Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

«Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε»


ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

«Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε»

«Καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν.Τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς·» (Ματθ. κστ΄, 30). (: Καὶ ἀφοῦ ἔψαλαν ὕμνον, ἐβγῆκαν εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.Τότε λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς·).

Τί λέγει μετὰ ὁ Κύριος. Μὴ κλονισθῆτε στὴν πίστη, μὴ σκανδαλισθῆτε γιὰ ὅσα ἐπακολουθήσουν πρὶν καὶ κατὰ τὴν Σταύρωση. Πίστη χρειάζεται, πίστη στὸν Κύριο, χωρὶς φόβο.

Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη στὸ βιβλίο τοῦ Προφήτου Δανιήλ, τὸ 3ο κεφάλαιο ἀναφέρεται στοὺς τρεῖς παῖδες ἐν Βαβυλῶνι.

«Βρισκόμαστε στὴν Βαβυλώνα, στὴν πεδιάδα Δεειρᾶ, ὅπου βασιλιὰς εἶναι ὁ εἰδωλολάτρης Ναβουχοδονόσορ. Αὐτὸς στήνει ἕνα χρυσὸ ἄγαλμα (εἴδωλο) καὶ ὁρίζει τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ τελοῦνταν τὰ ἐγκαίνιά του. Ἀπαίτησε ὅμως ἐκείνη τὴν ὥρα κατὰ τὴν ὁποία θὰ σήμαιναν, ὡς σύνθημα, τὰ μουσικὰ ὄργανα, νὰ σκύψουν ὅλοι οἱ τοπάρχες καὶ οἱ ἄρχοντες τῶν λαῶν καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸ ἄγαλμα. Ὅποιος θὰ τολμοῦσε νὰ μὴ προσ­κυνήση, (θὰ τὸν ἔριχναν στὸ τεράστιο καμίνι, τὸ ὁποῖο ἑτοίμασαν ἐκεῖ κοντά).

Μόλις τὸ σύνθημα δόθηκε, τὰ μουσικὰ ὄργανα ἔπαιξαν καὶ ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι ἔσκυψαν καὶ προσκύνησαν τὸ χρυσὸ ἄγαλμα. Τρεῖς παῖδες, Ἑβραῖοι στὴν καταγωγή, ὄχι μόνο δὲν προσκύνησαν τὸ ἄγαλμα, ἀλλὰ ἔμειναν ὄρθιοι, σὰν ἀναμμένες λαμπάδες, γιὰ νὰ διακηρύξουν τὴν πίστη τους στὸν ἕνα καὶ μόνο ἀληθινὸ Θεό. Δὲν ὑπολόγισαν οὔτε τὴν ὑψηλὴ κρατικὴ θέση, ποὺ εἶχαν καὶ θὰ τὴν ἔχαναν, οὔτε τὴν ζωή τους. Καὶ ὅταν ρωτήθηκαν ἀπὸ τὸν βασιλιὰ γι’ αὐτή τους τὴν ἄρνηση, εἶπαν:

– Ἐμεῖς δὲν πιστεύουμε σὲ εἴδωλα καὶ ψεύτικους θεούς, ἀλλὰ στὸν ἕνα καὶ μόνο ἀληθινὸ Θεό, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στοὺς Οὐρανοὺς καὶ Αὐτὸν μόνο λατρεύουμε.

Ὁ βασιλιὰς ὀργισμένος δίνει ἐντολὴ νὰ πυρώσουν ἑπτὰ φορὲς περισσότερο τὸ καμίνι καὶ νὰ ρίξουν σ’ αὐτὸ τοὺς Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγώ. Αὐτὰ ἦταν τὰ ὀνόματα τῶν τριῶν νέων. Κι ἦταν τόσο δυνατὸ τὸ καμίνι, ποὺ ὅποιος πλησίαζε ἀπὸ μερικὰ μέτρα, καιγόταν. Γι’ αὐτὸ χαρακτηριστικὰ ὁ Προφήτης ἀναφέρει ὅτι οἱ φλόγες ἀνέβαιναν πάνω ἀπὸ αὐτὸ σαράντα περίπου πήχεις.

Ἀφοῦ ἀπογύμνωσαν τοὺς τρεῖς νέους, τοὺς ἔριξαν στὸ καμίνι. Καὶ οἱ νέοι χωρὶς δισταγμὸ μπῆκαν μέσα καὶ ἄρχισαν νὰ προσεύχωνται στὸν Θεὸ μὲ θέρμη καὶ δύναμη ψυχῆς. Ἀλλὰ ὢ τοῦ θαύματος! Ὁ βασιλιὰς δὲν πίστευε σ’ αὐτὸ ποὺ ἔβλεπαν τὰ μάτια του. Οἱ φλόγες σεβάστηκαν τὰ ἁγιασμένα σώματα τῶν νέων καὶ δὲν τοὺς ἄγγιζε ἡ φωτιά. Ὁ Ναβουχοδονόσορ ὀργισμένος καὶ ταπεινωμένος δίνει ἐντολὴ νὰ ρίξουν περισσότερη ὕλη στὸ καμίνι, γιὰ νὰ γίνη πιὸ δυνατό. Ἀλλὰ καὶ πάλι τοὺς τρεῖς νέους δὲν τοὺς ἄγγιζε ἡ φωτιά, παρὰ μόνο ἕνα δροσερὸ ἀεράκι τοὺς δρόσιζε καὶ τοὺς κρατοῦσε ἀνέπαφους. Τότε ἐμφανίζεται καὶ τέταρτο πρόσωπο μέσα στὴν φωτιὰ μὲ τὴν μορφὴ Ἀγγέλου. Κατὰ τοὺς Πατέρες ἦταν ὁ ἄσαρκος Λόγος τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖο μίλησε ὁ Προφήτης Δανιὴλ πολλοὺς αἰῶνες πρὶν ἀπὸ τὴν ἐνσάρκωσή Του.

Οἱ τρεῖς νέοι, ζώντας τὴν μεγάλη αὐτὴ ἐμπειρία τοῦ διπλοῦ θαύματος, νὰ ἔχουν κοντά τους τὸν Ἄγγελο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μένουν ἀνέπαφοι ἀπὸ τὴν φωτιά, ἄφησαν τὸ ξεχείλισμα τῆς καρδιᾶς τους νὰ γίνη μία δοξολογία στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἡ δοξολογία αὐτὴ εἶναι ἕνας ὕμνος ἀπείρου κάλλους καὶ μεγαλείου καὶ ἀναφέρει πώς ὁ,τιδήποτε ὑπάρχει στὸν ἔμψυχο καὶ ἄψυχο κόσμο δοξολογεῖ μ’ ἕνα στόμα τὸν Θεό.

«Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας… Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετὸς καὶ ὑπερυψούμενος εἰς τοὺς αἰῶνας… Εὐλογημένος εἶ ὁ ἐπιβλέπων ἀβύσσους, καθήμενος ἐπὶ Χερουβὶμ καὶ αἰνετὸς καὶ ὑπερυψούμενος εἰς τοὺς αἰῶνας… Εὐλογεῖτε Οὐρανοὶ τὸν Κύριον… Εὐλογεῖτε ἥλιος καὶ σελήνη τὸν Κύριον… Εὐλογεῖτε υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων τὸν Κύριον…».

Ὁ Ναβουχοδονόσορ ἔβλεπε τοὺς τρεῖς νέους ἀνέπαφους, τοὺς ἄκουγε νὰ ψάλλουν καὶ θαύμαζε. Σηκώθηκε καὶ ἔκπληκτος ἀναφώνησε: «Καλά, τρεῖς ἄνδρες δὲν ρίξαμε στὴν φωτιά; Ἐγὼ βλέπω τέσσερις λυμένους νὰ περπατοῦν μέσα στὴν φωτιὰ καὶ δὲν βλέπω νὰ ἔχουν πάθει καμιὰ φθορά. Μάλιστα ὁ τέταρτος μοιάζει μὲ Ἄγγελο Θεοῦ». Δὲν χρειαζόταν πλέον καμία ἄλλη μαρτυρία γιὰ τὸν ἀληθινὸ Θεό. Εἶχε προσωπικὴ ἐμπειρία. Γε­μᾶ­τος θαυμασμὸ πλησιάζει στὴν θύρα τῆς καμινάδας, τὴν ἀνοίγει καὶ τοὺς καλεῖ: «Δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, βγεῖτε ἀπὸ τὴν ἀναμμένη κάμινο».

Τότε ὅλοι οἱ καλεσμένοι βλέπουν ὅτι ἡ φωτιὰ δὲν ἄγγιξε οὔτε τὰ σώματά τους, οὔτε μία τρίχα, οὔτε τὰ ροῦχα τους, οὔτε ὀσμὴ καμένου ὑπῆρχε. Ὁ βασιλιάς, πεπεισμένος πλέον γιὰ τὸν ἀληθινὸ Θεό, διακηρύττει:

– Ὁ Θεὸς τοῦ Σεδράχ, Μισὰχ καὶ Ἀβδεναγὼ (ἤ Ἀνανία, Ἀζαρία καὶ Μισαὴλ) εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ἡ βασιλεία του εἶναι ἀκατάλυτη καὶ αἰώνια».

Τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονὸς ἀποτελεῖ προτύπωση καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως, λέγουν οἱ Πατέρες, οἱ φλόγες τῆς καμίνου δὲν ἄγγιξαν τοὺς τρεῖς νέους, ἔτσι καὶ ἡ γῆ, ἡ ὁποία εἶχε στὰ σπλάγχνα της τὸ πανάχραντο σῶμα τοῦ Κυρίου μας, τὸ κράτησε ἀνέπαφο ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ τὸ ἔδωσε ἀναστημένο στοὺς Οὐρανούς.

πηγή: https://aktines.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου