Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: “Ότι δεν πρέπει να πιστεύουμε, ούτε να έχουμε θάρρος ποτέ στον εαυτό μας”

ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ. ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Απόδοση στη νέα Ελληνική: Ιερομόναχος Βενέδικτος
Έκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ιερομονάχου,
Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος

* Σημ. μας: Το κείμενο έχει διορθωθεί

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄.  
Ότι δεν πρέπει να πιστεύουμε, ούτε να έχουμε θάρρος ποτέ στον εαυτό μας.

Το να μην έχεις θάρρος στον εαυτόν σου (1), αγαπητέ μου αδελφέ, είναι τόσο αναγκαίο σε αυτόν τον πόλεμο, που χωρίς αυτό, να είσαι βέβαιος, ότι, όχι μόνον δεν θα μπορέσεις να πετύχεις τη νίκη που επιθυμείς, αλλ’ ούτε καν να αντισταθείς στο παραμικρό και αυτό, ας τυπωθεί καλά στο νου σου. Γιατί, εμείς πράγματι, όντας φυσικά διεφθαρμένοι από τον καιρό της παραβάσεως του Αδάμ, έχουμε σε μια μεγάλη υπόληψη τον εαυτό μας, η οποία αν και δεν είναι στην αλήθεια κάτι άλλο, παρά ένα ψέμα και τίποτα άλλο, εμείς όμως, νομίζουμε με μία απατηλή εντύπωση, πως είμαστε κάτι (σημαντικό) (2).

Αυτό είναι ένα ελάττωμα, που πολύ δύσκολα αναγνωρίζεται, και που δεν είναι αρεστό στα μάτια του Θεού, ο οποίος αγαπά να έχουμε εμείς μία άδολη γνώση γι’ αυτή την βεβαιότατη αλήθεια. Δηλαδή, να ξέρουμε, ότι κάθε χάρη και αρετή που έχουμε, προέρχεται από αυτόν μόνο, που είναι η πηγή κάθε αγαθού. Και ότι, από εμάς, δεν μπορεί να προέλθει κανένα καλό, ούτε κανένας καλός λογισμός, που να του αρέσει. Αν και αυτή η αναγκαιότατη αλήθεια (δηλαδή, το να μη πιστεύουμε στον εαυτόν μας) είναι έργο του θεϊκού του χεριού, που συνηθίζει να το δίνει στους αγαπημένους του φίλους, πότε με εμπνεύσεις και φωτισμούς, πότε με σκληρά μαστιγώματα και θλίψεις, πότε με βίαιους και σχεδόν ανίκητους πειρασμούς, και πότε με άλλα μέσα, που εμείς δεν καταλαβαίνουμε.

Με όλα αυτά, θέλει να γίνεται και από μέρους μας εκείνο, που ανήκει, και είναι δυνατόν σε μάς. Γι’ αυτό λοιπόν, αδελφέ μου, σου σημειώνω εδώ τέσσερεις τρόπους, με τους οποίους μπορείς, με τη βοήθεια του Θεού, να πετύχεις αυτή την απιστία του εαυτού σου, δηλαδή, το να μην έχεις θάρρος ποτέ τον εαυτό σου.

Ο α’ είναι, το να γνωρίσεις την μηδαμινότητά σου (3) και να συλλογισθείς, ότι από μόνος σου δεν μπορείς να κάνης κανένα καλό, για το οποίο να γίνεις άξιος της βασιλείας των ουρανών.

Ο β’, το να ζητάς για αυτό πολλές φορές βοήθεια από τον Θεό με θερμές και ταπεινές δεήσεις, επειδή αυτό είναι χάρισμα δικό Του. Και αν θέλεις να το λάβεις, πρέπει πρώτα να στοχαστείς τον εαυτό σου, όχι μόνο γυμνό από αυτή τη γνώση του εαυτού σου, αλλά και κατά τα πάντα αδύνατο να την αποκτήσεις. Έπειτα, να μιλάς με παρρησία πολλές φορές μπροστά στη μεγαλειότητα του Θεού, και πιστεύοντας σταθερά, ότι εξ αιτίας του πελάγους της ευσπλαχνίας του, θα σου την δώσει, όταν αυτός γνωρίζει, μην αμφιβάλλεις καθόλου, ότι θα την απολαύσεις.

Ο γ’ τρόπος είναι, το να συνηθίσεις να φοβάσαι πάντοτε τον εαυτό σου. Να φοβάσαι τους αναρίθμητους εχθρούς, στους οποίους, δεν είσαι δυνατός να κάνεις ούτε την παραμικρή αντίσταση. Να φοβάσαι την μακρά τους συνήθεια στο να πολεμούν. Τις πανουργίες, τα στρατηγήματα τους, τις μεταμορφώσεις τους σε αγγέλους φωτός· τα αναρίθμητα τεχνάσματα και παγίδες, που σου στήνουν κρυφά στον ίδιο το δρόμο της αρετής.

Ο δ’ τρόπος είναι, όταν πέσεις σε κανένα ελάττωμα να περάσεις πλέον ζωντανά στην σκέψη της άκρας αδυναμίας σου. Επειδή, γι’ αυτό το σκοπό παραχώρησε ο Θεός να πέσεις, για να γνωρίσεις καλύτερα την ασθένειά σου (4) και έτσι να μάθεις, όχι μόνο να καταφρονείς εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου ως πολύ μηδαμινό, αλλά και να θέλεις να σε καταφρονούν και οι άλλοι σαν τέτοιου είδους ασθενή. Γιατί, χωρίς αυτή την θέληση, δεν είναι δυνατό να γίνει αυτή η ενάρετη απιστία του εαυτού σου, η οποία έχει το θεμέλιο της στην αληθινή ταπείνωση και στην προλεγόμενη έμπρακτη γνώση της δοκιμής.

Οπότε, καθ’ ένας βλέπει πόσο αναγκαίο είναι σ’ εκείνον που θέλει να ενωθεί με το ουράνιο φως, το να γνωρίσει τον εαυτό του. Την οποία γνώση συνηθίζει να την δίνη η ευσπλαχνία του Θεού στους υπερήφανους και προληπτικούς, μέσα από τις πτώσεις, αφήνοντάς τους δηλαδή με δίκαιο τρόπο να πέφτουν σε κανένα ελάττωμα (από το οποίο νομίζουν πως μπορούν να φυλαχτούν) για να γνωρίσουν την αδυναμία τους, και να μη εμπιστεύονται πλέον στον εαυτόν τους καθόλου.

Αλλά αυτό το μέσο, το τόσο άθλιο και αναγκαστικό, δεν συνηθίζει να το μεταχειρίζεται πάντοτε ο Θεός, παρά, όταν τα άλλα μέσα, τα πιο ελεύθερα, όπως είπαμε, δεν προξενούν στον άνθρωπο αυτή την επίγνωση του εαυτού του. Γιατί τότε παραχωρεί να πέσει ο άνθρωπος σε σφάλματα τόσο μεγαλύτερα ή μικρότερα, όσο είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη και η υπερηφάνεια και η υπόληψη, που έχει για τον εαυτό του. Ώστε, εκεί όπου δεν υπάρχει καμία απολύτως υπόληψη· καθώς συνέβη στην Παρθένο Μαρία, εκεί δεν υπάρχει παρομοίως ούτε και καμία πτώση.

Λοιπόν, όταν εσύ πέσεις, τρέξε αμέσως με τον λογισμό στη ταπεινή γνώση του εαυτού σου, και με επίμονη προσευχή ζήτησε από τον Θεό να σου δώσει το αληθινό φως, για να γνωρίσεις την μηδαμινότητα σου και να μην έχεις θάρρος καθόλου στον εαυτό σου, εάν θέλεις να μην ξαναπέσεις πάλι και μερικές φορές σε μεγαλύτερη βλάβη και φθορά.

(1). Ο προφήτης Ιερεμίας καταραμένο ονομάζει και αποστάτη του Θεού, εκείνον που θαρρεύεται και ελπίζει στον εαυτό του λέγοντας: «Τάδε λέγει Κύριος· Επικατάρατος ος την ελπίδα έχει επ’ άνθρωπον και στηρίσει σάρκα βραχίονος αυτού έπ’ αυτόν, και από Κυρίου αποστή η καρδιά αυτού» (ιζ’ 5). Αυτό το ρητό ερμηνεύοντας ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι, για μεν το, αυτός που έχει την ελπίδα του πάνω σε άνθρωπο, φανέρωσε ο προφήτης το να μην ελπίζουμε σε άλλον. Για δε το, και στηρίζει τη σάρκα ο βραχίονας αυτού, φανέρωσε το να ελπίζουμε στον εαυτό μας. Και τα δύο δε αυτά τα ονόμασε αποστασία από τον Θεόν (βλ. κατά πλάτος, μβ’). Και με άλλον τρόπο το ρητό αυτό ερμηνεύοντας, συμπεραίνει ότι είναι καταραμένος και αποστάτης, εκείνος, που ελπίζει στον εαυτό του. Γιατί, λέει, ότι όποιος ελπίζει στον άνθρωπο είναι καταραμένος και του Θεού αποστάτης. Βλέπε και εδώ πόσο άριστη είναι η τάξη, που χρησιμοποιεί το βιβλίο αυτό, γιατί αρχίζει τον πόλεμο από την φιλαυτία, η οποία είναι η προκαταρκτική αιτία και η ρίζα και η αρχή όλων των άλλων παθών και κακιών.

(2). Το να νομίζουμε ότι είμαστε κάτι σπουδαίο, αυτό ονομάζεται οίηση, η οποία είναι ένα πάθος, που γεννιέται μεν από την φιλαυτία, γεννά δε αυτό πάλι και γίνεται ρίζα και αρχή και αιτία όλων των άλλων παθών. Είναι δε, τόσο λεπτό και κρυφό πάθος είναι η οίηση αυτή, σε τρόπο πού, για την πολλή λεπτότητα του, ούτε το αισθάνονται καθόλου εκείνοι που το έχουν. Όσο όμως λεπτό και κρυφό είναι, τόσο είναι και μεγάλο κακό. Γιατί, την πρώτη εκείνη πόρτα του νου, από την οποία πρόκειται να μπει η χάρη του Θεού και να κατοικήσει στον άνθρωπο, αυτό το καταραμένο πάθος στέκεται και την κλείνει και δεν αφήνει την χάρη να εισέλθει. Η οποία δίκαια αναχωρεί. Γιατί πως μπορεί να έρθει η χάρη να φωτίσει ή να βοηθήσει τον άνθρωπο εκείνο, που νομίζει πως είναι κάτι μεγάλο; πως είναι σοφός; και πως δεν έχει ανάγκη από άλλον για βοήθεια; Ο Κύριος να μας λυτρώσει από τέτοιο εωσφορικό πάθος και αρρώστια. Αυτούς που έχουν το πάθος αυτό της οίησης· ταλανίζει ο Θεός με τον προφήτη, λέγοντας· «Αλοίμονο σ’ εκείνους που νομίζουν ότι είναι σοφοί και πιστεύουν για τον εαυτό τους, ότι τα ξέρουν όλα» (Ήσ. 5,21). Και ο Απόστολος μας παραγγέλνει αυτό· «Μην φαντάζεστε ότι είσθε σοφοί» (Ρωμ. 12,16)· και ο Σολομώντας «Μη νομίζεις σοφό τον εαυτό σου» (Παρ. 3,7).

(3). Γι’ αυτό λέει ο θείος Χρυσόστομος, ότι, όποιος νομίζει τον εαυτό του ότι δεν είναι τίποτα, εκείνος περισσότερο από όλους γνωρίζει τον εαυτόν του, «ούτος μάλιστα εστίν ο εαυτόν ειδώς, ό μηδέν εαυτόν είναι νομίζων». Ο δε θείος Μάξιμος «Αρετής όρος εστίν, ή της ανθρωπινής ασθενείας κατ’ έπίγνωσιν προς την θείαν δύναμιν ενωσις» [Όρος της αρετής είναι η κατ’ επίγνωση ένωση της ανθρώπινης ασθένειας με τη θεία δύναμη.] (κεφ. οθ’ της ε΄ εκατονταδ. Φιλοκαλ.). Ό δε Πέτρος ο Δαμασκηνός· «ουδέν κρείττον του γνώναι την οικείαν ασθένειαν και αγνωσίαν, ουδέ χείρον του ταύτην αγνοείν» [Δεν υπάρχει καλύτερο από το να γνωρίζει κανείς την ασθένεια και άγνοιά του, ούτε χειρότερο από το να την αγνοεί. ] (Φιλοκ. σελ. 611. Περί του μη απογινώσκειν) [Περί της μη απογνώσεως].

(4). Όχι μόνον όταν πέσει κάποιος σε κανένα αμάρτημα, άλλα και όταν πέσει σε διάφορες δυστυχίες, περιστάσεις και θλίψεις, και μάλιστα σε ασθένειες σωματικές και πολυχρόνιες, πρέπει να γνωρίζει την ταπεινή γνώση του εαυτού του και της αδυναμίας του, και να ταπεινώνεται. Γιατί για αυτό σκοπό παραχωρούνται από το Θεό να μας έρχονται όλοι απλά οι πειρασμοί, οι από το διάβολο, οι από τους ανθρώπους και οι από τη φύση. Οπότε και ο Απόστολος αυτό το σκοπό σκεπτόμενος, έλεγε ότι γι’ αυτό και μόνο αυτό τον ακολούθησαν οι στην Ασία θανατηφόροι πειρασμοί. «Άλλ’ αυτοί εν εαυτοϊς το άπόκριμα του θανάτου έσχήκαμεν, ίνα μη πεποιθότες ώμεν έφ’ εαυτοίς, αλλ’ επί τω Θεώ, τω εγείροντι τους νεκρούς» (Β’ Κορ. α’ 9). Και για να πω με συντομία, όποιος θέλει να γνωρίσει την ασθένειά του στην πράξη, ας παρατηρήσει, όχι πολύ καιρού, αλλά μιας μόνο ημέρας τους λογισμούς και τα λόγια και τα έργα, που σκέφθηκε και μίλησε και έκανε. Και βρίσκοντας ότι οι περισσότεροί του λογισμοί και τα λόγια και τα έργα είναι λανθασμένα, στραβά, ανόητα και κακά. Από την δοκιμή αυτή θα καταλάβει πόσο είναι ασθενής ο εαυτός του. Και από την κατανόηση αυτή και την αληθινή γνώση, οπωσδήποτε θα ταπεινωθεί, και στο εξής δεν θα ελπίζει στον εαυτό του. Όχι λιγότερο από αυτά που είπαμε πιο πάνω, θα μας φέρει στην επίγνωση της ασθένεια μας, η υλική αρχή του είναι μας, δηλαδή ,όταν στοχαστούμε πως έγινε η ύπαρξη μας.

πηγή: https://enromiosini.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου