Α΄ Χαιρετισμοὶ
Ἀπὸ τὴν «ἀρὰ» στὴ χαρὰ.
«Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει» (Ἀκάθ. Ὕμν. Α1)
Ἂς εὐχαριστήσουμε, ἀγαπητοί μου, ἀπόψε τὸν Κύριο καὶ τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, ποὺ μᾶς ἀξιώνει γιὰ μία ἀκόμη φορὰ νὰ παρακολουθήσουμε τοὺς Χαιρετισμούς. Ἀπ᾿ ὅλα τὰ «χαῖρε» ποὺ ἀκούστηκαν, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχή σας στὸν πρῶτο χαιρετισμό, ὁ ὁποῖος λέει· «Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει» (Ἀκάθ. Ὕμν. Α1). Μιλάει περὶ «ἀρᾶς», περὶ κατάρας δηλαδή. Ποιά νὰ εἶνε ἆραγε αὐτὴ ἡ κατάρα, ποὺ εἶχε ὑπ᾿ ὄψιν του ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου;
* * *
Γιὰ νὰ δοῦμε, ποιά εἶνε ἡ κατάρα, πρέπει ν᾿ ἀνοίξουμε τὸ πρῶτο βιβλίο τῆς ἁγίας Γραφῆς, τὴ Γένεσι. Ἐκεῖ, στὰ τρία πρῶτα κεφάλαια, ὑπάρχει ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου, ἡ λεγομένη κοσμογονία. Ἐκεῖ βλέπουμε, ὅτι ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο, καὶ τελευταῖο ἀπ᾿ ὅλα τὸν ἄνθρωπο. Ἐποίησε τὸν ἄνθρωπο «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» αὐτοῦ (Γέν. 1,26). Καὶ τὸν τοποθέτησε στὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ· «Ἐφύτευσεν ὁ Θεὸς παράδεισον ἐν Ἐδὲμ κατὰ ἀνατολὰς καὶ ἔθετο ἐκεῖ τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἔπλασε» (ἔ.ἀ. 2,8).
Τί ἦταν ὁ παράδεισος; Ὅ,τι ὡραιότερο μπορεῖ νὰ φανταστῇ κανείς. Δὲν ἦταν τόσο τὰ δέντρα, ἡ χλόη, τὰ πουλιά, τὰ κρυστάλλινα νερὰ κ.τ.λ.· αὐτὸς εἶνε ὁ ὑλικὸς παράδεισος. Ὁ παράδεισος ἦταν κάτι ἀνώτερο. Ἦταν ἡ ἀθῳότης, ἡ ἁγνότης· τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀμόλυντος, δὲν εἶχε διαπράξει τὴν ἁμαρτία. Ζοῦσε σὲ ἁρμονία μὲ τὸν ἑαυτό του, μὲ τὴ φύσι, μὲ τὸ Θεό. Ἦταν ὑγιὴς στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα.
Ἀλλὰ ἡ εἰδυλλιακὴ αὐτὴ κατάστασις ἀνετράπη. Πῶς; Ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο. Φάνηκε ἀχάριστος στὸ Θεό. Δὲν ἄκουσε τὴ φωνή του, ἔδωσε προσοχὴ στὴ φωνὴ τοῦ διαβόλου. Παρέβη μία ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, καὶ τότε πλέον ἔσβησε γι᾿ αὐτὸν ὁ παράδεισος. Ἔφυγε ἡ «χαρὰ» καὶ ἦρθε ἡ «ἀρά», ἡ κατάρα. Κατάρα εἶνε ἡ τιμωρία.
Πόσα εἴδη τιμωρίας ἦρθαν;
Πρώτη τιμωρία εἶνε ἡ τύψις τῆς συνειδήσεως, ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ πικρό.
Ἄλλη τιμωρία ἦταν ὁ φόβος, ποὺ αἰσθάνθηκαν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα μετὰ τὸ ἁμάρτημα. Ὁ φόβος τοὺς ἔκανε τότε νὰ κρύβωνται. Ὁ φόβος κάνει καὶ τώρα τὰ μικρὰ παιδιὰ νὰ κρύβωνται, ὅταν διαπράξουν κάποια ἀταξία. Ὁ φόβος αὐτὸς δὲν ἄφηνε πλέον τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἡσυχάσουν.
Τιμωρία ἀκόμη ἦταν τὸ ὅτι αὐτὴ ἡ γῆ ἀγρίεψε, γέμισε ἀγκάθια καὶ τριβόλους. Ἡ γῆ ἐπαναστάτησε κατὰ τοῦ ἐπαναστάτου ἀνθρώπου. Τὰ ζῷα ἀγρίεψαν, τὰ δέντρα ἀγρίεψαν, τὰ φυσικὰ φαινόμενα ἀγρίεψαν, τὰ πάντα ἀγρίεψαν· καὶ ὁ ἄνθρωπος ἦταν πλέον ὑποχρεωμένος νὰ χύνῃ ποτάμια ἱδρῶτα γιὰ νὰ παράγῃ ἡ γῆ τοὺς καρποὺς, ποὺ πρῶτα τοὺς παρῆγε αὐτομάτως καὶ ἀκόπως.
Κατάρα ἐπίσης ἦταν τὸ ὅτι ἡ γυναίκα, ὡς ὑπαίτιος τῆς ἁμαρτίας περισσότερο ἀπὸ τὸν ἄνδρα, δέχθηκε βαρύτερη τὴν τιμωρία· γι᾿ αὐτὸ ἄρχισε πλέον νὰ φέρνῃ στὸν κόσμο τὰ παιδιά της μὲ πόνους φρικτούς.
Κατάρα ἦταν ἀκόμα τὸ ὅτι ἄγγελος μὲ πύρινη ῥομφαία ἔδιωξε τοὺς ἀχάριστους πρωτοπλάστους ἀπὸ τὸν παράδεισο, καὶ ἔκτοτε ἔπεσαν στὴν «κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος» (Ψαλμ. 83,7), στὴ γῆ αὐτὴ τοῦ κόπου καὶ τοῦ πόνου.
Κατάρα – δὲν εἴπαμε τίποτε. Τὸ χειρότερο ἀπ᾿ ὅλα ἦταν, ὅτι ἔκανε τὴν ἐμφάνισί του τὸ φοβερώτερο ἀπ᾿ ὅλα τὰ κακά, ὁ θάνατος.
Νά λοιπόν, ποιές συνέπειες εἶχε ἡ ἁμαρτία τῶν πρωτοπλάστων. Ἀπὸ τότε ἡ «ἀρά», ἡ κατάρα, ἐπλανᾶτο ἐπάνω στὴν ἀνθρωπότητα σὰν μαῦρο σύννεφο. Ἐπλανᾶτο πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια φτωχῶν καὶ πλουσίων, λαοῦ καὶ ἀρχόντων, ὑπεράνω ὅλου τοῦ κόσμου. Καὶ μόνο ἡ ἰδέα τοῦ θανάτου φτάνει, εἶνε ἱκανὴ νὰ φέρῃ τρόμο. Καὶ ὁ θάνατος χτυπᾷ ἀδιακρίτως τὶς θύρες πλουσίων καὶ φτωχῶν, ὅλου τοῦ κόσμου. Κι αὐτοὶ ἀκόμη ποὺ ἐθεωρεῖτο ὅτι ἔφτασαν στὸ ζενὶθ τῆς εὐτυχίας καὶ μακαρίζονταν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, κι αὐτοὶ στὰ βάθη τους ἔκλειναν δρᾶμα. Ὁ ἄνθρωπος εἶχε «ἀράν», εἶχε κατάρα, ποὺ ἔρριχνε μαύρη σκιὰ ἐπάνω στὴν ὕπαρξί του.
Λένε, ὅτι τὸν 4ο π.Χ. αἰῶνα ὁ Δαμοκλῆς, ἕνας αὐλικὸς τοῦ τυράννου τῶν Συρακουσῶν Διονυσίου τοῦ Πρεσβυτέρου, θεωροῦσε κι αὐτὸς ὅπως ὅλοι τὸν ἀφέντη του ὡς τὸν πιὸ εὐτυχισμένο ἄνθρωπο. Θαύμαζε τοὺς κήπους τῶν ἀνακτόρων μὲ τὰ σιντριβάνια, τὰ μάρμαρα, τὸ χρυσὸ καὶ τὸ ἀσήμι, τὴν πολυτέλεια καὶ τὸν πλοῦτο, καὶ μιὰ μέρα εἶπε στὸν Διονύσιο·
–Πιὸ εὐτυχισμένο ἄνθρωπο ἀπὸ ᾿σένα δὲν εἶδα στὸν κόσμο.
Ὁ Διονύσιος ὅμως τοῦ ἔδωσε τὸ ἑξῆς μάθημα.
–Μὲ θεωρεῖς, λές, εὐτυχῆ. Ἔλα λοιπὸν αὔριο νὰ γευματίσουμε μαζί.
Ὁ Δαμοκλῆς τὸ θεώρησε ἰδιαίτερη τιμή, καὶ τὴν ἄλλη μέρα νάτον στὸ βασιλικὸ τραπέζι. Ὅλα ὡραῖα, ὅλα πλούσια. Ὁ βασιλεὺς τοῦ λέει·
–Κάθισε ἐδῶ δίπλα, καὶ τοῦ ἔδειξε ἕνα κάθισμα πολυτελέστατο.
Κάθισε ὁ Δαμοκλῆς. Ἀλλ᾿ ἐνῷ μπροστά του εἶχε τὰ πιὸ ἐκλεκτὰ φαγητὰ καὶ οἱ ὑπηρέτες
ἦταν ἕτοιμοι νὰ ἐκτελέσουν κάθε θέλημά του, ἐνῷ μουσικὴ ἔπαιζε καὶ τὰ πάντα ἦταν εὐχάριστα, ἐν τούτοις ὁ Δαμοκλῆς ἄρχισε νὰ ἀγωνιᾷ. Ἔτρεμαν τὰ χέρια του καὶ δὲν εἶχε ὄρεξι ν᾿ ἀγγίξῃ τίποτε. Τί συνέβῃ;
Ὁ βασιλεὺς διέταξε, νὰ κρεμάσουν ἀπὸ τὴν ὀροφὴ μὲ μιὰ κλωστὴ ἀπὸ τρίχα ἀλόγου ἕνα σπαθὶ γυμνό. Καὶ τὸ σπαθὶ ἦταν ζυγισμένο μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε ἂν ἡ κλωστὴ κοβόταν νὰ πέσῃ στὸ κεφάλι του.
–Βασιλιᾶ μου, τοῦ λέει, σὲ παρακαλῶ ἀπάλλαξέ με ἀπ᾽ αὐτό· σὲ παρακαλῶ μὴ μὲ καταδικάζεις σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀγωνία. Ἀφήνω καὶ τὰ φαγητά σου καὶ τὰ παλάτια σου. Ἄφησέ με νὰ πάω σὲ κάποια γωνιά, νά ᾽μαι βοσκός, νὰ κατοικῶ σ᾿ ἕνα ἀκρογιάλι, ἀλλὰ νὰ μὴ βλέπω πάνω ἀπ᾽ τὸ κεφάλι μου νὰ κρέμεται ἕτοιμη νὰ πέσῃ αὐτὴ ἡ σπάθη τοῦ θανάτου.
Ἔ, ἀδελφοί μου, αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβαινε καὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο μετὰ τὴν ἁμαρτία. Πάνω ἀπ᾽ τὸ κεφάλι του ὑπῆρχε κρεμασμένο σπαθί. Καὶ σήμερα ὁ κόσμος ὁ ἴδιος εἶνε. Παρ᾿ ὅλα τὰ πλούτη, παρ᾿ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες, ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἄσπρων μαύρων κιτρίνων ἐρυθρῶν ὑπερύθρων, εἴτε στὸ Κρεμλῖνο εἴτε στὸ Λονδῖνο εἴτε στὴ Νέα Ὑόρκη, κρέμεται μία σπάθη, τεραστία σπάθη, ἐπιστημονικὴ σπάθη, δεμένη ἀπὸ μιὰ κλωστή. Τὴν κλωστὴ αὐτὴ τὴν κρατάει μὲ τὶς πρεσβεῖες της νὰ μὴν κοπῇ ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος. Ἐγὼ τὸ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς ὅλων κρέμεται τὸ σπαθὶ αὐτὸ τὸ τρομερό, τὸ γυμνωμένο, ποὺ ἂν Ἐκείνη ἀφήσῃ τὴν κλωστὴ νὰ κοπῇ, θὰ πέσῃ πάνω στὰ κεφάλια μας κατακλυσμὸς πυρός· γιατὶ οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό.
Ὦ ἀδελφοί μου, πάνω ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητα πλανᾶται ἡ κατάρα!
* * *
Ἀλλ᾿ ἂς δοξάσουμε τὸ Θεό. Ἡ κατάρα αὐτὴ ἐξαλείφθηκε! Τὴν κατάρα αὐτὴ ἦλθε νὰ σηκώσῃ καὶ νὰ ἐξαλείψῃ ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου. Ἂς ἔχῃ δόξα ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο Ἐκεῖνον. Ἐκεῖνον, ποὺ περίμεναν γενεὲς γενεῶν. Ἐκεῖνον, γιὰ τὸν ὁποῖον ὁ προφήτης Μωυσῆς ἔλεγε· «Ἐπικατάρατος (εἶνε) πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου» (Δευτ. 21,23. Γαλ. 3,13). Ἐκεῖνον, γιὰ τὸν ὁποῖον ὁ προφήτης Ἠσαΐας εἶπε αὐτὸ ποὺ θ᾿ ἀκούσουμε τὴ Μεγάλη Παρασκευή· «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει…» (Ἠσ. 53,4). Ἂς δοξάσουμε τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ ὁποία ἔφερε στὸν κόσμο Ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἔδειξε μὲ τὸ δάκτυλό του ὁ Πρόδρομος λέγοντας· «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰω. 1,29,36). Ἔφερε Ἐκεῖνον, ποὺ ἔγινε γιὰ μᾶς κατάρα, γιὰ νὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τὴν κατάρα καὶ νὰ μᾶς ξαναδώσῃ τὴ χαρά!
Ἀγαπητοί μου! Ἡ θρησκεία μας Δὲν εἶνε παραμύθι, εἶνε μιὰ πραγματικότης· κοντά μας εἶνε οἱ ἄγγελοι, κοντά μας εἶνε ἡ Παναγία, κοντά μας εἶνε αὐτὸς ὁ Θεός, ποὺ ἔσβησε τὴν «ἀρὰ» κ᾿ ἔφερε τὴν ἀληθινὴ «χαρά». Ἂς τὸν πιστέψουμε καὶ ἂς τὸν λατρεύσουμε. Μέσα στὸν κόσμο αὐτὸ τῆς ἀπάτης, ἐμεῖς οἱ πιστοί, ὅσο λίγοι κι ἂν μείνουμε, ἂς γονατίσουμε καὶ ἂς ποῦμε· «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ». Ἂς εὐχαριστήσουμε δὲ τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο κι ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς ἂς τῆς ποῦμε· «Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει»· ἀμήν.
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Γεννήσεως Χριστοῦ ὁδ. Χριστοκοπίδου Ἀθηνῶν τὴν 24-3-1961. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 2-3-2001, ἐπανέκδοσις 6-1-2026.
πηγή: https://aktines.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου