Παρασκευή 20 Μαΐου 2022

Ἑρμηνεία στὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Κωνσταντῖνου καὶ Ἐλένης ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. Αὐγουστῖνου ''ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ''

 ΑΓΙΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ

Πράξ. 26, 1 & 12-20


Ἕνα θαῦμα

«Σαοὺλ Σαούλ, τί μὲ διώκεις;

Σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν»

(Πράξ. 12, 3)


Ὑπάρχουν, ἀγαπητοί, ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀμφιβάλλουν ἄν ἡ θρησκεία μας εἶνε ἀληθινή. Ἀμφιβάλλουν ἄν ὁ Χριστὸς εἶνε ἀληθινὸς Θεός, ποὺ σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε καὶ ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανοὺς καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ζῆ καὶ νὰ βασιλεύη εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμφιβάλλουν γιὰ τὴν Ἐκκλησία ποὺ ἵδρυσε ὁ Χριστός. Ἀμφιβάλλουν γιὰ τὴ διδασκαλία του, ἀμφιβάλλουν γιὰ ὅλα ὅσα ἔχουν σχέσι μὲ τὸ Χριστὸ καὶ τὴν ἁγία του Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ πιστέψουν, λένε, θέλουν ἀποδείξεις. Θέλουν θαύματα.

* * *

Σʼ αὐτοὺς ποὺ ἀμφιβάλλουν θὰ μποροῦσε κανεὶς νʼ ἀναφέρη πολλὲς ἀποδείξεις καὶ ἐπιχειρήματα. Θὰ μποροῦσε ἀκόμη νʼ ἀναφέρη καὶ θαύματα παλαιότερα καὶ νεώτερα, ποὺ γίνονται ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλʼ ἐμεῖς θὰ παραλείψουμε ὅλα τὰ ἄλλα καὶ θʼ ἀναφέρουμε ἕνα καὶ μόνο θαῦμα, ποὺ φτάνει νὰ πείση ἕναν καλοπροαίρετο ἄνθρωπο ὅτι ἡ θρησκεία μας εἶνε ἀληθινή. Καὶ τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶνε ὁ Παῦλος. Φτάνει αὐτὸς καὶ μόνο νʼ ἀποδείξη ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, ποὺ ζῆ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Γιατί σᾶς ρωτῶ; Τί ἦταν ὅ Παῦλος προτοῦ νὰ πιστέψη στὸ Χριστό; Ἦτνα, ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ, ἕνας φανατικὸς Ἰουδαῖος. Ἦταν ποτισμένος μὲ τὴν ἰδέα, ὅτι ὁ Μεσσίας ποὺ περίμεναν θὰ ἦταν ἕνας πανίσχυρος βασιλιᾶς ποὺ θὰ συνέτριβε ὅλα τὰ βασίλεια τοῦ κόσμου καὶ θὰ ἵδρυε μιὰ ἀπέραντη ἰουδαϊκὴ αὐτοκρατορία. Γιʼ αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψη πὼς ὁ Χριστός, ποὺ πέθανε πάνω στὸ σταυρό, ἦταν ὁ ἀληθινὸς Μεσσίας. Ὄλα τὰ περὶ Χριστοῦ τὰ θεωροῦσε μιὰ μεγάλη πλάνη, ποὺ κινδύνευε νὰ διαδοθῆ καὶ νὰ διαλύση τὸ ἰουδαϊκὸ ἔθνος. Γιʼ αὐτὸ μίσησε φοβερὰ τὸ Χριστό. Ἄκουγε τὸ ὄνομά του καὶ ἄφριζε ἀπὸ τὸ κακό του. Ὅπου μάθαινε πὼς ὑπάρχουν χριστιανοί, ἔτρεχε, τοὺς ἔπιανε καὶ τοὺς ἔρριχνε στὴ φυλακή. Πολλοὺς χτυποῦσε ὁ ἴδιος. Σὲ δίκες ποὺ γίνονταν ἐναντίον τους ἦταν πάντοτε παρὼν καὶ ἅμα ἄκουγε τὴν ἀπόφασι τοῦ δικαστηρίου «Θάνατος στοὺς χριστιανούς», εὐχαριστιόταν καὶ χειροκροτοῦσε. Ἰδιαιτέρως χαιρόταν ὅταν ἐπίεζε τοὺς χριστιανοὺς νὰ βλαστημήσουν τὸν Χριστό. Τὸ ἄγριο μῖσος ποὺ φώλιαζε μέσα του ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ τὸν ἔκανε μανιακό, ὥστε τὴν ὥρα τῆς ὀργῆς του καὶ τῆς ἐκδικήσεώς του παραφερόταν καὶ δὲν ἤξερε τί ἔκανε. Κηνυγοῦσε τοὺς χριστιανοὺς μέσα στὰ Ἱεροσόλυμα. Πήγαινε καὶ σʼ ἄλλες πόλεις καὶ χωριὰ τῆς Ἰουδαίας καὶ πέρα ἀκόμη ἀπὸ τὴν Ἰουδαία καὶ καταδίωκε τοὺς χριστιανούς. Τὸ ὄνομά του εἶχε γίνει ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος. Αὐτὸς ἦταν ὁ Σαῦλος (ὅπως λεγόταν ὁ Παῦλος πρὶν πιστέψη στὸ Χριστό).

Ποιός θὰ περίμενε πὼς αὐτὸς ὁ διώκτης θὰ γινόταν λάτρης τοῦ Ἐσταυρωμένου; Καὶ ὅμως ἔγινε. Πῶς; Τὸ διηγεῖται ὁ ἴδιος στὴν ἀπολογία του, ποὺ ἔκαμε ἐμπρὸς στὸν βασιλιᾶ Ἀγρίππα. «Πῆρα», λέει, «διαταγὲς ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων νὰ πάω σὲ μιὰ μακρινὴ πόλι, τὴ Δαμασκό, καὶ νὰ καταδιώξω τοὺς χριστιανούς. Μαζί μου ἦταν καὶ ἄλλοι. Βαδίζαμε. Ἀλλʼ ἐνῶ βαδίζαμε στὸ δρόμο πρὸς τὴ Δαμασκὸ καὶ ἦταν μεσημέρι, καὶ ὅ ἥλιος ἔλαμπε στὸν οὐρανό, ξαφνικὰ εἶδα ἕνα φῶς νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανό, νὰ λάμπη πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, νὰ λάμπλη γύρω ἀπὸ μένα καὶ γύρω ἀπὸ κείνους ποὺ ἦταν μαζί μου. Δὲν ἀντέξαμε στὸ λαμπρὸ αὐτὸ φῶς καὶ πέσαμε χάμω. Καὶ ἐνῶ ὅλοι ἦταν πεσμένοι, ἐγὼ ἄκουσα μιὰ φωνὴ νὰ μοῦ μιλάη σὲ γλώσσα ἑβραϊκὴ καὶ νὰ μοῦ λέη: “Σαοὺλ Σαούλ, γιατί μὲ καταδιώκεις; Εἶνε σκληρὸ γιὰ σένα νὰ κλωτσᾶς πάνω στὰ μυτερὰ καρφιά”. Ἐγὼ δὲ εἶπα: “Ποιός εἶσαι, Κύριε;”. Καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε: “Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖον ἐσὺ καταδιώκεις. Ἀλλὰ σήκω πάνω, στάσου ὄρθιος. Γιὰ σὲνα ἔκαμα τὴν ἐμφάνισί μου, γιὰ νὰ γίνης ὑπηρέτης καὶ μάρτυρας αὐτῶν ποὺ βλέπεις τώρα καὶ αὐτῶν ποὺ θὰ δῆς στὸ μέλλον. Θὰ περάσης πολλοὺς κινδύνους, ἀλλʼ ἐγὼ θὰ σὲ σώνω καὶ θὰ σὲ ἐλευθερώνω. Ἡ ἀποστολή σου εἶνε: νὰ ἀνοίξης μάτια τυφλῶν ἀνθρώπων, ἀνθρώπων ποὺ δὲν πιστεύουν σʼ ἐμένα, καὶ ἀπὸ τὸ σκοτάδι ποὺ ζοῦν νὰ τοὺς φέρης στὸ φῶς, νὰ τοὺς βγάλης ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Διαβόλου καὶ νὰ τοὺς φέρης στὸ Θεό, γιὰ νὰ πάρουν συγχώρησι ἁμαρτιῶν καὶ κλῆρο μαζὶ μʼ ἐκείνους ποὺ θὰ ἀγιασθοῦν”.

Αὐτὰ εἶδα, αὐτὰ ἄκουσα, ὦ βασιλιᾶ», λέει ὁ Παῦλος στὸν Ἀγρίππα. «Σʼ αὐτὴ τὴν οὐράνια ὀπτασία», συνεχίζει ὁ Παῦλος, «δὲν μποροῦσα νὰ μὴν ὑπακούσω. Ἄρχισα νὰ κηρύττω τὸ Χριστὸ σὲ κάθε χώρα. Τὸ κήρυγμά μου, εἶνε οἱ ἄνθρωποι νὰ μετανοοῦν καὶ νὰ πιστεύουν στὸ Χριστὸ καὶ νὰ κάνουν ἔργα μετανοίας».

* * *

Ὁ Παῦλος ἄλλαξε ριζικὰ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ εἶδε τὸ φῶς ἐκεῖνο κι ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ. Τὸ Χριστό, ποὺ ὁ Παῦλος νόμιζε νεκρό, τὸ Χριστὸ εἶδε ὁλοζώντανο μπροστά του μὲ λαμπρότητα καὶ δύναμι ἀπερίγραπτη, τὸ Χριστὸ εἶδε νὰ τοῦ μιλάη καὶ νὰ τὸν ἐλέγχη. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὁπτασία δὲν τοῦ ἔμεινε πιὰ καμμιὰ ἀμφιβολία πὼς ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ Θεὸς ποὺ κυβερνᾶ γῆ καὶ οὐρανὸ καὶ ἀπὸ ἄπειρη ἀγάπη καὶ συγκατάβασι πρὸς τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο κατέβηκε στὴ γῆ καὶ καλεῖ τὸν κόσμο σὲ μετάνοια. Εἶδε, ἄκουσε καὶ πίστεψε. Καὶ ἡ πίστις του αὐτὴ ἔγινε ἕνας ἀκλόνητος βράχος, ποὺ κανεὶς πειρασμὸς δὲν θὰ μπορέση πιὰ νὰ τὸν κλονίση. Καὶ ὅποιος ἄκουγε τὸν Παῦλο νὰ μιλάη γιὰ τὸν Χριστὸ ἐπείθετο πὼς ὁ Παῦλος δὲν ἔλεγε ψέμματα. Καὶ ὅποιος σήμερα διαβάζει τὶς ἐπιστολές του, πείθεται καὶ αὐτὸς ὅτι ἔχει μπροστά του ἕνα μάρτυρα σπάνιο, μοναδικό, ποὺ μὲ ἀπόλυτη εἰλικρίνεια δὲν κρύβει τίποτε, ἀλλʼ ἐξομολογεῖται δημοσίως τὰ μεγάλα του ἁμαρτήματα καὶ ζητεῖ τὸ ἔλεος καὶ δοξάζει μὲ χίλιες γλῶσσες καὶ εὐχαριστεῖ τὸ Θεό, γιατὶ τὸ ἔλεος ποὺ ζητοῦσε τὸ βρῆκε στὸ σταυρό, στὰ ματωμένα χέρια καὶ πόδια τοῦ Χριστοῦ. Πέφτει καὶ προσκυνεῖ τὸν Εὐεργέτη. Χριστέ, σʼ εὐχαριστῶ.

* * *

Ὁ Παῦλος κηρύττει τὸ Χριστό. Καὶ ἄν στὸν Παῦλο δὲν πιστέψουμε, σὲ ποιόν, παρακαλῶ, θὰ πιστέψουμε;

Ὁ Παῦλος εἶδε φῶς. Ἀλλὰ τί ἦταν ἐκεῖνο τὸ φῶς; Ἦταν φῶς, σὰν τὰ φῶτα ἐκεῖνα ποὺ ἀνάβουν οἱ ἄνθρωποι τὴ νύχτα γιὰ νὰ φωτίζονται; Ἦταν φῶς, σὰν τὸ φῶς ποὺ ἀκτινοβολοῦν τὰ ἀστέρια καὶ προπαντὸς ὁ ἥλιος; Ὄχι. Τὸ φῶς ποὺ εἶδε ὁ Παῦλος δὲν εἶχε καμμιὰ ὁμοιότητα οὔτε μὲ τὰ τεχνητὰ φῶτα τῶν ἀνθρώπων οὔτε μὲ τὰ φυσικὰ φῶτα τῶν ἄστρων καὶ τοῦ ἥλιου. Ἦτανε ἕνα ξεχωριστὸ φῶς. Ἦταν ἀνώτερο ἀπὸ ὅλα. Φῶς, ποὺ νικοῦσε καὶ αὐτὸν τὸν ἥλιο στὴ στιγμὴ τῆς πιὸ μεγάλης του λάμψεως. Φῶς, ποὺ ἔκανε νὰ σβήσουν ὁ ἤλιος καὶ ὄλα τὰ ἄστρα. Φῶς ὑπερφυσικό. Φῶς, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀνέσπερο φῶς. Τὸ δὲ ἀνέσπερο φῶς τοῦ κόσμου εἶνε ὁ Χριστός.

«Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός», ὅπως τὸ ἔλαβε ὁ Παῦλος καὶ ἄναψε τὴ λαμπάδα του καὶ τὴν ἔκαμε ἥλιο καὶ μετέφερε τὸ φῶς αὐτὸ σʼ ὅλο τὸν κόσμο.

Οἱ ἄπιστοι προσπαθοῦν νὰ δώσουν ἄλλη ἑρμηνεία στὴ μεταβολὴ τοῦ Παύλου. Ἀλλὰ μάταιοι οἱ κόποι τους. Καμμιὰ ἄλλη Ἑρμηνεία δὲν στέκεται. Τὸ ὅ,τι συνέβη στὸ δρόμο πρὸς τὴ Δαμασκὸ εἶνε γεγονός. Γεγονὸς πιὸ βέβαιο ἀπὸ ὅ,τι εἶνε τὸ μεσουράνημα τοῦ ἥλιου. Εἶδε βέβαια ὁ Παῦλος καὶ πίστεψε. Καὶ εἶνε ὁ Παῦλος. Ἕνα θαῦμα, ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα θαύματα, ποὺ πείθουν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἐκεῖνος, ποὺ δημιουργεῖ μέσʼ στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων τέτοιες μεγάλες, ἀφάνταστες μεταβολές. Αὐτῷ ἡ δύναμις, ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα εἰς αἰῶνας αἰώνων.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστῖνου Ν. Καντιώτου (Μητροπολίτου πρώην Φλωρίνης) ''ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ'', σελ. 111-115 (ἕκδοσις Β΄ 1992).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου