Σάββατο, 3 Απριλίου 2021

Ἑρμηνεία στὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς Γ΄ Νηστειῶν (Σταυροπροσκυνήσεως) ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. Αὐγουστῖνου ''ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ''

 ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Σταυροπροσκυνήσεως)

Ἑβρ. 4, 14 – 5, 6




 Ὁμολογεῖς τὴν πίστι σου;

«Ἀδελφοί, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας»

(Ἑβρ. 4, 14)



ΚΑΙ ΠΑΛΙ, ἀγαπητοί μου, σήμερα, Κυριακὴ Γ΄ τῶν Νηστειῶν, διαβάζεται ὡς Ἀπόστολος μία περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ γράφτηκε ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο χάριν τῶν Ἑβραίων ἐκείνων ποὺ πίστεψαν στὸ Χριστό. Οἱ Ἑβραῖοι ποὺ πίστεψαν στὸ Χριστὸ ἦταν λίγοι μπροστὰ στοὺς ἄλλους Ἑβραίους, οἱ ὁποῖοι, παρʼ ὅλα τὰ θαύματα ποὺ ἔγιναν καὶ πρὸ τῆς Ἀναστάσεως καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασι, δὲν θέλησαν νὰ πιστέψουν στὸ Χριστό, ἀλλʼ ἐπέμεναν στὴν ἀπιστία τους. Οἱ ἄπιστοι αὐτοὶ Ἑβραῖοι, ὅταν ἀκουγαν ὅτι κάποιος συμπατριώτης τους πίστευε στὸ Χριστό, ἄφριζαν ἀπὸ τὴν κακία τους. Μεταχειρίζονταν ὅλα τὰ μέσα, καὶ τὰ πιὸ ἐγκληματικά, γιὰ νὰ τὸν κάνουν νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ πάλι στὸν ἰουδαϊσμό. Χτυποῦσαν, φυλάκιζαν, βασάνιζαν, ἔπαιρναν τὶς περιουσίες τους, ἔβαζαν φωτιὰ καὶ ἔκαιγαν τὰ σπίτια τους. Πεινασμένοι, γυμνοὶ καὶ ἄστεγοι ἔμεναν οἱ χριστιανοὶ Ἑβραῖοι, ποὺ διώκονταν ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες τους καὶ εἶχαν ἀνάγκη παρηγοριᾶς καὶ ἐνισχύσεως, γιὰ νὰ μὴ καμφθοῦν καὶ ἀρνηθοῦν τὴν πίστι τους.

* * *


Ἀλλὰ ποιός ἄλλος θὰ ἦταν πιὸ κατάλληλος νὰ παρηγορήσῃ καὶ νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο; Αὐτός, ποὺ ἄλλοτε ἦταν φανατικὸς Ἑβραῖος καὶ μὲ πάθος καταδίωκε τοὺς συμπατριῶτες του χριστιανούς, εἶχε πιὰ ῥιζικὰ ἀλλάξει. Ὁ Παῦλος πίστεψε στὸ Χριστό, βαπτίσθηκε καὶ ἔγινε ὁ πιὸ θερμὸς κήρυκας τοῦ Χριστοῦ. Μὲ θάρρος καὶ μὲ δύναμι μεγάλη κήρυττε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ παντοῦ ὡμολογοῦσε τὸ Χριστό, αὐτὸς ποὺ ἄλλοτε τὸν βλαστημοῦσε. Ἤξερε δὲ καλὰ τὸ τί ὑπέφεραν οἱ πιστοὶ Ἑβραῖοι. Ἤξερε τὰ βασανιστήριά τους. Ἤξερε τὸν ἰδεολογικὸ πόλεμο ποὺ τοὺς ἔκαναν γιὰ νὰ κλονίσουν τὴν πίστι τους. Μὲ ῥητὰ ποὺ ἔπαιρναν ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφὴ καὶ τὰ ἑρμήνευαν ὅπως ἤθελαν, μὲ ψέματα καὶ πλαστογραφίες, προσπαθοῦσαν νὰ ἀποδείξουν, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶνε ὁ Μεσσίας, ποὺ περίμενε αἰῶνες τὸ Ἑβραϊκὸ ἔθνος. Γιʼ αὐτὸ ὁ Παῦλος ἔγραψε τὴν περίφημη ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς πονεμένους συμπατριῶτες του χριστιανούς.


Παρηγορεῖ ὁ Παῦλος καὶ ἐνισχύει. Ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὑπεράνω πατριαρχῶν, προφητῶν, ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, εἶνε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶνε ὁ Μεσσίας, ὁ Λυτρωτὴς ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός. Τὰ ἐπιχειρήματά του παρμένα ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφὴ εἶνε ἀτράνταχτα. Οἱ ἄπιστοι ἀποστομώνονται. Καὶ ὅσοι κλονίζονται στὴν πίστι ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν, παίρνουν θάρρος καὶ δύναμι. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ πρὸς Ἑβραίους εἶνε ἰσχυρὸ ὅπλο κατὰ τῶν ἀπίστων ὅλων τῶν ἐποχῶν. Καὶ εἶνε συγχρόνως μιὰ θερμὴ πρόσκλησι πρὸς ὅλους τοὺς Ἑβραίους, νὰ άφήσουν τὴν ἀποστία τους καὶ νὰ πιστέψουν στὸ Χριστό.


Στὴν ἐπιστολὴ αὐτή, ἀφοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἀληθινὸς Θεός, ἀπευθύνεται πρὸς ὅλους καὶ λέει˙ «Ἀδελφοί, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας» (Ἑβρ. 4, 14). Δηλαδή˙ Ἄς κρατοῦμε καλὰ τὴν πίστι μας στὸ Χριστὸ καὶ ἄς τὴν κηρύττουμε καὶ ἄς τὴν ὁμολογοῦμε παντοῦ χωρὶς δισταγμό, χωρὶς ἀμφιβολίες, χωρὶς δειλίες καὶ φόβους. Ἀκλόνητοι καὶ ἀτρόμητοι νὰ εἴμαστε στὴν ὁμολογία τῆς πίστεώς μας.


«Ἀδελφοί, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας». Αὐτὴ τὴ θεόπνευστη συμβουλὴ ἄκουσαν καὶ ἐφάρμοσαν οἱ πιστοί, ὄχι μόνο ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ καὶ τῶν κατόπιν χρόνων, ὅταν κατεδιώκετο ἡ χριστιανικὴ πίστις. Ὅποιος διαβάζει τὰ μαρτυρολόγια δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ σταθῇ μὲ θαυμασμὸ μπροστὰ στοὺς ἥρωες τῆς πίστεως. Δυὸ λέξεις ἄν ἔλεγαν στοὺς τυράννους, «Ἀρνούμεθα τὸ Χριστό», ἔφταναν γιὰ νʼ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ βασανιστήρια, νὰ βγοῦν ἀπὸ τὶς φυλακὲς καὶ νὰ γυρίσουν στὰ σπίτια τους. Ἀλλὰ δὲν τὶς εἶπαν. Στὴν ἐρώτησι τῶν βασανιστῶν «Τί εἶστε;», «Εἴμαστε χριστιανοί» ἀπαντοῦσαν. Οἱ μάρτυρες, μπροστὰ σὲ χιλιάδες κόσμο ποὺ φώναζε «Θάνατος στοὺς χριστιανούς!», ὡμολογοῦσαν τὴν πίστι τους. Ἦταν πολὺ συγκινητικό, νʼ ἀκούῃ κανεὶς ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες καὶ μικρὰ ἀκόμη παιδιά, νὰ λένε˙ «Πιστεύουμε στὸ Χριστό. Κάντε μας ὅ,τι θέλετε. Τὴν πίστι μας δὲν τὴν ἀρνούμεθα!». Καὶ ἡ ἱστορία τοῦ γένους μας ἀναφέρει ὅτι, ὅταν οἱ Τοῦρκοι στὴν ἑλληνικὴ ἐπανάσταση τοῦ 1821 κυρίευσαν τὴ Χίο, μάζεψαν γυναῖκες καὶ παιδιὰ στὴν παραλία, ἔβαλαν κάτω ἕναν Ἐσταυρωμένο καὶ εἶπαν στὰ γυναικόπαιδα˙ «Ὅσοι ἀπὸ σᾶς τὸν πατήσουν, θὰ γλυτώσουν˙ ὅσοι δὲν τὸν πατήσουν θὰ θανατωθοῦν». Τοὺς ἔβαλαν προθεσμία. Μὰ κανείς, οὔτε γυναῖκα οὔτε παιδί, πάτησε τὸν Ἐσταυρωμένο. Ὅλοι φώναζαν˙ «Πιστεύουμε στὸ Χριστό. Μέγα τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, μεγάλη ἡ χάρι τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων». Ἔτσι ὁμολογώντας τὴν πίστι τους θυσιάστηκαν οἱ νεομάρτυρες αὐτοί.


* * *


«Ἀδελφοί, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας» (ἔ.ἀ.). Ἐὰν ἀπὸ τὶς ἡρωϊκὲς ἐκεῖνες ἐποχὲς τοῦ χριστιανισμοῦ ῥίξουμε ἕνα βλέμμα στὴ σημερινή μας ἐποχή, ἆραγε θὰ συναντήσουμε τὸ ἡρωϊκὸ πνεῦμα τῶν μαρτύρων τῆς πίστεώς μας; Νὰ βάλουν οἱ ἄπιστοι τὸ μαχαίρι στὸ λαιμὸ τῶν χριστιανῶν καὶ νὰ ποὺν στὸν κάθε χριστιανό˙ «Ἤ θʼ ἀρνηθῇς τὴν πίστι σου ἤ θὰ θανατωθῇς», τέτοιος κίνδυνος δὲν ὑπάρχει σήμερα στὴν πατρίδα μας, ὅμως ὑπῆρχε ἄλλοτε. Ναί, δὲν βάζουν σήμερα τὸ μαχαίρι στὸ λαιμὸ τῶν πιστῶν οἱ ἄπιστοι, ἀλλὰ πολεμοῦν τὴν πίστι μὲ ἕναν ἄλλο τρόπο˙ εἰρωνεύοντας τοὺς πιστούς. Οἱ δὲ λεγέμενοι πιστοὶ εἶνε τόσο δειλοί, ὥστε φοβοῦνται τὶς εἰρωνεῖες τῶν ἀπίστων, σὰν νὰ ἐπρόκειτο οἱ ἄπιστοι νὰ τοὺς σκοτώσουν. Ἀλλοίμονο! Οἱ μάρτυρες δὲν φοβόντουσαν τὰ μαχαίρια καὶ τὶς φωτιὲς καὶ τὰ ἄλλα βασανιστήρια. Τώρα οἱ χριστιανοὶ φοβοῦνται ἕνα εἰρωνικὸ χαμόγελο, μιὰ περιφρονητικὴ λέξι, ἕνα μορφασμό˙ τρέμουν μήπως χαρακτηρισθοῦν ἄνθρωποι καθυστερημένοι, καὶ σβήνουν τὴ φωνή τους, καὶ δὲν κάνουν τὸ σταυρό τους, καὶ κρύβονται σὰν τὰ μικρὰ παιδιὰ ποὺ παίζουν κρυφτούλι. Δὲν ὁμολογοῦν τὴν πίστι τους.


Καὶ ἐνῷ οἱ λεγόμενοι πιστοὶ δὲν ὁμολογοῦν τὴν πίστι τους, οἱ ἄπιστοι καὶ ἀσεβεῖς, βλέποντας αὐτὴ τὴ σιωπή, αὐτὴ τὴ βουβαμάρα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, βλέποντας ὅτι κανεὶς δὲν τοὺς ἐλέγχει καὶ δὲν τοὺς καυτηριάζει, ἔχουν γίνει θρασεῖς καὶ ἀναίσχυντοι, καὶ περιπαίζουν τὴν ὀρθόδοξο πίστι, καὶ βλαστημοῦν τὰ θεῖα, κι ὅπου σταθοῦν προσπαθοῦν νὰ μεταδώσουν τὴ χολέρα τῆς ἀπιστίας καὶ ἀθεΐας. Ποῦ Παῦλος γιὰ νὰ ὁμολογήσῃ τὴν πίστι καὶ νὰ ἐλέγξῃ τοὺς ἀσεβεῖς καὶ ἀπίστους;


Ποῦ Παῦλος; Σύ, ἀγαπητέ, νὰ γίνῃς Παῦλος. Δὲν λέμε ὅτι μπορεῖς νὰ φτάσῃς τὸν Παῦλο˙ ὄχι. Ἀλλὰ νὰ μιμηθῇς τὸν ἀπόστολο Παῦλο καὶ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους καὶ μάρτυρες, καὶ νὰ κηρύξῃς τὸ Χριστὸ μέσα στὸ μικρὸ κύκλο ποὺ ζῇς, μπορεῖς. Μὴ δειλιάσῃς. Καὶ ἄν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ εἶνε γύρω σου περιφρονοῦν, εἰρωνεύονται καὶ χλευάζουν τὴν πίστι σου, καὶ ἄν προσπαθοῦν μὲ χίλια δυὸ σατανικὰ μέσα νὰ σὲ κλονίσουν καὶ νὰ σὲ τραβήξουν μακριὰ ἀπὸ τὸ Χριστό, σὺ μὴν κλονιστῇς. Μεῖνε ἀκλόνητος καὶ ἀτρόμητος σὰν τὸ βράχο πού, ἐνῷ ἀπʼ ὅλες τὶς μεριὲς τὸν χτυποῦν τὰ μανιασμένα κύματα τοῦ ὠκεανοῦ, αὐτὸς παραμένει ἀκλόνητος. Βράχος νὰ εἶνε ἡ πίστι σου στὸ Χριστό, ἡ ὀρθόδοξος πίστις. Μὲ τὰ λόγια, μὲ τὰ ἔργα, μὲ τὴ χριστιανική σου ζωή, νὰ ὁμολογῇς μέσα στὸν ἄπιστο καὶ ἄθεο κόσμο, ὅτι ἡ πίστι σου στὸ Χριστὸ εἶνε ἡ μόνη ἀληθινὴ πίστις. Τότε γίνεσαι κʼ ἐσὺ ἕνας μικρὸς Παῦλος, ἕνας μάρτυρας καὶ ὁμολογητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι θὰ εἶσαι μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ὁ ἀπόστολος ἀπευθύνει σήμερα τὴν προτροπή˙ «Ἀδελφοί, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας» (ἔ.ἀ.).


Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστῖνου Ν. Καντιώτου (Μητροπολίτου πρώην Φλωρίνης) ''ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ'', σελ. 400-405 (ἕκδοσις Γ΄ 2001).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου