Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020

Ὁ χειρότερος ἐχθρὸς (39) ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ Αρχιμανδρίτου Σεβαστιανού Δ. Τοπάλη

 


Α

ναφέρεται στὸ Γεροντικὸ ἕνα περιστατικὸ γιὰ ἕναν γέροντα ποὺ εἶχε ἕνα κελὶ μὲ δώδεκα ἀδελφοὺς ποὺ ἀσκήτευαν μαζί. Κάποια φορὰ ἕνας ἀδελφός, ὅταν πῆγε στὴν πόλη, ἔπεσε σὲ φοβερὸ πειρασμὸ καὶ πόρνευσε. Ἔκτοτε συχνὰ κατέβαινε στὴν πόλη προφασιζόμενος τὶς δουλειὲς τοῦ κελιοῦ καὶ ἔπεφτε στὴν ἁμαρτία. Τοῦ εἶχε γίνει πάθος καὶ μεγάλη ἀδυναμία. Οἱ ἀδελφοὶ τὸ ἀντιλήφθησαν καὶ τὸ εἶπαν στὸν Γέροντα γιὰ νὰ λάβει τὰ μέτρα του. Τὰ πράγματα δὲν διορθώνονταν καὶ ὁ ἀδελφὸς παρέμενε στὴν ἴδια κατάσταση. Οἱ ἄλλοι κατηγοροῦσαν τὸν Γέροντα καὶ τὸν ἀπέλπιζαν γιὰ τὴν ἀνοχὴ ποὺ δείχνει. Συνεχῶς τοῦ πρότειναν τὴν ἐκδίωξη τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἕνας τέτοιος μοναχὸς μαγάριζε τὸ κοινόβιό τους καὶ ξέπεφτε ἡ αἴγλη τοῦ προσώπου των. Ὁ Γέροντας δὲν ἔπεφτε στὸν πειρασμὸ τῶν ἄλλων ἀδελφῶν, ἀλλὰ πάλευε ὑπομονετικὰ μὲ προσευχὴ ἀγάπης γιὰ τὸν πεσμένο ἀδελφό.

Κάποια μέρα ποὺ γύρισε ὁ ἀδελφὸς ἀπὸ τὴν πόλη ἀγχωμένος καὶ ἐνοχικὸς μπῆκε γρήγορα στὸ κελί του. Σὲ λίγο χτύπησε τὴν πόρτα του ὁ Γέροντας καὶ μπῆκε. Στεκόταν ἄβολα μπροστὰ στὸν πνευματικό του. Ὁ γέροντας γιὰ μία στιγμὴ εἶδε στὴν κρεμάστρα του ἕνα μαῦρο γυναικεῖο ἐπανωφόρι. Ὁ ἀδελφὸς φεύγοντας βιαστικὸς ἀπὸ τὴν πόρνη εἶχε πάρει τὸ δικό της ροῦχο ἀντὶ γιὰ τὸ δικό του. Γυρίζει καὶ τοῦ λέει:

-«Τί εἶναι αὐτό;».

Ὁ διάβολος τοῦ εἶχε στήσει παγίδα. Ἐνῶ μέχρι τώρα τὸν ἔκρυβε γιὰ νὰ τὸν πάει ὅσο πιὸ βαθιὰ στὴν ἁμαρτία γινόταν, τώρα ἀρχίζει νὰ τὸν ξεμπροστιάζει γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ἀπελπισία. Ὅμως οἱ προσευχὲς καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ γέροντα ἔδωσαν τὸν καρπό τους τὴν ὥρα αὐτή. Ἔνιωθε τόσο καιρὸ τὴν λύπη μέσα του ἀπὸ τὸν κορεσμὸ τῆς ἁμαρτίας ποὺ ἔκανε κατὰ συρροή, ἀλλὰ ἔνιωθε καὶ δέσμιος καὶ ἐγκλωβισμένος στὸ πάθος του. Ἐκείνη ἡ ὥρα ἦταν σημαδιακὴ γι’ αὐτόν. Ἔβλεπε ἕναν γλυκὺ γέροντα ποὺ μὲ ἀγάπη τοῦ μιλοῦσε, καὶ ἔβλεπε καὶ τὰ δικά του χάλια ποὺ τὸν ἀπογοήτευαν. Μέσα του ἔνιωσε τὴν μετάνοια σὰν φώτιση Θεοῦ νὰ τὸν ἀναστατώνει. Ἔπεσε στὰ γόνατα καὶ μὲ δάκρυα ζητοῦσε συγχώρεση ἀπὸ τὸν Θεό. Ἦταν ἡ ὥρα τῆς μετανοίας του. Ὁ Γέροντας ἔβαλε ἐπιτραχήλιο καὶ τὸν ἐξομολόγησε. Ἔπλενε τὴν ψυχή του μὲ τὰ δάκρυά του, ἔσβηνε τὴν φωτιὰ ποὺ εἶχε μέσα του μὲ ποταμοὺς δακρύων. Ὁ Πνευματικὸς τοῦ διάβασε τὴν εὐχὴ τῆς συγχωρήσεως καὶ τὸν παρέδωσε στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Πέρασαν δύο χρόνια ἀπὸ τὴν πρώτη του μετάνοια καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτὸς ἔφθασε σὲ ἀνώτερα ἐπίπεδα πίστεως καὶ πνευματικῆς ζωῆς. Τότε οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ πλησίασαν τὸν Γέροντά τους καὶ τὸν ρώτησαν πῶς μπόρεσε νὰ περιμένει καὶ νὰ ὑπομένει τὸν ἀδελφὸ αὐτὸ στὸν καιρὸ ποὺ μαστιζόταν ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του. Καὶ τοὺς εἶπε:

-«Μία νύχτα εἶδα ἕνα ἀποκαλυπτικὸ ὄνειρο. Εἶδα νὰ εἶναι ἀπ’ τὴν μία μεριὰ ὁ ἑαυτός μου μὲ τὴν προσευχὴ τῆς ἀγάπης του καὶ νὰ τραβῶ τὸν ἁμαρτωλὸ ἀδελφὸ ἀπ’ τὸ ἕνα χέρι πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἔβλεπα τὸ δαιμόνιο τῆς πορνείας νὰ τὸν τραβᾶ ἀπ’ τὸ ἄλλο χέρι πρὸς τὸ μέρος του. Ἐπέμενα καὶ ἐγώ, ἐπέμενε καὶ ὁ ἀντίδικός μας διάβολος, ὥσπου κάποια στιγμὴ ὑπερίσχυσα καὶ ἔπεσε ὁ ἁμαρτωλὸς ἀδελφὸς στὴν ἀγκάλη μου μετανοώντας. Ἦταν μία ἀποκάλυψη, μία παρηγορία οὐράνια γιὰ τὴν ὑπομονὴ τῆς ἐλπίδος καὶ τὴν καρτερία τῆς προσευχῆς ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνω». Ἡ ἐναγώνια προσευχὴ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Γέροντος αὐτοῦ κέρδισαν τὴν σωτηρία τοῦ ἀδελφοῦ. Ἦταν μία κοπιαστικὴ διελκυστίνδα, ποὺ τελικὰ νίκησε ἡ προσευχὴ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐπιείκειας.

Εἶναι ἀλήθεια πὼς εὔκολα ἀπορρίπτουμε ἢ καὶ ἀποστρεφόμαστε τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἔχοντας μία αὐστηρὴ κρίση περνώντας τους μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς δικῆς μας ψευτοαγιωσύνης. Μία λεπτὴ ἐσωτερικὴ ἀρρώστια, μία πνευματικὴ σχιζοφρένεια, ὁ φαρισαϊσμὸς φωλιάζει μέσα μας καὶ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη στοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀδελφούς μας. Ὁ δικός μας ἐγωισμὸς καὶ ἡ ἔλλειψη ἀγάπης ἀμέσως τοὺς ἀπορρίπτει καὶ δημιουργεῖ τὴν ἐσωτερικὴ κατάκριση, καὶ ζοῦμε ἔτσι μὲ ἕναν ἄλλου εἴδους ἠθικὸ ρατσισμό. Παράλληλα μέσα μας πλάθεται και ἡ εἰκόνα τοῦ ἁγίου και τοῦ «ἀνεπίληπτου» χριστιανοῦ καὶ ἐπικρίνουμε πολὺ σκληρὰ τὸν ἁμαρτωλό.

Ἡ συμπεριφορὰ αὐτὴ ἔρχεται σιωπηλὰ νὰ ἐπισκεφτεῖ τὸν χριστιανὸ καὶ εἶναι ὁ μεγάλος πειρασμός του. Κι ἂν ἀπομακρύνει τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἂν τὸν νιώσει σὰν μίασμα, ἔχει πέσει σὲ πηγάδι ἁμαρτίας. Ἂν ὁ Κύριος ἔσκυψε στὴν καρδιά μας καὶ μὲ ἀγάπη μᾶς δέχτηκε καὶ μᾶς ἀγάπησε καὶ μᾶς λύτρωσε, πόσο ἄραγε ὀφείλουμε νὰ ἀγαποῦμε τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ πεσμένο ἀδελφό; Ὁ Κύριος, ἐνῶ ἤμασταν ἁμαρτωλοί, πέθανε γιὰ μᾶς. Ὑπάρχει πιὸ μεγάλη ἀγάπη ἀπὸ τὸ νὰ χύσει τὸ αἷμα του κανεὶς γιὰ τὸν διπλανό του; Καὶ ἡ πιὸ μεγάλη βοήθεια καὶ ἔκφραση ἀγάπης εἶναι ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ἐπιείκεια. Σὰν τὸν Χριστὸ ποὺ ἐναγώνια προσευχόταν στὸν κῆπο τῆς Γεσθημανῆ ὑπὲρ ὅλων μας μὲ ἱδρῶτα αἵματος, ἔτσι γονατίζει ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ προσεύχεται καὶ παρακαλεῖ γιὰ τὸν πεπτωκότα ἀδελφό. Δὲν παίρνει πέτρα γιὰ νὰ τὸν χτυπήσει, ἀλλὰ σιωπᾶ, ἀνοίγει τὴν ἀγκαλιὰ τῆς καρδιᾶς του καὶ προσεύχεται. Ὅμως, εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ βρεῖς τὴν ἐλπίδα μέσα σου καὶ νὰ ἀρχίζεις νὰ προσεύχεσαι, διότι ἡ πτώση ἑνὸς ἀγαπητοῦ ἀδελφοῦ φέρνει μεγάλη στενοχώρια καὶ ἀπελπισία. Καὶ πόσο πιὸ πολὺ ἡ ἀπογοήτευση ἔρχεται μέσα μας, ὅταν καὶ οἱ γύρω μας διαπομπεύουν τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ μᾶς κατηγοροῦν γιὰ ἐπιείκεια… Καὶ πόσο πιὸ μεγάλη γίνεται ἡ ἀπογοήτευση, ὅταν καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς ἀπομακρύνεται ἀκόμη πιὸ πολὺ καὶ δὲν ἀκούει μὲ τίποτα ἀπὸ τὶς παραινέσεις μας… Μπροστὰ σὲ μία πτώση ἑνὸς παιδιοῦ μας ἔρχεται μεγάλη ἡ ἀπελπισία. Καὶ ποῦ νὰ βροῦμε δύναμη; Πῶς νὰ σηκώσουμε τὰ ματια μας μὲ ἐλπίδα στὸν Θεό; Αὐτὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος πειρασμός μας.

Ὄντως, ἡ ἀπελπισία στὴν προσευχὴ καὶ ἡ ἀπογοήτευση γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι ὁ χειρότερος πειρασμός. Εἶναι ἀπόρριψη τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ καὶ λατρεία τοῦ διαβόλου. Καὶ ἂν ὁ διάβολος δὲν ἀπελπίζεται, λέγει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, στὸ νὰ πειράζει τὸν ἄνθρωπο, πόσο μᾶλλον ὁ πιστὸς δὲν πρέπει νὰ ἀπελπίζεται γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τῶν ἀνθρώπων του, ἐφόσον πιστεύει σὲ Θεὸ ζῶντα καὶ Θεὸ ἀγάπης. «Ὁ διάβολος τρέχει συνέχεια γιὰ νὰ μᾶς γκρεμίσει ἀπὸ τὴν σωτηρία μας, ὄχι μόνο χωρὶς νὰ ἔχει κάποιο κέρδος ἀπ’ αὐτό, ἀλλὰ καὶ τὰ μέγιστα νὰ βλάπτεται ἀπὸ τὴν σπουδή του αὐτή· καὶ ἔχει τέτοια μανία ποὺ φτάνει πολλὲς φορὲς νὰ ἐπιχειρεῖ καὶ τὰ πιὸ ἀδύνατα πράγματα καὶ προσπαθεῖ ὄχι μόνο γιὰ ἐκείνους ποὺ ξέρει ὅτι θὰ πέσουν μὲ τὸ σκόνταμα ποὺ θὰ τοὺς βάλει, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσους μποροῦν νὰ τοῦ ξεφύγουν ἀπὸ τὶς παγίδες του... καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὰ δὲν ντρεπόμαστε καὶ δὲν κοκκινίζουμε, πές μου, ποὺ ἐνῶ ὁ διάβολος ποτέ του δὲν ἀπελπίζεται γιὰ τὴν ἀπώλειά μας, ἀλλὰ μόνιμα τὴν περιμένει καὶ τὴν ἐπειχειρεῖ, ἐμεῖς ὅμως ἀπελπιζόμαστε γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν μας;… ὁ μὲν διάβολος, παρόλο ποὺ ὁ Θεὸς τὸν ἐμποδίζει, δὲν παρατᾶ τὴν μάχη ἐναντίον μας· σὺ ὅμως, ἐνῶ ὁ Θεὸς σὲ προτρέπει καὶ σὲ ἐνισχύει γιὰ τὴν βοήθεια τῶν πεπτωκώτων, ἀπελπίζεσαι καὶ τὰ παρατᾶς;» .

Πόσο μεγάλη εἶναι ἡ δύναμη καὶ ἡ ἐλπίδα τῆς προσευχῆς γιὰ τὸν ἁμαρτωλό!… Συναμαρτωλοὶ ἐμεῖς εὐχόμεθα μὲ μία ἀγάπη ἐξ ὅλης καρδίας καὶ εἶναι ὅ,τι πολυτιμότερο μπορεῖ νὰ δώσει κανείς. Μέσα στοὺς Πατέρες μύρια παραδείγματα μποροῦμε νὰ βροῦμε μὲ μία τέτοια προσευχὴ ἀγάπης γιὰ τὸν ἀδελφό.

Ὁ ἅγιος Βονιφάτιος, μοναχὸς στὴν Ἀλεξάνδρεια, κάθε βράδυ μίσθωνε καὶ μία πόρνη καὶ περνοῦσε ὅλο τὸ βράδυ μαζί της ζητώντας της νὰ συμμετέχει μὲ σεβασμὸ στὶς προσευχές του καὶ στὴν μελέτη τοῦ Ψαλτηρίου καὶ τῶν Ἁγίων Γραφῶν ποὺ ἔκανε ὅλη τὴν νύχτα. Οἱ περισσότερες πόρνες μετὰ ἀπὸ ἕνα διάστημα χρόνου εἶχαν βρεῖ τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας. Ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, ἦταν «ἕνας ἐπίγειος Θεός». Ἔτσι τὸν ὀνόμαζαν. Ἡ εὐσπλαχνία του ἦταν ἀπέραντη καὶ ἡ προσευχή του ἐκτενὴς μπροστὰ στὰ λάθη τῶν ἀνθρώπων. Καθὼς ὁ ἅγιος Νόνος Ἀντιοχείας τελοῦσε μαζί μὲ ἄλλους ἐπισκόπους τὴν Θεία Λειτουργία ὑπαίθρια γιὰ τὴν μνήμη ἑνὸς Ἁγίου, ἡ δια σημότερη πόρνη καὶ χορεύτρια τῆς Ἀντιοχείας Πελαγία πέρασε ἀπὸ τὸν δρόμο μὲ ἐπίδειξη καὶ προκλητικότητα. Οἱ ἄλλοι ἐπίσκοποι ἀναστέναξαν καὶ σιωπηρὰ ἔστρεψαν τὸ κεφάλι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ σὰν νὰ ἤθελαν νὰ ἀποφύγουν κάποια βαριὰ δυσωδία. Ἔδειξαν ἔντονα τὴν ἀποστροφή τους. Ὁ μακάριος Νόνος τὴν κοιτοῦσε ἐπίμονα καὶ ἀδιάκοπα μέχρι ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸ προσκήνιο. Ἡ καρδιά του προσευχόταν μὲ πολλὴ ἀγάπη γιὰ τὴν πόρνη Πελαγία. Κατόπιν κατέβασε τὸ κεφάλι του καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεό, ἐνῶ τὰ δάκρυά του κυλοῦσαν στὸ στῆθος του. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ἡ Πελαγία πλησίασε τὸν ἅγιο Ἐπίσκοπο καὶ μετανόησε καὶ ἔγινε ἡ Ἁγία Πελαγία ἡ ἐκ πορνῶν. Ἡ προσευχὴ τῆς ἀγάπης καὶ ἡ βαθειὰ ταπείνωση τοῦ ἁγίου Νόνου ἔσωσαν τὴν ψυχή της.

Ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ βρίσκει τρόπους καὶ ἀνακαλύπτει μεθόδους γιὰ νὰ πλησιάσει καὶ νὰ στηρίξει καὶ νὰ σώσει. Ὅμως, τὸ πιὸ σίγουρο καὶ πιὸ γλυκὺ τῆς καρδιᾶς ἐκδήλωμα ἀγάπης εἶναι ἡ προσευχὴ μετὰ δακρύων και ἐπιεικείας γιὰ τὸν ἁμαρτωλό. Εἶναι ἡ μάνα ποὺ γεννᾶ τὴν μετάνοια καὶ διαφυλάγει τὸν πλησίον ἀπὸ χειρότερες πτώσεις. Ἡ προσευχὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ κυοφορεῖ τοὺς λογισμοὺς τῆς ἀλλαγῆς καὶ τῆς ἀναγέννησης. Αὐτὸς ποὺ πονᾶ καὶ ἀγαπᾶ ἀληθινὰ βλέπει τὴν δική του ἀθλιότητα καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ταπείνωση αὐτὴ ἐκχέει δάκρυα προσευχόμενα γιὰ τὸν ἁμαρτωλό.

Κάπως ἔτσι ἔρχεται νὰ μᾶς τὸ διδάξει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος προτρέποντάς μας νὰ χύνουμε τὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης μας:

«νὰ μὴ μισήσεις τὸν ἁμαρτωλό, γιατὶ ὅλοι εἴμαστε ὑπεύθυνοι. Σὲ πολλὰ πράγματα μᾶς ἐμπαίζει ὁ διάβολος. Γιατί, λοιπόν, νὰ μισοῦμε τὸν ἄνθρωπο, ποὺ σὰν ἐμᾶς ἐξαπατήθηκε ἀπὸ τὸν διάβολο ποὺ ἐμπαίζει κι ἐμᾶς; Γιατί μισεῖς τὸν ἁμαρτωλό, ἄνθρωπε; Ἄραγε διότι δὲν εἶναι δίκαιος ὅπως ἐσύ; Καὶ ποῦ εἶναι ἡ δικαιοσύνη σου, ἀφοῦ δὲν ἔχεις ἀγάπη; Γιατί δὲν κλαῖς γι’ αὐτόν, ἀλλὰ τὸν καταδιώκεις;»

Καὶ ἔσκυβα καὶ παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μοῦ δώσει τὴν προσευχὴ τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ἀδελφό μου καὶ ποτὲ νὰ μὴν τὸν ἀποστρέφομαι καὶ οὔτε νὰ ἀπελπίζομαι. Μπροστὰ στὸ πρόσωπο τοῦ κάθε ἁμαρτωλοῦ νὰ βλέπω τὸ χρέος μου, νὰ γίνω ἐγὼ ὁ Θεὸς μιμούμενος τὸ ἔλεός Του. Νὰ ζῶ τὴν Γεσθημανὴ τῆς καρδιᾶς μου σὲ μία νυκτερινὴ ἐναγώνια κραυγὴ γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ νὰ ξεχειλίζει ὅλη ἡ ἀγάπη μου σὲ ἕνα ἀσταμάτητο δάκρυ γιὰ τὸν ἀδελφό, ὅπως ἔλεγε ὁ Δαβίδ, «μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην τοῦ ἐξομολογεῖσθαί σοι». Νὰ γίνεται ἡ προσευχὴ αὐτὴ ὄντως ἡ ὕψιστη τῆς ἀγάπης προσφορά, ὅπως λέγει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος, «τὸ ὅπλον τὸ ἀχείρωτον, ἡ ἄνωθεν συμμαχία».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου