθρωπο, τὸν εἰλικρινῆ, ἐκεῖνον ποὺ ἐπιθυμεῖ ὑπερβολικὰ τὴν σωτηρία τοῦ συνανθρώπου του. Καὶ δὲν ἦταν μόνο ἀγαθὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ «πλήρης Πνεύματος Ἁγίου καὶ πίστεως (:γεμᾶτος ἀπὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ πίστη)»· γι᾿ αὐτὸ καὶ μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς καρδιᾶς του παρότρυνε τοὺς πάντες· δηλαδὴ μὲ ἐγκώμιο καὶ ἔπαινο.

«Ἐξῆλθε δὲ εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἀντιόχειαν (:ὁ Βαρνάβας μάλιστα πῆγε καὶ στὴν Ταρσὸ γιὰ νὰ ἀναζητήσει τὸν Σαῦλο καὶ νὰ τὸν πάρει βοηθό του στὸ ἔργο τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς ἐνισχύσεως τοῦ πλήθους αὐτοῦ τῶν Χριστιανῶν. Καὶ ὅταν τὸν βρῆκε, τὸν ἔφερε στὴν Ἀντιόχεια)» [Πράξ. 11,25]. Ἀλλὰ πρόσεξε καὶ αὐτὸν τὸν ἅγιο, ἐννοῶ τὸν Βαρνάβα, ὅτι δὲν ἔδωσε σημασία γιὰ τὰ δικά του πράγματα, ἀλλὰ ἔτρεξε στὴν Ταρσό.

Γιατί ὅμως ὁ Βαρνάβας ἀπέσπασε τὸν Παῦλο ἀπὸ τὴν Ταρσὸ καὶ τὸν ὁδήγησε ἐδῶ; Ὄχι στὴν τύχη, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐδῶ καὶ καλὲς ἐλπίδες ὑπῆρχαν καὶ ἡ πόλη ἦταν μεγαλύτερη καὶ τὸ πλῆθος πολύ. Καὶ εἶναι ἄξιο ἀπορίας πὼς δὲν ἀγανάκτησαν, ἀλλὰ ἀποδέχονται μὲ προθυμία τοὺς δασκάλους· τόσο μεγάλη προθυμία ἔδειχναν ὅλοι γιὰ τὸν θεῖο λόγο. Καὶ πρόσεχε πὼς ἡ πόλη αὐτὴ δέχθηκε τὸν θεῖο λόγο σὰν γῆ γόνιμη καὶ ἀπέδωσε πολὺ καρπό. Εἶδες ποὺ ὅλα τὰ ἐπιτελοῦσε ἡ θεία χάρη καὶ ὄχι ὁ Παῦλος, καὶ πὼς μὲ ἀσήμαντους ἀνθρώπους ἄρχισε τὸ ἔργο τοῦ κηρύγματος, καὶ ὅταν αὐτὸ ἔγινε περίλαμπρο, τότε στέλνουν τὸν Βαρνάβα; Καὶ γιατί πρὶν ἀπὸ αὐτὸ δὲν ἔστειλαν αὐτόν; Ἔδειχναν μεγάλη πρόνοια γιὰ ὅλα τὰ θέματα τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς ἑαυτούς τους, καὶ δὲν ἤθελαν νὰ τοὺς κατηγοροῦν οἱ Ἰουδαῖοι, ὅτι δέχονταν στοὺς κόλπους τους, τοὺς ἐθνικούς· ἂν καὶ βέβαια, γιά τὸ ὅτι ἦταν ἀναγκαία ἡ ἀνάμιξή τους μὲ αὐτούς, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ δημιουργηθεῖ κάποια ἀμφισβήτηση ἀπὸ αὐτούς, προηγήθηκαν ὅλα ἐκεῖνα ποὺ συνέβηκαν σχετικὰ μὲ τὸν Κορνήλιο. Καὶ τότε λοιπὸν λένε: «ὥστε ἐμεῖς μὲν νὰ κηρύξουμε στοὺς ἐθνικούς, αὐτοὶ δὲ στοὺς Ἰουδαίους».

Ὁ Βαρνάβας ἦταν πολὺ ἐνάρετος ἄνθρωπος, ἁπλοϊκὸς καὶ γνωστὸς τοῦ Παύλου· γιὰ αὐτὸ καὶ ἦρθε πρὸς τὸν ἀθλητή, πρὸς τὸν στρατηγό, πρὸς τὸν μονομάχο, πρὸς τὸ λιοντάρι (δὲν ἔχω τί νὰ πῶ, διότι ὅσα καὶ νὰ πῶ, λιγότερα θὰ πῶ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀξίζει ὁ Παῦλος)· ἦρθε λοιπὸν πρὸς τὸν κυνηγετικὸ σκύλο, ποὺ φόνευε λιοντάρια, πρὸς τὸν ταῦρο τὸν ἰσχυρό, πρὸς τὴ φωτεινὴ λαμπάδα, πρὸς τὸ στόμα ποὺ ἐπαρκοῦσε γιὰ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Πράγματι, γι᾿ αὐτὸ στὴν Ἀντιόχεια ἔλαβαν οἱ πιστοὶ τὴν τιμητικὴ ὀνομασία «χριστιανοί», ἐπειδὴ ὁ Παῦλος διέμενε σὲ αὐτὴν τόσο πολὺ χρόνο.

«Ἐγένετο δὲ αὐτοὺς ἐνιαυτὸν ὅλον συναχθῆναι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς(:ἐκεῖ λοιπὸν γιὰ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο οἱ δύο αὐτοὶ ἀπόστολοι συμμετεῖχαν στὶς συνάξεις τῶν πιστῶν στὴν Ἐκκλησία καὶ δίδαξαν πλῆθος πολύ. Ἔτσι στὴν Ἀντιόχεια οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἐξαιτίας τοῦ πλήθους τους, ὀνομάστηκαν γιὰ πρώτη φορά ''Χριστιανοί'')» [Πράξ.11,26].

Δὲν εἶναι μικρὸς ὁ ἔπαινος αὐτὸς γιὰ τὴν πόλη. Αὐτὸς ὁ ἔπαινος μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἀπέναντι σὲ ὅλους τοὺς ἐπαίνους, διότι πρώτη αὐτὴ ἀπὸ τίς ἄλλες πόλεις ἀπόλαυσε γιὰ τόσο πολὺ χρόνο τὸ στόμα ἐκείνου· γι᾿ αὐτὸ καὶ πρῶτα ἐδῶ ἀξιώθηκαν οἱ πιστοὶ νὰ λάβουν τὸ ὄνομα αὐτό.

Βλέπεις σὲ πόσο ὕψος ἀνέβασε τὴν πόλη καὶ τὴν κατέστησε περισσότερο ἔνδοξη; Αὐτὸ ἦταν κατόρθωμα τοῦ Παύλου. Ἐκεῖ ποὺ πίστεψαν τρεῖς χιλιάδες, ἐκεῖ ποὺ πίστεψαν πέντε χιλιάδες, ἐκεῖ ποὺ πίστεψε τόσο πολὺ πλῆθος, τίποτα παρόμοιο δὲν συνέβηκε, ἀλλὰ ἀκόμα ἄκουγαν νὰ γίνεται λόγος γιὰ «ὁδό»[βλ. Πράξ.9, 1-2: «Ὁ δὲ Σαῦλος ἔτι ἐμπνέων ἀπειλῆς καὶ φόνου εἰς τοὺς μαθητὰς τοῦ Κυρίου, προσελθὼν τῷ ἀρχιερεῖ ᾐτήσατο πάρ᾿ αὐτοῦ ἐπιστολὰς εἰς Δαμασκὸν πρὸς τὰς συναγωγάς, ὅπως ἐὰν τινας εὕρῃ τῆς ὁδοῦ ὄντας, ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας, δεδεμένους ἀγάγῃ εἰς ἱερουσαλήμ (:στὸ μεταξὺ ὁ Σαῦλος, σὰν νὰ ζοῦσε μέσα σὲ κάποια φονικὴ ἀτμόσφαιρα, ἐξακολουθοῦσε νὰ ἀποπνέει ἀπὸ μέσα του καὶ νὰ ἐκδηλώνει ἀπειλητικὲς καὶ φονικὲς διαθέσεις ἐναντίον τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Γι᾿ αὐτὸ παρουσιάστηκε στὸν ἀρχιερέα καὶ τοῦ ζήτησε συστατικὲς καὶ ἐξουσιοδοτικὲς ἐπιστολὲς γιὰ τὴ Δαμασκὸ πρὸς τίς συναγωγὲς ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ. Ἤθελε νὰ φέρει δεμένους στὴν Ἱερουσαλὴμ ὅποιους θὰ ἔβρισκε νὰ ἀνήκουν στὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου, στὴν κοινότητα δηλαδὴ τῶν πιστῶν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἴτε ἄνδρες ἦταν αὐτοὶ εἴτε γυναῖκες)»], ἐνῶ ἐδῶ ὀνομάστηκαν «χριστιανοί».

«Ἐν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ Ἱεροσολύμων προφῆται εἰς Ἀντιόχειαν (:ἐκεῖνες τίς ἡμέρες κατέβηκαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴν Ἀντιόχεια μερικοὶ προφῆτες)» [Πράξ.11,27]. Ἐπειδὴ ἔπρεπε ἐδῶ νὰ φυτευτεῖ καὶ ὁ καρπὸς τῆς ἐλεημοσύνης ρυθμίζεται πρὸς ἀποκόμιση ὠφέλειας νὰ κατεβοῦν ἐδῶ οἱ προφῆτες. Ἐσὺ ὅμως, σὲ παρακαλῶ, πρόσεχε πὼς κανένας ἀπὸ τοὺς φημισμένους δὲν γίνεται δάσκαλός τους· διότι εἶχαν δασκάλους Κύπριους καὶ Κυρηναίους καὶ τὸν Παῦλο(ἂν καὶ αὐτὸς ὑπερέβαινε αὐτούς), ὅπως ἀκριβῶς ὁ Παῦλος εἶχε τὸν Βαρνάβα καὶ τὸν Ἀνανία· ἀλλὰ δὲν μειονεκτεῖ σὲ τίποτα ὡς πρὸς αὐτό, εἶχε ὅμως καὶ τὸν Χριστό.

«Ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι Ἄγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ᾿ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος(:ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ποὺ λεγόταν Ἄγαβος, σηκώθηκε στὴ σύναξη τῶν πιστῶν, καὶ φωτισμένος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀποκάλυψε ὅτι θὰ ἔπεφτε μεγάλη πεῖνα σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Πράγματι ἡ πεῖνα αὐτὴ συνέβῃ ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Κλαύδιος Καῖσαρ)»[ Πράξ.11,28]. Κατὰ ἀνάγκη ἐδῶ προλέγει ὅτι πρόκειται νὰ συμβεῖ κάποια μεγάλη πεῖνα, ἡ ὁποία βέβαια συνέβηκε, ὅπως προλέχθηκε γι᾿ αὐτήν. Γιὰ νὰ μὴ νομίζουν δηλαδὴ μερικοὶ ὅτι γι᾿ αὐτὸ συνέβηκε ἡ πεῖνα, ἐπειδὴ ἐμφανίστηκε ὁ Χριστιανισμός, ἐπειδὴ ἀπομακρύνθηκαν οἱ δαίμονες, προλέγει τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἐκεῖνο ποὺ πρόκειται νὰ συμβεῖ, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Χριστὸς προεῖπε πολλὰ καὶ συνέβησαν. Δὲν συνέβῃ βέβαια αὐτὴ γι᾿ αὐτό, ἐπειδὴ δηλαδὴ ἔπρεπε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ συμβεῖ αὐτή, ἀλλὰ συνέβῃ ἐξαιτίας τῶν κακῶν ποὺ συνέβησαν στοὺς Ἀποστόλους, τὰ ὁποῖα ἂν καὶ ἔγιναν, στὴν ἀρχὴ ἔδειχνε ὁ Θεὸς μακροθυμία, ἐπειδὴ ὅμως ἐξακολουθοῦσαν τὴν καταδίωξη, πραγματοποιεῖται ἡ πεῖνα προλέγοντας στοὺς Ἰουδαίους τὰ κακὰ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συμβοῦν.

Ἀλλὰ ἂν καὶ ἐξαιτίας αὐτῶν συνέβῃ, ἔπρεπε ἐξαιτίας τῶν ἄλλων καὶ ἐνῶ ὑπῆρχε, νὰ σταματήσει· διότι ποιό ἀδίκημα ἔκαναν οἱ Ἕλληνες, ὥστε καὶ αὐτοὶ νὰ συμμετέχουν στὰ κακά, ἂν καὶ δὲν διέπραξαν καμία ἀδικία; Ἐὰν λοιπὸν δὲν συνέβῃ ἐξαιτίας τῶν Ἰουδαίων, ἔπρεπε βέβαια αὐτοὶ καὶ νὰ εὐημερήσουν περισσότερο, διότι ἔκαναν ὅ,τι ἐξαρτιόταν ἀπὸ αὐτούς, διότι φόνευαν, ὑπέβαλλαν κολαστήρια, τιμωροῦσαν, καὶ ἐπέβαλαν κάθε εἴδους ἐκδιώξεις. Καὶ πρόσεχε πότε συμβαίνει ἡ πεῖνα· ὅταν καὶ οἱ ἐθνικοὶ πλέον ἀποδέχθηκαν τὸ κήρυγμα.

«Ἀλλά», θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανείς, «ἐὰν συνέβῃ ἐξαιτίας τῶν κακῶν, ἔπρεπε αὐτοὶ νὰ ἐξαιρεθοῦν». Γιατί; Πές μου· δὲν εἶπε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁ Χριστὸς σὲ αὐτούς: «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε(:ἐφόσον εἶστε μέσα στὸν κόσμο, θὰ ἔχετε θλίψῃ)»[Ἰω. 16,33];

Ἐσὺ ὅμως λέγοντας αὐτὰ ἴσως νὰ πεῖς καὶ αὐτό, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἔπρεπε οὔτε νὰ μαστιγώνονται. Ἀλλὰ πρόσεχε τὸ ὅτι καὶ ἡ πεῖνα γίνεται αἰτία σωτηρίας γι᾿ αὐτούς, ἀφορμὴ ἐλεημοσύνης καὶ πρόξενος πολλῶν ἀγαθῶν· βέβαια καὶ σὲ σᾶς θὰ μποροῦσε νὰ γίνει, ἐὰν φυσικὰ τὸ θέλετε ἀλλὰ δὲν τὸ θελήσατε. Προλέγεται ἐπίσης (μὲ σκοπὸ νὰ προετοιμαστοῦν στὴ συνέχεια γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη), διότι ὑπέφεραν δεινὰ οἱ πιστοὶ τῆς Ἱερουσαλήμ· πρὶν μάλιστα ἀπὸ αὐτὸ δὲν ὑπέφεραν ἀπὸ πεῖνα. Καὶ ἀποστέλλονται ὁ Βαρνάβας καὶ ὁ Παῦλος γιὰ νὰ βοηθήσουν.

«Τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς ηὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἀδελφοῖς(:μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν προφητεία αὐτή, οἱ μαθητές, ἀνάλογα μὲ τοὺς πόρους καὶ τὰ μέσα ποὺ διέθετε ὁ καθένας, ἀποφάσισαν νὰ στείλουν καθένας ἀπ᾿ αὐτοὺς τὴ συνδρομή του γιὰ νὰ βοηθήσουν καὶ νὰ ὑπηρετήσουν τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ κατοικοῦσαν στὴν Ἰουδαία)»[Πράξ. 11,29]. Εἶδες πὼς συγχρόνως μὲ τὴν πίστη τους παράγουν συγχρόνως καὶ καρποὺς καὶ ὄχι μόνο οἱ δικοί τους ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ ὅσοι βρίσκονταν μακριά;

Μοῦ φαίνεται ἐδῶ ὅτι ἐννοεῖ αὐτὸ ποὺ ἀλλοῦ λέγει ὁ Παῦλος: «Καὶ γνόντες τὴν χάρΙν τὴν δοθεῖσάν μοΙ, Ἰάκωβος καὶ Κηφᾶς καὶ Ἰωάννης, οἱ δοκοῦντες στῦλοι εἶναι, δεξιὰς ἔδωκαν ἐμοὶ καὶ Βαρνάβᾳ κοινωνίας, ἵνα ἡμεῖς εἰς τὰ ἔθνη, αὐτοὶ δὲ εἰς τὴν περιτομήν· μόνον τῶν πτωχῶν ἵνα μνημονεύωμεν, ὃ καὶ ἐσπούδασα αὐτὸ τοῦτο ποιῆσαι(:καὶ ἐπειδὴ ἀναγνώρισαν τὴ χάρη ποὺ μοῦ δόθηκε, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Κηφὰς καὶ ὁ Ἰωάννης, ποὺ θεωροῦνται ὅτι εἶναι στῦλοι, ἔδωσαν τὰ δεξιά τους χέρια σὲ ἐμένα καὶ στὸν Βαρνάβα ὡς ἔνδειξη κοινωνίας, γιὰ νὰ πηγαίνουμε ἐμεῖς στοὺς ἐθνικούς, ἐνῶ αὐτοὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὴν περιτομή. Ζήτησαν μόνο νὰ θυμούμαστε τοὺς φτωχούς, τὸ ὁποῖο καὶ φρόντισα ἐπιμελῶς αὐτὸ ἀκριβῶς νὰ κάνω)»[Γαλ. 2, 9-10].

Τόσο πολὺ ὠφέλησε ἡ πεῖνα. Καὶ πρόσεχε αὐτοὺς ποὺ δὲν καταφεύγουν κατὰ τὴν ὥρα τῆς θλίψης σὲ θρήνους καὶ δάκρυα, ὅπως ἀκριβῶς κάνουμε ἐμεῖς, ἀλλὰ παραδίδουν τοὺς ἑαυτούς τους σὲ μεγάλο καὶ ἀγαθὸ ἔργο· διότι μὲ μεγαλύτερη ἀφοβία καὶ ἀσφάλεια κήρυτταν τὸν θεῖο λόγο. Καὶ δὲν εἶπε: «Ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε Κυρηναῖοι καὶ Κύπριοι, ἂς προσπαθήσουμε νὰ τεθοῦμε ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς τέτοιας λαμπρῆς καὶ μεγάλης πόλης», ἀλλὰ πιστεύοντας στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐκεῖνοι ἐπιδόθηκαν στὴν διδασκαλία, καὶ αὐτοὶ δὲν θεώρησαν ἀνάξιο νὰ μάθουν κάτι ἀπὸ ἐκείνους. Πρόσεχε ποὺ ὅλα κατορθώνονται μὲ τὰ ταπεινὰ ἐκεῖνα πράγματα, τὸ κήρυγμα αὐξάνεται, οἱ πιστοὶ τῶν Ἱεροσολύμων φροντίζουν ἐξίσου γιὰ ὅλους, ἔχοντας σὰν μιὰ οἰκία ὅλη τὴν οἰκουμένη.

Ἄκουσαν ὅτι ἡ Σαμάρεια δέχθηκε τὸν θεῖο λόγο, καὶ ἔστειλαν τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη: «Ἀκούσαντες δὲ οἱ ἐν ἱεροσολύμοις ἀπόστολοι ὅτι δέδεκται ἡ Σαμάρεια τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀπέστειλαν πρὸς αὐτοὺς τὸν Πέτρον καὶ Ἰωάννην (:στὸ μεταξὺ ὅμως, ὅταν ἄκουσαν οἱ ἀπόστολοι, ποὺ παρέμεναν ἀκόμη στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅτι ἡ Σαμάρεια δέχθηκε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἔστειλαν στοὺς Σαμαρεῖτες τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη, γιὰ νὰ συμπληρώσουν τὸ κήρυγμα τοῦ Φιλίππου καὶ γιὰ νὰ μεταδώσουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὲ ὅσους εἶχαν βαπτιστεῖ)» [Πράξ. 8,14]· ἄκουσαν τὰ ὅσα συνέβησαν στὴν Ἀντιόχεια, καὶ στέλνουν τὸν Βαρνάβα· διότι ἦταν μεγάλη ἡ ἀπόσταση μέχρι ἐκεῖ καὶ δὲν ἔπρεπε οἱ ἀπόστολοι στὴν ἀρχὴ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴν Ἰουδαία, γιὰ νὰ μὴ νομιστοῦν σὰν φυγάδες καὶ ὅτι τὸ ἔκαναν αὐτὸ ἀποφεύγοντας τοὺς δικούς τους.

Τότε χωρίζονται ἀναγκαστικά, ὅταν πλέον φαίνονταν ἀθεράπευτα ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ αὐτούς, ὅταν πλέον ὁ πόλεμος κηρύχθηκε ἐναντίον τους καὶ ἔπρεπε νὰ ἐξαφανιστοῦν, ὅταν πάρθηκε ἡ ἀπόφαση· διότι ἐξακολουθοῦσαν νὰ βρίσκονται οἱ ἀπόστολοι ἐκεῖ, ἐνόσω ὁ Παῦλος δὲν ἐπιχειροῦσε νὰ μεταβεῖ στὴν Ρώμη. Καὶ ἐξέρχονται ἀπὸ τὴν Ἰουδαία, ὄχι φοβούμενοι τὸν πόλεμο, διότι πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ φανεῖ αὐτὸ σὲ ἐκείνους ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τοὺς πολεμοῦν; Καὶ ὁ πόλεμος δὲν κηρύσσεται ἐναντίον τους τότε πλέον, ὅταν πέθαναν οἱ ἀπόστολοι, καὶ βρίσκει τὴν πραγματοποίησή του ἐκεῖνο ποὺ λέχθηκε γι᾿ αὐτούς: «Κωλυόντων ἡμᾶς τοῖς ἔθνεσι λαλῆσαι ἵνα σωθῶσιν, εἰς τὸ ἀναπληρῶσαι αὐτῶν τὰς ἁμαρτίας πάντοτε. ἔφθασε δὲ ἐπ᾿ αὐτοὺς ἡ ὀργὴ εἰς τέλος (:αὐτοὶ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ κηρύξουμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στοὺς ἐθνικούς, γιὰ νὰ μὴ σωθοῦν καὶ αὐτοί. Καὶ τὰ κάνουν αὐτά, γιὰ νὰ γεμίσουν μέχρι ἐπάνω τὸ ποτήρι τῶν ἁμαρτιῶν τους, μὲ τὸ νὰ ἁμαρτάνουν πάντοτε καὶ σὲ κάθε ἐποχή. Ἔφθασε ὅμως ἐπάνω τους ἡ θεία ὀργὴ γιὰ νὰ ἐπιφέρει τὸ τέλος καὶ τὴν καταστροφὴ τους)» [Α΄ Θεσ. 2, 16]. Ὅσο πιὸ ἄσημοι λοιπὸν ἦταν, τόσο περισσότερο ἔλαμπε ἡ χάρη, ποὺ μὲ ἀσήμαντους ἀνθρώπους ἐπιτελοῦσε μεγάλα κατορθώματα. Ἀλλὰ ἂς δοῦμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὰ ὅσα ἔχουν λεχθεῖ.

Καὶ πρόσεχε ὅτι σὲ κατάλληλη στιγμὴ ἡ ἀνάγκη τῆς πείνας ὁδήγησε στὴν σύσφιξη τῶν σχέσεων μὲ τοὺς ἐθνικοὺς μὲ τὴ βοήθεια ποὺ ἔστειλαν αὐτοὶ πρὸς τοὺς πιστοὺς τῶν Ἱεροσολύμων· διότι δέχθηκαν τὰ ὅσα στάλθηκαν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι βέβαια δὲν ἀντιμετώπιζαν μὲ θρήνους τίς συμφορὲς ὅπως ἀκριβῶς ἐμεῖς· ἀλλὰ ζοῦσαν μὲ μεγαλύτερη ἀσφάλεια, ἐπειδὴ βρίσκονταν μακριὰ ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ πρόβαλλαν ἐμπόδια, καὶ ζοῦσαν ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους ποὺ δὲν φοβοῦνταν τοὺς Ἰουδαίους, πρᾶγμα ποὺ βοηθοῦσε πάρα πολὺ στὸ κήρυγμα. Ἀλλὰ καὶ στὴν Κύπρο μετέβησαν, ὅπου ὑπῆρχε καὶ μεγάλη ἀσφάλεια, καὶ ἦταν περισσότερη ἡ ἀμεριμνησία.

Καὶ δὲν περίμεναν αὐτοὶ νὰ ξαπλωθεῖ ἡ πεῖνα, ἀλλὰ προτοῦ νὰ συμβεῖ αὐτή, ἔστειλαν τὴ βοήθειά τους: «Τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς ηὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἀδελφοῖς(:μετὰ λοιπὸν ἀπὸ τὴν προφητεία αὐτή, οἱ μαθητές, ἀνάλογα μὲ τοὺς πόρους καὶ τὰ μέσα ποὺ διέθετε ὁ καθένας, ἀποφάσισαν νὰ στείλουν καθένας ἀπ᾿ αὐτοὺς τὴ συνδρομή του γιὰ νὰ βοηθήσουν καὶ νὰ ὑπηρετήσουν τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ κατοικοῦσαν στὴν Ἰουδαία)» [Πράξ. 11,29].

Καὶ πρόσεχε ὅτι στὴν περίπτωση μὲν τῶν ἀποστόλων, ἄλλοι ἀναλαμβάνουν τὸ ἔργο αὐτό, ἐνῶ ἐδῶ ὁ Παῦλος καὶ ὁ Βαρνάβας. Δὲν ἦταν καὶ αὐτὴ μικρὴ φροντίδα, ἄλλωστε δὲ καὶ ἀρχὴ ἦταν καὶ δὲν ἔπρεπε στὴν ἀρχὴ νὰ σκανδαλιστοῦν. Ἀλλὰ σήμερα κανένας δὲν τὸ κάνει αὐτό, ἂν καὶ βέβαια ὑπάρχει πεῖνα φοβερότερη ἀπὸ ἐκείνη· διότι δὲν εἶναι τὸ ἴδιο τὸ νὰ ὑπομείνουν ὅλοι μαζὶ τὴ συμφορά, καί, ἐνῶ οἱ περισσότεροι ἔχουν μὲ ἀφθονία τὰ ἀγαθά, οἱ φτωχότεροι πεινοῦν. Τότε μόνο πεῖνα ὑπῆρχε, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔδιναν βοήθεια ἦταν φτωχοὶ (διότι λέγει: «ἀνάλογα μὲ τοὺς πόρους καὶ τὰ μέσα ποὺ διέθετε ὁ καθένας, ἀποφάσισαν νὰ στείλουν καθένας ἀπ᾿ αὐτοὺς τὴ συνδρομή του γιὰ νὰ βοηθήσουν καὶ νὰ ὑπηρετήσουν τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ κατοικοῦσαν στὴν Ἰουδαία»), ἐνῶ τώρα ὑπάρχει διπλὴ πεῖνα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ ἀφθονία τῶν ἀγαθῶν εἶναι διπλή, πεῖνα φοβερή, πεῖνα ὄχι γιὰ νὰ ἀκούσει καθένας τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ γιὰ νὰ τραφεῖ μὲ ἐλεημοσύνη. Τότε καὶ οἱ φτωχοὶ ποὺ ζοῦσαν στὴν Ἰουδαία ἀπόλαυσαν τὰ ἀγαθά, καὶ οἱ Ἀντιοχεὶς ποὺ ἔδωσαν χρήματα, καὶ περισσότερο αὐτοὶ ἀπὸ ἐκείνους· τώρα ὅμως καὶ ἐμεῖς καὶ οἱ φτωχοί, ζοῦμε μέσα στὴν πείνα, ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ οἱ φτωχοὶ στερούμενοι τὴν τροφή, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἐμεῖς πού, μὴν ἐλεῶντας τοὺς φτωχούς, στερούμαστε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Τίποτε δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει ἀναγκαιότερο ἀπὸ τὴν τροφὴ αὐτήν. Δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑποστεῖ κανεὶς τὰ κακὰ ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν χορτασμό, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξει τὸ πλεόνασμα τῆς τροφῆς αὐτῆς στὸ ἀποχωρητήριο. Τίποτε δὲν ὑπάρχει ὡραιότερο, τίποτε δὲν ὑπάρχει ὑγιεινότερο ἀπὸ τὴν ψυχὴ ἐκείνη ποὺ τρέφεται μὲ τὴν τροφὴ αὐτή· στέκεται πάνω ἀπὸ κάθε ἀσθένεια, ἀπὸ κάθε πεῖνα, ἀπὸ κάθε ἀνωμαλία καὶ δύσκολη κατάσταση· κανένας δὲν θὰ μπορέσει αὐτὴν νὰ τὴ νικήσει, ἀλλά, ὅπως ἀκριβῶς ἀδαμάντινο σῶμα δὲν μπορεῖ ὁ σίδηρος νὰ τὸ χαράξει, οὔτε τίποτε ἄλλο, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, ποὺ ἔχει στερεοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν ἐλεημοσύνη, τίποτε ἀπολύτως δὲν θὰ μπορέσει νὰ τὴν καταβάλει. Διότι, πές μου, τί θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ νικήσει αὐτήν; Φτώχεια; Δὲν εἶναι δυνατό· διότι φυλάσσεται μέσα στὰ βασιλικὰ ταμεῖα. Μήπως ὅμως λῃστὴς καὶ διαρρήκτης; Ἀλλὰ ἐκείνους τοὺς τοίχους κανένας δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς διαρρήξει. Μήπως σκώληκας; Ἀλλὰ ὁ θησαυρὸς αὐτὸς εἶναι ἀνώτερος καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν καταστροφή. Μήπως ὅμως ἡ μοχθηρία καὶ ὁ φθόνος; Ἀλλὰ οὔτε ἀπὸ αὐτὰ καταβάλλεται. Ἀλλὰ μήπως συκοφαντίες καὶ ἐπιβουλές; Οὔτε αὐτό· διότι εἶναι ἀσύλητος ὁ θησαυρὸς αὐτὸς τῆς ἐλεημοσύνης πρὸς τὸν ἄπορο πλησίον μας, ἕνας θησαυρὸς ποὺ ἀποθηκεύεται ἀπευθείας στὸν οὐρανό.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

πηγή: https://ethnegersis.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου