Προφήτης Ιερεμίας
Ἀνανίας Κουστένης
Οἱ Αἰγύπτιοι τὸν ἀγάπησαν. Γιατὶ μὲ τὴν προσευχή του καὶ τὴν παρουσία του, καὶ τὴν καλοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη του, εἶχε διώξει ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο τὶς ἀσπίδες, κάτι φίδια δηλητηριώδη, καὶ τοὺς φοβεροὺς κροκόδειλους. Κι εἶχε ἐλευθερώσει ἐκεῖ καὶ τὸν Νεῖλο καὶ τὰ ὑπόλοιπα. Καὶ τοῦ ὄφειλαν εὐγνωμοσύνη. Κι ὅταν πέθανε, πήγαιναν στὸν τάφο του. Ἔπαιρναν χῶμα. Καὶ τὸν παρακαλοῦσαν. Καὶ τὸν αἰσθανόντουσαν. Τοὺς εἶχε πεῖ ὅτι «θα ‘ρθεῖ στὸν κόσμο Ἐκεῖνος ποὺ θὰ γεννηθεῖ ἀπό παρθένο στη σπηλιά. Καὶ θὰ γκρεμίσει τὰ εἴδωλα.» Κι ἀπὸ τότε οἱ Αἰγύπτιοι ἔκαμαν μιὰ παράσταση, μιὰ ζωγραφιά, μιᾶς παρθένου, ποὺ νὰ κρατᾶ τὸ βρέφος της καὶ νὰ τὸ ἔχει στὴ φάτνη.
Καὶ πήγαιναν καὶ προσευχόντουσαν ἐκεῖ αὐτὲς οἱ ψυχοῦλες. Καὶ περίμεναν να ‘ρθει τὸ βρέφος τῆς Μαρίας τῆς Παρθένου. Κι ἦρθε ἐκεῖνο, ὅταν γεννήθη, καὶ μὲ τὴ φυγή του στην Αἴγυπτο, ἐπῆγε, λοιπόν, ἐκεῖ καὶ γκρέμισε ὅλα τὰ εἴδωλα. «Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ φωτισμὸν ἀληθείας, ἐδίωξας τοῦ ψεύδους τὸ σκότος», ἀκοῦμε στοὺς ὑπέροχους Χαιρετισμούς. Ὁ δὲ Μέγας Ἀλέξανδρος… Ξέχασα νὰ πῶ ὅτι τὸν ἔθαψαν στὸ παλάτι τοῦ Φαραώ. Τόσο τὸν ἐκτιμοῦσε καὶ ὁ Φαραὼ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Πέρασε, λοιπόν, ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου Ἱερεμία, τοῦ Προφήτη, ὁ Μέγας Αλέξανδρος. Κι ὅταν ἔμαθε αὐτά, γέμισε ἡ ψυχή του μὲ ἀγάπη καὶ στοργή, γιὰ τὸν Ἅγιο Προφήτη. Οἱ μεγάλοι ἄντρες κατανοοῦνται καὶ ἀγαπιοῦνται, κι ἐκτιμοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Καὶ πῆρε τὰ ἱερὰ λείψανα καὶ τὰ τοποθέτησε σ’ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Ἀλεξάνδρειας, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἔκτισε καὶ ἵδρυσε στὸ Δέλτα τοῦ Νείλου, ὡς γνωστόν. Γιατί τὰ ἔβαλε ἐκεῖ; Γιὰ νὰ φυλάει ὁ Ἅγιος τὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἦταν ἔνθεος ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος. Τί ἦταν ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος; Ε… Βέβαια.
Καὶ πρόσφερε πολλά, καὶ μὲ τὰ βιβλία του, τὶς Προφητείες του. Κι εἶχε κρύψει καὶ τὴ Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου, πρὶν τὴν ἅλωση τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους, σ’ ἕνα μέρος, σ’ ἕνα βράχο, ἀνάμεσα στὰ δυὸ βουνά, ἐκεῖ στὴν ἔρημο τοῦ Σινᾶ, ποὺ εἶχε δοθεῖ κι εἶχε κατασκευασθεῖ ἡ Κιβωτός. Ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουνά, ποὺ ὑπῆρχαν οἱ τάφοι τοῦ Ἀαρὼν καὶ τοῦ Μωϋσῆ. Κι ἔγραψε καὶ τ ̓ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ἔκρυψε. Κι αὐτὰ μόνο ὁ Ἀαρὼν καὶ ὁ Μωϋσῆς μποροῦν νὰ τ ̓ ἀνοίξουν. Κι ὅταν θὰ γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία, θὰ βγεῖ, λέει, ἡ Κιβωτὸς τῆς Διαθήκης, ποὺ εἶχε τὶς πλάκες με τὶς Ἐντολές, τὸ Μάννα καὶ τὴ ράβδο τοῦ Ἀαρὼν τὴν βλαστήσασαν, πού ‘ταν ὁ Τίμιος Σταυρός. Καὶ θά ‘ρθει ἐπάνω στην κορυφή τοῦ όρους Σινᾶ νὰ καθήσει, ἀπ’ ὅπου ἐλήφθη. Καὶ θά ‘ρθουν, τότε, ἀπ’ ὅλα τὰ ἔθνη, ὅλοι οἱ Ἅγιοι καὶ θὰ δοξάσουν τὸν Θεό. Καὶ ὕστερα θὰ γίνει ἡ τελικὴ Κρίσις.
Κι ἔχει καὶ τὸν « Θρῆνο» ὁ Ἱερεμίας, ἄλλο βιβλίο, ποὺ θρηνεῖ τὴν ἅλωση, καὶ τὴν «Ἐπιστολή» του, ποὺ στέλλει στοὺς Ἰουδαίους τοὺς ἐξόριστους, τοὺς αἰχμάλωτους τῆς Βαβυλῶνος, καὶ τοὺς λέει νὰ μὴν ὑποκύπτουν στὰ εἴδωλα. Κι ἂν ὑποκύπτουν, νὰ μετανοιώνουν καὶ νὰ ξαναγυρίζουν στὸν Θεό. Τὸ ὕφος καὶ ἡ ἔκφραση τῶν βιβλίων τοῦ Ἱερεμίου εἶναι ἀπαραμίλλου κάλλους καὶ ὑψίστης λογοτεχνικῆς ἀξίας, σὺν τὰ ὑπόλοιπα πνευματικά. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἀγάπησαν οἱ αἰῶνες. Κι οἱ μεγάλοι ζωγράφοι, καὶ ἄλλοι ποιηταί, καὶ ἄνθρωποι τῶν Γραμμάτων, καὶ προπαντὸς ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, τὸν ἐλάτρευαν. Καὶ ὠφελήθησαν τὰ μέγιστα ἀπὸ τὸν Ἱερεμία. Ἀκόμη κι ὁ μεγάλος ἐθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμὸς τὸν ὑπεραγαποῦσε.
Ἐαρινὸ Συναξάρι, Τόμος Β´. Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης,, σελ. 70 -72
πηγή: https://romioitispolis.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου