Από τον κ. Δημήτριο Ρίζο *
«οιοῦτος γὰρ ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν, καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος»
Ἐπειδὴ αὐτὴ τὴν Κυριακὴ συμπίπτει νὰ γίνεται ἡ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, προκρίνεται ὡς ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τὸ ὁρισμένο γιὰ τὴν ἑορτὴ καὶ ὄχι τῆς Κυριακῆς.
Ἡ φρᾶσις· «Τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς» εἶναι γνωστή, ἐπειδὴ κατὰ κανόνα μὲ αὐτὴν τὴν ἀφίσα γίνεται ἡ ὑποδοχὴ τοῦ νέου ἐπισκόπου κατὰ τὴν ἐνθρόνισί του. Φανερώνει δὲ τὴν ἐλπίδα, τὸν ἐνθουσιασμό, τὴν βεβαιότητα, τὴν προσμονή, γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνδρός, ποὺ θὰ πάρει στὰ χέρια του τὸ πηδάλιο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Καὶ σωστὰ ἐλπίζει, διότι ὁ ἐπίσκοπος εἶναι «εἰς θέσιν Χριστοῦ», ὁ Χριστὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ κατευθύνει καὶ ὁδηγεῖ τὴν Ἐκκλησία «εἰς νομὰς σωτηρίους», μὲ τὸν ἐπίσκοπο νὰ τὸν ἐκπροσωπεῖ στὴν ἐπαρχία, γιὰ τὴν ὁποία ἐκλέχθηκε.
Ὅμως ἡ φρᾶσις αὐτὴ δὲν γράφτηκε ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλος γιὰ νὰ γίνη ἀφίσα ὑποδοχῆς. Ἔχει ἄλλο σκοπὸ καὶ πολὺ βαθύτερο νόημα ἀπὸ τὸ μήνυμα ποὺ στέλνει μία ἀφίσα. Στὸ ἁγιογραφικὸ κείμενο ἀναδεικνύει τὴν ἀσύγκριτη τελειότητα καὶ πληρότητα τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς ἀνθρώπου. Ὁ Χριστός μας εἶναι τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ χωρὶς νὰ ἀπεκδυθῆ τὴν θεία του φύσι, κατέβηκε στὴν γῆ καὶ προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύσι, ἀσυγχύτως καὶ ἐτρέπτως, χωρὶς σύγχυσι καὶ τροπή, γιὰ νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο: Μὲ ὅσα θὰ ἔλεγε στὴν διδασκαλία του μὲ τὸν ἀποκαλυπτικὸ καὶ δημιουργικό του λόγο· Μὲ ὅσα θὰ ἔκαμνε θαύματα· Μὲ ὅσα θὰ πάθαινε μὲ τὸν σταυρικὸ θάνα-το· Μὲ τὸν θρίαμβο τῆς ἀναστάσεώς του, ποὺ νίκησε ἔτσι τὸν θάνατο. Καὶ ποὺ μὲ τὸ ἀναστημένο σῶμα του κάθησε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός του, ἀνεβάζοντας ἔτσι τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανό.
Τὰ χαρακτηριστικά· Ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν, καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος, ἀναφέρονται στὴν ἀνθρώπινη φύσι τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἑνωμένη μὲ τὴν θεία. Διότι, γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης· Ποῖος ἤθελεν εἰπῇ τοιαῦτα λόγια περὶ Θεοῦ, καὶ δὲν ἤθελεν ἐντραπῇ νὰ προσαρμόζῃ τοιαῦτα ταπει-νὰ εἰς τὴν ὑψίστην ἐκείνην, καὶ ἀκατάληπτον φύσιν; Ὅσιος εἶναι ἐκεῖνος, ὁποῦ δὲν ἀφίνει ἀτελείωτον κανένα ἔργον· ἄκακος δὲ ὁ ἄδολος καὶ ἀπόνηρος, τέτοιος εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ λέξις ἀμίαντος δὲν εἶναι ἔπαινος Θεοῦ, διότι φυσικὸ γνώρισμα ἔχει ὁ Θεὸς νὰ εἶναι ἄπειρος καὶ ἀνώτερος ἀπὸ κάθε μίασμα. Οἱ Ἀρχιερεῖς τοῦ νόμου ὅσο ἅγιοι καὶ ἂν εἶναι, ὡς ἄν-θρωποι ἔχουν κάποιο μέρος κακίας, καὶ εἶναι καὶ αὐτοὶ ἔνοχοι ἁμαρτίας. Καὶ ἐπὶ πλέον κανένας ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἀνέβηκε στοὺς οὐρανούς. Ὁ δὲ δικός μας Ἀρχιερέας ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι πλήρης ἀπὸ κάθε ἀρετὴ καὶ ἁγι-ότητα, εἶναι χωρισμένος ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλούς, καὶ ψηλότερος ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, καὶ κάθισε στὸν πατρικὸ θρόνο. Προσέξτε τὴν λέξι «γενόμενος», διότι φανερώνει ὅτι λέγεται γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, διότι ὡς Θεὸς λόγος, πάντοτε ἦταν τῶν οὐρανῶν ὑψηλότερος. Συγκατα-βαίνοντας ὅμως ἀπὸ τὸν ὑψηλό του θρόνο κατέβηκε στὴν γῆ ὡς τέλειος καὶ ἀναμάρτητος ἄνθρωπος.
Μέχρι ὅμως νὰ ἔρθη ὁ Χριστὸς στὴν γῆ, ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ εἶχε τὸ ἱερα-τεῖο του. Εἶχε ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς. λευΐτες ποὺ λειτουργοῦσαν στὸν ναό. Ὅμως ὅσο τέλειοι καὶ ἂν ἦσαν, ὡς ἄνθρωποι εἶχαν ἁμαρτίες καὶ ἀδυνα-μίες, γι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ προσφέρουν θυσίες πρῶτα γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ μετὰ γιὰ τὸν λαό. Ὑπῆρχαν διατάξεις ποὺ καθόριζαν λεπτομερῶς τὸν τρόπο καὶ χρόνο λατρείας τοῦ Θεοῦ, τὶς αἱματηρὲς θυσίες, τὶς προσφορὲς καὶ ὅλα τὰ σχετικά. Καὶ βεβαίως τὰ ἀναφερόμενα στὴν ἐπιλογὴ ἱερέων καὶ ἀρχιερέων, ποὺ διαδοχικὰ τελοῦσαν τὶς λατρεῖες.
Προφητευμένη ἦταν ἡ ἀγενεολόγητη ἔλευσις τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θὰ γινόταν «κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ». Γιὰ τὸν ἱερέα Μελχισεδὲκ δὲν ἀναφέρονται οὔτε πρόγονοι οὔτε ἀπόγονοι. Ὁ Κύριος δὲν χρειαζόταν νὰ τελῆ θυσίες πρῶτα γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ μετὰ γιὰ τὸν λαό, ἀλλά «ἐνήργησε τὰ τὴς ἱερωσύνης ὁ Χριστός, καὶ πρόσφερε τὸν ἑαυτόν του θυσίαν. Μετὰ ταῦτα δέ, κάθηται ὡσὰν αὐθέντης εἰς τὸν θρόνον τὸν πατρικό» (Νικόδημος).
Εἶναι φανερὴ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς παλαιᾶς ἱερωσύνης ἀπὸ τὴν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ· Ἐκεῖ ἦταν νόμος, καὶ ἐδῶ λόγος ὁρκωμοσίας, δηλαδὴ βεβαιότατος καὶ ἀληθέστατος. Ἐκεῖ ἦσαν ἄνθρωποι, δοῦλοι, κτίσματα, ἐδῶ εἶναι Υἱός, Θεὸς καὶ Δεσπότης. Ἐκεῖ ἦσαν ἀσθενεῖς μὲ σφάλματα καὶ ἁμαρτίες, ὑποκείμενοι στὸν θάνατο, ἐδῶ εἶναι ὁ Χριστὸς στὸν αἰῶνα, τέλειος, αἰώνιος καὶ δυνατὸς καὶ ἀναμάρτητος τώρα καὶ πάντοτε. Γι’ αὐτὸ δὲν προσφέρει θυσία γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ προσφέ-ρεται γιὰ τοὺς ἄλλους. Δὲν κάνει πολλὲς θυσίες, οὔτε πολλὲς φορές, ἀλλὰ μόνο μία θυσία.
Θὰ γράψει δὲ ὁ Παῦλος· «Ὁ λόγος τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον, καθίστησι Ἱερέα Υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον». Αὐτὸ εἶναι τὸ σπου-δαῖο καὶ θαυμαστό, ὅτι διαφέρειτόσο πολὺ ὁ ἀρχιερέας μας ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος καθιστᾶ ὡς ἀρχιερεῖς ἀνθρώπους, ποὺ ἔχουν ἠθικὴ ἀσθένεια καὶ εἶναι θνητοί. Ὁ λόγος ὅμως καὶ ἡ ἔνορκη ὑπόσχεσις μετὰ τὸν νόμο, ποὺ κατὰ συνέπεια αὐτὸν τὸν ἀντικατέστησε, ἐγκαθιστᾶ ἀρχιερέα τὸν Υἱό, ποὺ ἀναδείχηκε τέλειος καὶ παραμένει τέτοιος στὸν αἰῶνα, γιὰ πάντα.
Ἀπὸ τὰ παραπάνω φαίνεται ποιὸς εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, ποιὸς εἶναι ὁ Θεός μας. Δὲν ὑπάρχουν ἄλλοι θεοί. Θεὸς εἶναι μόνον ὁ Χριστός, ποὺ γιὰ χάρι μας ταπεινώθηκε καὶ ἔγινε ἀνθρωπος, καὶ γιὰ νὰ μᾶς σώση καὶ ἐπαναφέρει στὴν προπτωτικὴ κατάστασι, στὴν κατάστασι τοῦ Παραδείσου, θυσιάσθηκε στὸν Γολγοθᾶ, πάντα σύμφωνα μὲ τὸ προαιώνιο σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸ τίμιο αἷμα του σβήνει τὶς ἁμαρτίες μας καὶ μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε μέτοχοι στὴν χαρὰ τῆς αἰωνίου ζωῆς καὶ βασιλείας.
Τὸν πιστεύουμε καὶ τὸν ἐμπιστευόμαστε καὶ τὸν ἀκολουθοῦμε καὶ ποτέ δὲν θὰ τὸν ἀρνηθοῦμε.
*Δρ θεολογίας-φιλόλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου