Γράφει ο κ.Δημήτριος Ρίζος, Δρ θεολογίας-φιλόλογος
Ἀντὶ ἄλλων πασχαλίων εὐχῶν, σᾶς στέλνω μία ἐμπειρία μου.
Οι σκόρπιοι στα τρία ερημωμένα ορεινά χωριά τους, τι χωριά δηλαδή, κάτι πριν από την ερείπωση σπίτια πες, ζήτησαν από τον Μητροπολίτη να στείλει παπά για να κάνουν σαν χριστιανοί Ανάσταση. Κοινός για όλους ο ναός της Παναγίτσας, κτισμένος σε ένα πλάτωμα της κορυφογραμμής μεταξύ 1020 και Βίγλας. Εκεί θα πρέπει να πάει παπάς. Οι παπάδες λίγοι, οι ανάγκες πολλές. Όλα τα χωριά θέλουν παπά για την Ανάσταση, θέλουν και οι λίγοι ορεσίβιοι παπά. Τον δικαιούνται. Δουλειά και ευθύνη του Δεσπότη είναι να καλύπτει τις λειτουργικές-θρησκευτικές ανάγκες όλων των πιστών της μητροπολιτικής του περιφερείας.
Ο Δεσπότης το σκέφτηκε πολύ. Στο τέλος βρήκε την λύση. Και πάντως τους υποσχέθηκε ότι θα έχουν παπά να τους κάνει την Ανάσταση. Διότι είπε˙ Θα βρω ένα παπά να ξανακάνει την τελετή της Αναστάσεως, αφού τελειώσει όλη την ακολουθία στην ενορία του, αυτό γίνεται εύκολα. Αυτοί τότε του ζήτησαν κάτι παραπάνω. Θέλουν και να κοινωνήσουν, όντας ακοινώνητοι πάνω στο βουνό για πολύ καιρό. Προς παππούδες τους πάντως έτσι κοινωνούσαν. Πάσχα και Χριστούγεννα κοινωνούσαν, και αν βέβαια είχαν παπά. Το αίτημα ήταν σκληρό αλλά δίκαιο. Δύσκολο όμως να ικανοποιηθεί. Διότι δεύτερη λειτουργία, την ίδια ημέρα, ο ίδιος ιερέας δεν μπορεί να κάνει. Το απαγορεύουν οι Κανόνες. Πάλι να αφήσει τους χριστιανούς ακοινώνητους τέτοια μέρα, μεγάλο το κρίμα!
Μπρος στην ανάγκη φωτίστηκε ο Δεσπότης και βρήκε τον τρόπο, και να κοινωνήσουν οι πιστοί, και οι κανόνες να μείνουν απαραβίαστοι. Τώρα όμως έπρεπε να διαλέξει παπά. Αποφασισμένο, αλλά και με φόβο Θεού, και με πείρα, και με γνώσεις, διότι η υπόθεση είναι σοβαρή. Και δεν μπορεί ο καθένας να παίζει με τα Θεία. Η θεια Κοινωνία δεν είναι κρασί και ψωμί, ούτε κρασάκι ή χρυσό δοντάκι, αλλά το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, είναι Μυστήριο.
Το πρόβλημα θα λυθεί με ένα λεπτό χειρισμό. Παπάς για να τελειώσει αυτή την δουλειά βρέθηκε ο π. Θεόδωρος, που υπηρετούσε σε χωριό του κάμπου. Η εντολή, καλύτερα οι οδηγίες, ήταν˙ Να κάνει την Ανάσταση και τη θεία Λειτουργία στην ενορία του. Να κοινωνήσουν οι ενορίτες του, και όταν θα τελειώσει η ακολουθία και όλοι θα τρέξουν για την μαγειρίτσα, αυτός δεν θα καταλύσει, δεν θα μιλήσει, δεν θα πάει με την παπαδιά και τα παιδιά του στο πασχαλινό τραπέζι. Αλλά θα πάρει στον κόρφο του τα Άγια, και θα ανεβεί στο βουνό, στην Παναγίτσα, να τελειώσει, να ολοκληρώσει, εκεί την θεία Λειτουργία.
Ο Δεσπότης ζήτησε βοήθεια. Βρήκε πρόθυμο τον Δασάρχη, που του διέθεσε όχημα, ένα UNIMAC 4χ4, με τον οδηγό, μακαρίτης τώρα ο Γιώργος, αιωνία του η μνήμη. Για την Παναγίτσα δεν υπήρχε παρά ένας δασικός χωματόδρομος, και αυτός δεν έφθανε μέχρι το εκκλησάκι. Βρήκε και ένα συνοδό, που επίσης δεν θα βρισκόταν στο οικογενειακό του πασχαλινό τραπέζι. Θα συνόδευε τον παπά και τα Άγια. Αυτός θα έπρεπε να ξέρει και λίγα πράγματα από την τάξη και την ψαλμωδία, διότι πού να διαθέτουν οι τσομπάνηδες και ψάλτη εκεί στην Παναγίτσα!
Ήρθε το Πάσχα. Σήμαναν οι καμπάνες, και τα μεσάνυχτα βρόντησε το Χριστός Ανέστη. Παντού συνεχίστηκε η θεία Λειτουργία. Μετά από δύο περίπου ώρες σε κάποιους ναούς σβήσανε και τα φώτα, αφού όλα είχαν τελειώσει.
Σε μισή ώρα έξω από την Μητρόπολη ο οδηγός του Δασαρχείου, με το όχημα και τον λαϊκό συνοδό, περίμενε τον παπά. Τον χαιρέτισαν με το Χριστός Ανέστη. Απάντησε δεν πήρανε.
Σιωπηλοί ανέβηκαν στο αυτοκίνητο. Βγήκαν από την πόλη, αφήνοντας δεξιά τους το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννου. Ο χωματόδρομος σε μια στροφή άφησε δεξιά του και το εκκλησάκι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Και συνεχίσθηκε η ανάβαση.
Η νύχτα ήταν ασέληνη. Δεν φαινόταν τίποτε. Ακούγονταν όμως το σούρσουμο των κλαδιών από τα δέντρα που χάιδευαν το όχημα στο πέρασμά του. Αν κάποιος είχε πέτρα στα νεφρά θα την είχε αποβάλει. Το ταρακούνημα επί πλέον τους κρατούσε ξύπνιους παρά το προχωρημένο της ώρας. Η εκ σεβασμού σιωπή δεν τους επέτρεπε να εκδηλώνουν απορία, θαυμασμό, περιέργεια, κτλ., ώσπου ο οδηγός είπε:
Φθάσαμε!
Κατέβηκαν και διέκριναν στο δρόμο, όπως τους φώτιζαν τα φώτα του οχήματος, τρείς άνδρες κουκουλωμένους στις κάπες τους να κρατούν και από μία μαγκούρα, ποιμενική ράβδο, στο ένα χέρι και από ένα φανάρι θυέλλης στο άλλο. Αν αυτή η συνάντηση γινόταν πριν από χρόνια στο σημείο αυτό και τέτοια ώρα, οι παλαιοί ξέρετε πολύ καλά ότι, δεν θα κρατούσαν στα χέρια τους μαγκούρα και φανάρι. Τώρα ήταν φιλικώτατοι και προθυμότατοι.
Από το σημείο αυτό έπρεπε τώρα να ακολουθήσουν ένα απροσδιόριστο, ανύπαρκτο, μονοπάτι. Πού πιθανόν η χάραξή του να έγινε τότε. Προηγήθηκαν οι τρείς απεσταλμένοι. Ως προπομποί, πραγματικά παπαδάκια με τα εξαπτέρυγα. Με το φανάρι φώτιζαν, όσο μπορούσαν, με την μαγκούρα παραμέριζαν τα κλαδιά των θάμνων, για να περάσουν τα Άγια. Μεγάλη Είσοδος! Στο ναό οι πιστοί κλίνουν γόνατα και κεφάλι κατά την είσοδο των Αγίων. Εδώ ανοίγουν δρόμο για τα Άγια, οι θάμνοι, τα πουρνάρια, οι σμπρέγκες, τα τσάπουρνα, τα αγκάθια, τα λουλούδια και κάποια ζωάκια. Προσοχή να μην παραπατήσει ο παπάς με το πολύτιμο αγαθό, να μην μπλεχθεί το βήμα του σε κανέναν άτακτο θάμνο και γίνει η ζημιά. Και σε περίπου ένα τέταρτο της ώρας έφθασαν στο τελικό προορισμό.
Λουσμένη στο φως η πρόσοψη του ναού της Παναγίτσας, από τη λάμψη που εκπέμπει μία τεράστια πυρά, που φωτίζει και θερμαίνει. Και είχαν ανάγκη και από το φώς της και από την ζέστη της τέτοια εποχή και σε αυτό το υψόμετρο. Όνειρο εαρινής νυκτός ο περιβάλλον χώρος με τα δένδρα να φωτίζονται, και να χαράζεται στον σκοτεινό φόντο του ουρανού η περήφανη κορμοστασιά τους. Και γύρω από την φωτιά παιδιά, γυναίκες, άνδρες, γέροντες, ντυμένοι καλά όλοι τους, και οπλισμένοι με την υπομονή και την προσμονή.
Από τα μεσάνυχτα ταΐζουν την φωτιά. Και περιμένουν τον παπά και τα Άγια. Δεν αξιοποιούν την φωτιά για να ψήσουν τίποτε.
Νηστεύουν.
Θα κοινωνήσουν.
Δεν τους νοιάζει που περνάει η ώρα. Ξέρουν ότι θα έρθει ο παπάς. Τους το υποσχέθηκε ο Δεσπότης και δεν μπορεί να είναι ψέματα.
Σηκώθηκαν τώρα αυτομάτως όλοι. Και όσοι είχαν ψευτογύρει για κάποιον φευγαλέο ύπνο έτριψαν τα μάτια τους και όλοι ετοιμάσθηκαν για την μεγάλη στιγμή.
Χαιρέτησαν. Και ευλαβικά παραμέρισαν για να περάσει ο παπάς με τα Άγια.
Μπήκαν στο ναό όσοι χωρούσαν. Έβαλε ο παπάς τα άμφια και γέμισε ο ναός ψαλμωδία. Λίγα τροπάρια από τον κανόνα «Κύματι θαλάσσης…», ώσπου ο παπάς να ετοιμάσει το τρικέρι, διότι δεν φάνηκε να υπάρχει καντηλανάφτης ή επίτροπος, που να ήξερε τι χρειάζεται στην περίπτωση αυτή. Και όταν ετοιμάσθηκαν όλα είπε ο παπάς.
Σβήστε τα φώτα. Έγινε σκοτάδι σιωπηλό. Στην Ωραία Πύλη που άνοιξε φάνηκε ο παπάς με το τρικέρι και κάλεσε τους πιστούς.
«Δεύτε λάβετε Φως…»!
Σήκωσαν όλοι τις λαμπάδες τους και «Πήραν Φως». Το φως έγινε χίλια φώτα. Έλαμψαν τα πρόσωπα. Έλαμψαν οι εικόνες. Άναψαν και τα κεριά του πολυελέου και έλαμψε όλος ο ναός. Πλημμύρησαν όλοι και όλα χαρά και ικανοποίηση.
Σιγά-σιγά βγήκαν όλοι, κάτω από τη συστάδα των δένδρων που υπάρχει στο χώρο, με τις λαμπάδες τους. Ο Παπάς κρατάει το Ευαγγέλιο. Γίνεται πάλι ησυχία, ακούγεται μόνο το τριζοβόλισμα της φωτιάς και το λεπτό αεράκι να περνάει ανάμεσα από τις πευκοβελόνες, διαχέοντας στον αέρα μια λεπτότατη γεύση ρητίνης, και διαβάζει το δεύτερο Εωθινό Ευαγγέλιο. «Διαγενομένου του Σαββάτου…».
Μόλις τελείωσε, ο παπάς πήρε στο ένα χέρι το θυμιατό και στο άλλο το τρικέρι και με όλη του την δύναμη έψαλε το «Χριστός Ανέστη». Έψαλλαν όλοι μαζί. Φως, φωνές, χαρά όλα μαζί. Ακούγονταν ευχές. Κοιτάζονταν στα μάτια τους και διάβαζαν την καρδιά. Ξεχείλισε η αγάπη και η χαρά. Τσούγκρισμα και σπάσιμο αυγών, ακουγόταν και αυτός ο ήχος. Το ελαφρό αεράκι κούνησε εντονώτερα και χαρούμενα τα κλαδιά των δένδρων. Το θρόισμά τους έγινε πασχαλινό. Κάποια σκιουράκια ανησύχησαν και άλλαζαν κλαδιά. Σίγουρα και κάποια άλλα ζουζούνια και αόρατα μικροόντα ζεσταμένα από τη φωτιά και το φως έχουν την συμμετοχή τους τώρα στην χαρά των ανθρώπων. Το «Χριστός Ανέστη» το άκουγαν και τα δένδρα και οι πλαγιές, διότι λέχθηκε τόσες φορές, ώσπου να προσκυνήσουν την Ανάσταση με την σειρά τους όλοι.
Μετά μπήκαν στο Ναό. Και με την σειρά τους και με τάξη και με ευπρέπεια και με ευλάβεια ήταν έτοιμοι να ενωθούν με τον Αναστημένο Ιησού. Ο παπάς με ιδιαίτερη προσοχή μετέδιδε το Σώμα και το Αίμα. Και οι πιστοί άκρως ικανοποιημένοι παραμέριζαν για να περάσουν όλοι στο Άγιο Ποτήριο. Κοινώνησαν. Δεν έφυγαν. Περίμεναν μέχρι το τέλος για να απαντήσουν στον ιερέα, που τους είπε «Δόξα τη τριημέρω αυτού εγέρσει», το «Προσκυνούμεν αυτού την τριήμερον έγερσιν».
Ευχαρίστησαν και κατά οικογένειες και παρέες πήραν τα μονοπάτια για τα σπίτια, τις καλύβες τους και τα χωριά τους.
Ο ιερέας «κατέλυσε» τα Άγια και ήταν έτοιμος για την επιστροφή. Η εντολή που είχε πήρε τέλος.
Αχνοχάραζε όταν εκείνοι οι τρείς, που έκαναν την υποδοχή, εκείνοι ξεπροβόδισαν τον παπά και την συνοδία του μέχρι τον δρόμο, όπου ήταν το όχημα έτοιμο για την επιστροφή στα ίδια.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου