«Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν»
Καὶ τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα δὲν εἶναι ἀπὸ τὴν σειρὰ τοῦ Κυριακοδρομίου, ἀλλὰ τῶν ἑορταζομένων μεγάλων Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας. Ἀπὸ τὸ κείμενο ἐπιλέγω τὴν προτασσόμενη φρᾶσι, ποὺ εἶναι ἕνα δυνατὸ ἐγερτήριο σάλπισμα, γιὰ νὰ ἀνανήψωμε πνευματικά.
Εἴμαστε πλάσματα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀπὸ ὅλα τὰ δημιουργήματά του μόνον ὁ ἄνθρωπος ἔχει πνεῦμα ζωῆς, δηλ. ἀθάνατη ψυχή, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπερέχουσα ἀξία του ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ἔμβια ὄντα. Ὅλα δημιουργήθηκαν μόνον μὲ τὸν λόγο τοῦ Παντοδύναμου καὶ Δημιουργοῦ Θεοῦ. «Εἶπε καὶ ἐγενήθησαν», καὶ δημιουργήθηκε ἔτσι τὸ γνωστό μας φυσικὸ περιβάλλον, κατάλληλο γιὰ νὰ νὰ ζήση σὲ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος. Καὶ μόνον γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὁ Τριαδικὸς Θεὸς δὲν ἔδωσε ἐντολὴ νὰ γίνη, ἀλλά, «εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν, … καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς» (Γεν. 1,2627).
Καὶ ἐπὶ πλέον ἑτοίμασε γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἰδικὸ χῶρο διαβίωσις· «Καὶ ἔλαβε Κύριος ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἔπλασε, καὶ ἔθετο αὐτὸν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν» (Γεν. 2,15). Ὅλα στὴν διάθεσι τοῦ ἀνθρώπου τὰ ἔδωσε ὁ Θεός, Ἔδωσε ὅμως καὶ μία μόνο ἐντολή, ἐντολὴ νηστείας: «Καὶ ἔδωσε ἐντολὴ Κύριος ὁ Θεὸς στὸν Ἀδὰμ λέγοντας· ἀπὸ κάθε δένδρο μπορεῖς νὰ φᾶς, ὅμως ἀπὸ τὸ ξύλο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, δὲν θὰ φᾶς ἀπὸ αὐτό, διότι τὴν ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία θὰ φᾶτε ἀπὸ αὐτὸ θὰ πεθάνετε» (Γεν. 2,1617)
Κατὰ δυστυχίαν ὁ ἄνθρωπος δὲν τήρησε τὴν ἐντολὴ τῆς νηστείας καὶ ἔφαγε. Καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ ἦρθε ὁ θάνατος, δηλ. ἐκδιώχθηκε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Ὅμως ὁ Θεός θέλει τὸν ἄνθρωπο μέσα στὸν Παράδεισο.
Καὶ ἐπειδὴ ἡ παράβασις, καὶ ὁτιδήποτε ἄλλο, δὲν μπορεῖ νὰ ματαιώση τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, στὸν κατάλληλο καιρό, σύμφωνα μὲ τὸ προαιώνιο σχέδιό του, ἔστειλε τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος ἐδῶ στὴν γῆ, σὲ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ ἀνοίξη τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς μας στὸν παράδεισο, ποὺ χάσαμε. «Καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ» (Α΄Τιμ. 3,16). Μὲ ὅσα ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δίδαξε, ἔκανε, ἔπαθε καὶ θριάμβευσε, τελικὰ μᾶς χάρισε πάλι τὸν Παράδεισο, καὶ μᾶς καλεῖ ὅλους νὰ γίνουμε πολῖτες τῆς οὐρανίου καὶ αἰωνίου Βασιλείας του, ἐφ’ ὅσον μᾶς ἐξαγόρασε μὲ τὸ Τίμιο Αἷμα του.
Μᾶς περιμένει, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐξαναγκάζει νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε. Λέγει· «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθήτω μοι» (Μθ. 16,24). Φαίνεται ὅμως ὅτι οἱ περισσότεροι ἀρνούμαστε ἢ δυσκολευόμαστε νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε στὴν Βασιλεία του, ἀπὸ ἄγνοια ἢ ἀπιστία. Δὲν ἔχομε συνειδητοποιήσει ὅτι ἐδῶ στὴν γῆ εἴμαστε περαστικοί. Ἡ πραγματικὴ ζωή μας εἶναι αἰώνια στὸν οὐρανό. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος θὰ γράψει· «Ἡμῶν τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. 3,10). Τὸν ἀκούσαμε καὶ σήμερα νὰ μᾶς τὸ ἐπιβεβαιώνει μὲ τὰ λόγια· «Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». Καὶ ὅλοι μας τὰ συνυπογράφουμε, ἀφοῦ βλέπομε ὅτι γιὰ ὅλους μας κάποτε, ἀργὰ ἢ γρήγορα, κλείνει ὁ κύκλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας, καὶ μπαίνομε στὴν ἀτελεύτητη, τὴν αἰώνια, τὴν μετὰ θανατο ζωή.
Καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει· «… Πρέπει νὰ εὐγαίνωμεν ἡμεῖς οἱ Χριστιανοὶ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, ἤγουν ἀπὸ τὸν Κόσμον τοῦτον καὶ τὰ τοῦ Κόσμου πάθη καὶ φρονήματα· διότι ἡμεῖς, οἱ τοῦ Χριστοῦ μαθηταί, δὲν ἔχομεν καμμίαν μετοχὴν μὲ τὸν Κόσμον τοῦτον· διατὶ ὁ μὲν Κόσμος εἶναι φθαρτὸς καὶ μάταιος καὶ προσωρινός, ἡμεῖς δὲ εἴμεθα ἀθάνατοι, καὶ ἀτελεύτητοι· ὅθεν καὶ χρεωστοῦμεν νὰ φεύγωμεν ἀπὸ τὸν Κόσμον τοῦτον τὸν προσωρινόν, καὶ νὰ τρέχωμεν εἰς τὴν μελλουσαν πόλιν καὶ ἄφθαρτον πατρίδα μας, δηλ. εἰς τὸν οὐρανόν».
Εἶναι καιρὸς νὰ δοῦμε, ἀδελφοί μου, τὴν ζωή μας, τοὺς ἀγῶνες, τοὺς κόπους καὶ τὶς προσπάθειές μας μὲ καθρέπτη καὶ μέτρο κρίσεως, τὸν παραπάνω λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Θὰ καταλάβουμε ὅτι ματαιοπονοῦμε στὴν ἐπιθυμία νὰ ἔχουμε χρήματα, κτήματα, ὑλικὰ ἀγαθά, πλοῦτον ἀμέτρητον, δόξαν καὶ τιμές, ποὺ ὅλα αὐτὰ εἶναι προσωρινά; Μὲ ὅλα τὰ ἐπιτεύγματα ποὺ κατόρθωσε ὁ ἄνθρωπος δὲν μπόρεσε νὰ στερεώση τὴν εἰρήνη, καὶ βεβαίως δὲν κατόρθωσε νὰ ἀνακαλύψη σάβανα μὲ τζέπες. Οὕτε θέλησε νὰ ἀκούση τὴν κραυγὴ ἐξ ἐμπειρίας, τοῦ πλουσιώτερου ἀνθρώπου τοῦ κόσμου, τοῦ σοφοῦ Σολομῶντος· «Ματαιότης ματαιοτήτων τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2).
Δὲν μένει παρὰ νὰ φροντίζουμε μὲ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό, γιὰ τὰ ἀναγκαῖα καὶ ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἐπιβίωσί μας, καὶ νὰ ἑστιάσωμε τὴν προσπάθεια, τὴν ἀγωνία καὶ τὸν ἀγῶνα μας πρὸς τὴν μέλλουσαν καὶ μενουσαν ζωή. Ἡ εἴσοδός μας στὴν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐναπόκειται βεβαίως καὶ ἀσφαλῶς στὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐμεῖς κάνομε τὸ καθῆκον μας. Ἡ πίστις μας στὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό, ποὺ σαρκώθηκε καὶ ἔπαθε γιὰ μᾶς, εἶναι τὸ πρῶτο καὶ στέρεο θεμέλιο τῶν προσπαθειῶν μας, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ τελείου καὶ ἀναλλοίωτου νόμου του. Μιὰ φορὰ μᾶς τὸν παρέδωσε καὶ δὲν χρειάζεται διόρθωσι ἢ συμπλήρωσι, καὶ ἐμεῖς χωρὶς δισταγμὸ τὸν ἀποδεχόμαστε καὶ προσπαθοῦμε νὰ προσαρμόσωμε τὸν βίο μας σύμφωνα μὲ τὶς διατάξεις του. Γνωρίζομε ὅτι ἡ προσπάθειά μας, ὅπως καὶ κάθε προσπάθεια καὶ ἀγῶνας, ἔχει κόπο καὶ εἶναι ἀδιάλειπτος καὶ συνεχής. Θὰ ὑπάρξουν καὶ ἀτυχίες καὶ πτώσεις, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τοὺ ἐλεήμονος Θεοῦ, καὶ ἡ δηλωμένη θέλησίς του νὰ εἴμαστε μαζί του, μᾶς χάρισε τὸ δικαίωμα τῆς μετανοίας, διότι χωρὶς αὐτὴν δὲν δικαιούμαστε εἰσοδο στὴν αἰώνια καὶ μακαρία ζωή.
Τὸ ἔμβρυο δὲν ἔχει μόνιμη καὶ γιὰ πάντα θέσι στὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του, ἐκεῖ μόνο διαμορφώνεται γιὰ νὰ βγῆ τέλειος ἄνθρωπος στὸν κόσμο. Καὶ ἐμεῖς δὲν ἔχομε μόνιμη καὶ παντοτεινὴ κατοικία ἐδῶ στὸν κόσμο, ἀλλὰ ἐδῶ ἀναμορφωνόμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ἐπιζητοῦμε νὰ γίνουμε μόνιμοι κάτοικοι στὴν χαρὰ τῆς αἰώνιας Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
*Δρ θεολογίας-φιλόλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου