Για μια στιγμή βλέπω ένα λαμπρό γέρο καλόγερο –τα τριμμένα ράσα, το κοντό ζωστικό έκρυβαν έναν άρχοντα. Η λάμψη του προσώπου του, η μακριά γενειάδα του, η γλυκειά ομιλία του, η αγάπη και η απλότητά του γέμισαν την καρδιά μου χαρά και συγκίνηση. Δίχως να ξέρω ποιος ήταν, ήθελα να τον προσκυνήσω, να λάβω την ευλογία του. Πίστευα πως η ευλογία του ήταν ευλογία Χριστού.
Σαν διψασμένος κάθησα για λίγο κοντά του, να τον ρωτήσω:
-Που μένεις;
-Ερημίτης, μου απάντησε. Θαύμασα και ζήτησα πάλι να με ευλογήση…
-Στην Καλιάγρα.
Του λέω: -Μόνος;
–Όχι παιντί μου, μου λέει με σπασμένα ελληνικά, μαζί με Θεό και Παναγία… Συντροφιά μου είναι τα πουλάκια, που όλο τον χρόνο δεν φεύγουν από εκεί, κάθε ημέρα μαζί ψάλλουμε. Τι χαρά, κάθε πρωί να κελαηδούν… Ντόξα τω Θεώ… Εγκώ χρόνια πολλά στο Άγιον Όρος…
Από εκείνη την ώρα του αφοσιώθηκα. Ζητούσα να τον γνωρίσω περισσότερο. Η ημέρα αυτή ήταν για μένα σημαντική. Όταν διηγήθηκα την συνάντησή μου αυτή στον Γέροντά μου Κλεόνικο, αυτός μου είπε: -Αυτός είναι ένας άγιος, παιδί μου.
Επιθυμούσα να επισκεφθώ την κατοικία του.
Μία ημέρα, πήγαμε με τον π. Γερβάσιο, που ήξερε το μονοπάτι. Ο τόπος που έμενε ήταν έρημος. Σαν φτάσαμε στο καλυβάκι του, σαν να ήταν ακατοίκητο, χτυπήσαμε την μικρή πόρτα και το: Δι’ ευχών, ακούσαμεν το: Αμήν, και μας άνοιξε. Η χαρά του μεγάλη, όσο η αγάπη του. Αγάπη που έδειχνε δίχως εξαίρεση σ’ όλους. Με στοργή μας πήρε μέσα και μας πήγε πρώτα στην εκκλησία, μια μικρή, μ’ ένα στασιδάκι κι έναν Εσταυρωμένο μεγάλο, που σήμερα σώζεται στην Μονή Ιβήρων. Μας λέει:
-Ψάλατε το: Άξιόν εστιν, και το: Σώσον Κύριε τον λαόν Σου. Κατόπιν άρχισε μια δέηση και να θυμάται όλον τον κόσμο. Αυτό είχε να προσφέρη στον κόσμο, αυτό έδινε· να μνημονεύη πολλά ονόματα κάθε ημέρα. (Διήγηση π. Αγαθαγγέλου Καλαφάτη)
Σε έβαζε να κάνῃς τρεις μετάνοιες στο μεγάλο Σταυρό… και πρόσθετε: – «Κύριε Ιησού Χριστέ ελεήσεις τον δούλον σου».
***
Μετά… εάν ήταν καλός καιρός, (οι επισκέπτες ) έβγαιναν έξω, κάτω από την ελιά, και καθόταν μαζί τους πέντε λεπτά, μετά σηκωνόταν με χαρά και έλεγε:
– Εγώ τώρα κεράσματα.
Έβγαζε νερό από την στέρνα και γέμιζε ένα κύπελλο για τον επισκέπτη, έβαζε και στο δικό του τενεκάκι (κονσερβοκούτι, πού το χρησιμοποιούσε και για μπρίκι) και έψαχνε μετά να βρή κανένα λουκούμι, άλλοτε κατάξηρο και άλλοτε μυρμηγκοφαγωμένο, το οποιο, επειδή ήταν ευλογία του Παπα – Τύχωνα, δεν προξενούσε αηδία. Αφού τα ετοίμαζε, έκανε τον Σταυρό του ο Γέροντας, έπαιρνε το νερό και έλεγε: «Πρώτα εγώ’ ευλογείτε!» και περίμενε να του πή ο επισκέπτης την ευχή «Ο Κύριος να σε ευλόγηση», αλλιώς δεν έπινε νερό. Μετά θα έδινε και αυτός την ευχή του. Την ευχή από τους άλλους την αισθανόταν ως ανάγκη, όχι μόνο από τους Ιερωμένους ή Μοναχούς αλλά ακόμη και από τους λαϊκούς, μικρούς και μεγάλους στην ηλικία.
Μετά από το κέρασμα περίμενε να ιδή εάν έχουν κανένα θέμα. Όταν έβλεπε ότι είναι αργόσχολος άνθρωπος και ήρθε μόνο για να πέραση την ώρα του, τότε του έλεγε:
– Παιδί μου, στην κόλαση θα πάνε και οι τεμπέληδες, όχι μόνο οι αμαρτωλοί. Εάν παρέμενε και δεν έφευγε, τον άφηνε ο Γέροντας και έμπαινε στο Ναό και προσευχόταν, και έτσι ο επισκέπτης αναγκαζόταν να φυγή.
Όταν πάλι ήθελε να εκμεταλλευθή κανείς την απλότητα του Γέροντα, για να εξυπηρέτηση τον άλφα ή βήτα σκοπό του, το καταλάβαινε με την θεία του φώτιση και του έλεγε:
-Παιδί μου, εγώ Ελληνικά δεν ξέρω’ πήγαινε σε κανέναν Έλληνα, για να συνεννοηθής καλά.
Φυσικά, δεν λυπόταν ποτέ τον κόπο ούτε τον χρόνο, όταν έβλεπε πνευματικά ενδιαφέροντα στους ανθρώπους. Ενώ με το στόμα συμβούλευε, με την καρδιά και τον νου προσευχόταν. Ή προσευχή του ήταν πια αυτοενέργητη, καρδιακή. Οι άνθρωποι, πού τον πλησίαζαν, το αισθάνονταν αυτό, γιατί έφευγαν πολύ δυναμωμένοι. Και ο Γέροντας τους ευλογούσε μέχρι να κρυφτούν πια.
(Διήγηση αγίου Παϊσίου Αγιορείτου)
πηγή: https://simeiakairwn.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου