Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ-11. Μπροστὰ στὸ δικαστήριο τοῦ Θεοῦ, Αρχιμανδρίτου Σεβαστιανού Δ.Τοπάλη



Δ

ιαβάζουμε στὸ Γεροντικό πὼς κάποιος γέροντας βρισκόταν στὴν ἐπιθανάτια κλίνη του. Ἦταν στὰ τελευταῖα του καὶ μαζεύτηκαν ὅλοι οἱ μοναχοί κι ἀπὸ τὸ μοναστήρι κι ἀπὸ ὅλη τὴν περιοχή, γιὰ νὰ τὸν ξεπροβοδίσουν. Καὶ τοῦ ἔλεγαν τὰ τελευταῖα λόγια καὶ ἔψελναν στὸν Θεὸ καὶ τοῦ ἔδιναν παρηγορία καὶ τοῦ ἔδιναν δύναμη πρὶν φύγει. Τότε ἦρθε καὶ ὁ ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ δίπλα στὸν ἀδελφὸ καὶ τοῦ εἶπε: «Ἀδελφέ μου, φεύγεις». Τόσο οἰκεῖα περίμεναν τὸν θάνατο οἱ ἅγιοι καὶ τὸν ἔβλεπαν σὰν πύλη ποὺ ἔβγαζε στον οὐρανό.

-«Φεύγεις ἀδελφέ. Κάμε προσευχή, γιὰ νὰ βρεῖς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ στὸν οὐρανό. Ἔστω καὶ μὲ τὰ τελευταῖα δάκρυά σου, μὲ τὴν μετάνοιά σου καὶ τὶς προσευχές τὶς δικές σου καὶ τὶς δικὲς μας, τώρα στὸ τέλος τῆς ζωῆς σου, νὰ σὲ ἐλεήσει ὁ Κύριος καὶ νὰ σὲ πάρει στὸν οὐρανό».

Καὶ τότε, αὐτὸς ὁ γέροντας ὁ Παμβώ, ποὺ τὸν ἤξεραν πὼς ποτέ του δὲ μιλοῦσε, ποὺ καθόταν πάντα σιωπηλός, ποὺ ποτέ του δὲν ἐξέφραζε γνώμη ἐναντίον τοῦ ἄλλου καὶ ἦταν πάντα προσευχόμενος καὶ εἰρηνικός, γυρίζει καὶ λέγει:

-«Ἀδελφοί μου, δὲν ἔχω κάμει τίποτα στὴ ζωή μου, εἶμαι ἕνας ἀχρεῖος δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Τὴν ὥρα αὐτὴ βλέπω νὰ ἀνοίγει ὁ οὐρανὸς καὶ νά, φεύγω, φεύγω, φεύγω. Φεύγει ἡ ψυχή μου. Σᾶς ἀφήνω. Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ζητῶ. Ἕνα μόνο μπορῶ νὰ πῶ τὴν ὥρα αὐτὴ στὸν Θεό, ὅτι στὴ ζωή μου δὲν ἔκρινα κανέναν ἄνθρωπο. Προσπαθοῦσα πάντοτε νὰ μὴ μιλῶ καὶ ἐφήρμοζα τὸν λόγο τοῦ Κυρίου ποὺ ἔλεγε «αὐτός ποὺ δὲν θὰ κρίνει, δὲν θὰ κριθεῖ στὸν οὐρανό, δὲν θὰ δικαστεῖ». Μόνο σ’ αὐτὸ τὸ λόγο ἐλπίζω. Πιστεύω πὼς ὁ Θεὸς τώρα ποὺ ἀφήνω αὐτὸν τὸν μάταιο κόσμο, δὲν θὰ μὲ καταδικάσει, ἀλλὰ θὰ μὲ πάρει μαζὶ Του στὸν οὐρανό, γιατὶ κι ἐγὼ δὲν ἔχω δικάσει τὸν ἀδελφό μου».

Καὶ λέγοντας τὰ λόγια αὐτά, καὶ μέσα στὰ δάκρυά του καὶ στὴν προσευχὴ του παρέδωσε τὴν ψυχή του στὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ θάνατος εἶναι ἕνα γεγονός, μιὰ πραγματικότητα ἀπ’ ὅπου ὅλοι θὰ περάσουμε. Ἔρχεται σ’ ἄλλους νωρίς, σ’ ἄλλους ἀργότερα, σ’ ἄλλους μὲ γεροντάματα, σ’ ἄλλους μ’ ἀρρώστιες, σ’ ἄλλους μὲ ἔκτακτα περιστατικὰ καὶ ἀτυχήματα. Εἶναι ἡ κοινὴ μοίρα ὅλων, ἡ πύλη τῆς αἰωνιότητας ἀπ’ ὅπου ὅλοι περνοῦν. Γιὰ νὰ βρεῖ ἡ ψυχή μας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν Παράδεισο δὲν ἀρκεῖ μοναχὰ ἡ μετάνοια καὶ ὁ ἀγώνας ὁ πνευματικός. Χρειάζεται καὶ ἡ ἀγάπη ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν διπλανό μας. Ἡ ἀγάπη μας αὐτή, σὰν μία μόνιμη ἔκφραση τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς, ἑστιάζεται κυρίως στὸ νὰ μὴν ἔχουμε κακοὺς λογισμοὺς καὶ κατάκριση γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἡ κατάκριση εἶναι τὸ χειρότερο ἁμάρτημα στὸν ἄνθρωπο. Εἶναι τὸ πριόνι ποὺ πριονίζει καὶ καταστρέφει τὴν καρδιά καὶ τὴν τιμὴ τοῦ ἄλλου. Εἶναι ἡ παχιὰ βδέλλα ποὺ πίνει τὸ αἷμα τῆς ψυχῆς καὶ διώχνει τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Βγαίνει ἀπὸ μία καρδιά ποὺ δὲν ἔχει ἀγάπη καὶ κάθεται στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ δικάζει ἀντιποιούμενη τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἕνας σκληρὸς φαρισαϊσμός ποὺ περιφρονεῖ τὸν ἁμαρτωλὸ ἀδελφὸ καὶ ἔμμεσα δοξάζει τὸν δικό του ἑαυτό. Στὴν οὐσία ἡ κατάκριση ἀπομακρύνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ χάνει τὴν χάρη Του. Συνήθως μετὰ ἀπὸ τὴν κατάκριση σὰν καρπὸ τῆς σπορᾶς τῶν λόγων τῆς κρίσεως δέχεται πειρασμοὺς σαρκικοὺς καὶ πτώσεις στὴν ἠθικὴ ζωή. Εἶναι ποὺ ἀνοίγει κανεὶς τὸ στόμα του καὶ μιλᾶ γιὰ τὸν ἄλλο μὲ πικρὰ λόγια καὶ γεμίζει ἡ ψυχή του μὲ παγωνιὰ καὶ ἀθλία φτώχεια.

Μπορεῖ νὰ εἶσαι δίκαιος, νὰ εἶσαι καθαρός, νὰ εἶσαι σώφρων, νὰ μὴ μοιχεύεις, νὰ μὴν πορνεύεις, νὰ εἶσαι φρόνιμος ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἡ γλῶσσα σου νὰ τρώει τὸ διπλανό σου. Δὲν κάνεις τίποτα ὅσο κι ἂν ὑποδύεσαι τὸν καλό. Χόρτασε ἡ κόλαση ἀπὸ καλοὺς ἀνθρώπους, ἐκεῖ ὅπου ἔστησε ὁ διάβολος τὸ μεγάλο καλοκομεῖο. Εἶναι φοβερὸ ἁμάρτημα νὰ κατατρῶς τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἀξιοσύνη τοῦ διπλανοῦ σου. Κι ἂν εἶναι ἁμαρτωλός, κι ἂν εἶναι κακός, κι ἂν ἔπεσε σὲ ἁμαρτήματα, δὲν ἔχει βάλει ἐσένα κι ἐμένα ὁ Θεὸς νὰ τὸν κρίνουμε. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δὲν κρίνει ἐδῶ στὴ γῆ κανέναν, μοναχὰ περιμένει τὴν μετάνοια τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ τὴν ἐπιστροφή του γιὰ νὰ ζήσει κοντά Του. Ὁ Κύριος καὶ τὸν πιὸ ἁμαρτωλὸ ἀγαπᾶ καὶ τὸν κυνηγᾶ δίνοντάς του εὐκαιρίες καὶ λογισμοὺς μετανοίας, καθώς εἶναι ὁ μανικὸς ἐραστὴς τῶν μετανοούντων. Καὶ πῶς ἐμεῖς αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶ ὁ Θεὸς ἔχουμε τὰ μοῦτρα καὶ τὴν ἀναίδεια νὰ κρίνουμε καὶ νὰ τὸν διαπομπεύουμε; Ἀσφαλῶς καὶ δὲν μᾶς ἀνήκει ὁ παράδεισος καὶ ἡ ἀγκάλη τοῦ Θεοῦ. Ἕνας χριστιανὸς εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ ὁμοιάζει τοῦ πατέρα του, εἶναι οἰκτίρμων, καθὼς καὶ ὁ Πατήρ του οἰκτίρμων ἐστίν.

Τὸ τραγικὸ εἶναι ὅτι αὐτός ποὺ κρίνει τὸν διπλανό του στὴν οὐσία ζεῖ τὸν φόβο τῶν δικῶν του ἐνοχῶν καὶ μὲ τὴν κατάκριση παίζει ὄμορφα τὸ κρυφτούλι μὲ τὸν ἑαυτό του, φοβούμενος νὰ σκύψει καὶ νὰ δεῖ τὰ λάθη καὶ τὰ πάθη του. Εἶναι ἕνας τρόπος σκληρῆς φυγῆς ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ του καὶ μία βρώμικη προβολὴ τοῦ ἑαυτοῦ του στοὺς ἄλλους. Συμφέρει οἱ ἄλλοι νὰ εἶναι ἁμαρτωλοὶ καὶ αὐτὸς νὰ τοὺς δικάζει καὶ ἔμμεσα νὰ ἀμνηστεύει τὸν ἑαυτὸ του καὶ νὰ τὸν προκρίνει ὡς καλύτερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἔτσι, ποτὲ δὲν θὰ ἀσχοληθεῖ ὁ κατακρίνων μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν μετάνοιά του, ἀντιθέτως θὰ πλάθει μόνιμα μέσα του μία ὡραιοπάθεια καὶ ἕναν φαρισαϊκὸ ἐξωραϊσμὸ «δὲν εἶμαι ἐγὼ σὰν τοὺς ἄλλους». Κι αὐτὸ τὸ πάθος τῆς κατακρίσεως εἶναι τόσο ὕπουλο σὰν γλώσσα φιδιοῦ, ποὺ χύνει δηλητήριο γεμάτο ἀπὸ θάνατο. Εἶναι αὐτό ποὺ κλείνει τὴν πόρτα γιὰ τὸν Παράδεισο καὶ σὰν ὀγκόλιθος τὸν δένει στὸ χῶμα καὶ στὸν θάνατο τὸν πνευματικό.

Καὶ τί νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὴν ἱεροκατηγορία ποὺ μόνιμα στὴ γλώσσα μας καὶ στὰ λόγια μας βάζουμε. Τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς κρίνουμε καὶ τοὺς διαπομπεύουμε καὶ μὲ τὸ στόμα καὶ μὲ τὴν τηλεόραση. Μὲ τὸ πές-πὲς ὅλο καὶ κάτι μένει καὶ τὸ κακὸ χτίζεται καὶ ἡ Ἐκκλησία βλάπτεται. Κι ἂν πατάξεις τὸ πρόσωπο τοῦ ἱερέως, τότε ὅλα τὰ πρόβατα θὰ διασκορπιστοῦν. Ἀντὶ νὰ βουλώνουμε τὸ στόμα μας καὶ νὰ λέμε μία προσευχὴ στὸν Θεὸ γιὰ τοὺς ἱερεῖς μας καὶ γιὰ τὸν πεσμένο ἀδελφό μας, ἐμεῖς μόνιμα τοὺς κρίνουμε καὶ τοὺς συκοφαντοῦμε ὡς καλοὶ χριστιανοὶ καὶ τιμητὲς τῶν πάντων. Καὶ ὁ Θεὸς βλέπει πόσο φθηνοὶ εἴμαστε. Καὶ ἄραγε τί ψυχὴ θὰ παραδώσουμε; Μαζεύεστε πρωὶ ὅλη ἡ γειτονιά στὸ σπίτι τῆς μιᾶς νοικοκυρᾶς γιὰ τὸν καφὲ καὶ ἐκεῖ διαπομπεύεις τὸν ἱερέα σας καὶ τοῦ χαλᾶς τὴν ὑπόληψη στοὺς ἄλλους. Τὸ κάνεις αὐτὸ ὄχι ἀπὸ ζῆλο πνευματικὸ γιὰ τὴν κάθαρση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ γιατὶ ἔτσι καλύπτεις τὰ δικά σου λάθη. Ἂν ὁ ἱερέας καὶ ὁ Ἐπίσκοπος, λὲς μέσα σου, κάνουν τέτοια λάθη, τότε ἐγὼ εἶμαι καλύτερος καὶ δὲν μοῦ χρειάζεται οὔτε ἡ μετάνοια ἀλλ’ οὔτε οἱ παπάδες καὶ ἡ Ἐκκλησία. Τὸν ἑαυτό του ξεκόβει ἀπὸ τὸν Θεὸ αὐτός ποὺ κατακρίνει καὶ ἀποστρέφεται τοὺς ἱερεῖς μὲ σκληρὸ τὸ λόγο τῆς ἀπόρριψης. Εἶναι κέρδος τοῦ διαβόλου. Ὁ Παράδεισος θὰ ἦταν κλειστὸς γιὰ ὅλους, ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ σὲ ἀνθρώπινα σκεύη, τοὺς ἱερεῖς. Αὐτοὶ συγχωροῦν καὶ αὐτοὶ τρέφουν τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν Οὐράνιο Ἄρτο καὶ τὶς Ἅγιες Γραφές. Καὶ πῶς νὰ γνωρίσεις τὸν Θεὸ, ἂν δὲν ἀγαπήσεις τὸν ἱερέα ποὺ ὁδηγεῖ πνευματικὰ τὴν ζωή σου; Καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἔμαθε τὸν ἱερέα νὰ κατακρίνει καὶ τὸν Θεὸ μία μέρα θὰ ἀπορρίψει.

Οἱ ἱεροκατήγοροι, ὅμως, κάνουν πιὸ μεγάλο κακὸ στοὺς ἄλλους ἀπ’ ὅ,τι στὸν ἑαυτό τους. Ὁ χριστιανός ποὺ ἀκούει τὸν διασυρμὸ τοῦ ἱερέα τῆς Ἐκκλησίας του δὲν μπορεῖ ν’ ἀκούσει λόγο πιὰ ἀπ’ αὐτόν, δὲν θὰ θέλει νὰ κοινωνήσει ἀπὸ τὰ χέρια του, οὔτε καὶ νὰ πάει στὴν Ἐκκλησία. Κι ἂν κάποια στιγμὴ βρεθεῖ στὴν Θεία Λειτουργία, μέσα του θὰ ἔχει λογισμοὺς ἐναντίον τοῦ ἱερέως καὶ δὲν θὰ μπορεῖ νὰ προσευχηθεῖ. Βλάπτεται ὁ ἄνθρωπος, βλάπτεται ὁ Θεός, βλάπτεται ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία.


Κι ἂν κρίνεις ἕναν ἁμαρτωλό, τότε πῶς μπορεῖς νὰ πεῖς ὅτι ἔχεις ἀγάπη; Οἱ καρδιές μας, ὅταν ἀγαποῦν, σιωποῦν καὶ προσεύχονται γιὰ τὸν πλησίον, σ’ ὅποιο κατάντημα καὶ ἄν τὸν βροῦμε. Κι ἂν τὸν πατέρα μας δὲν τὸν διαπομπεύουμε στὰ λάθη του, μὲ πόση ἀγάπη πρέπει νὰ σκεπάσουμε τὶς ἀδυναμίες τῶν πνευματικῶν μας πατέρων; Αὐτὸ εἶναι ἁγιοσύνη, κι αὐτὴν τὴν ἁγιοσύνη θέλει ὁ Χριστὸς ἀπ’ ὅλους μας, «μὴν κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε», μὴν κρίνετε ἐδῶ κάτω στὴ γῆ, γιὰ νὰ μὴν κριθεῖτε στὸν οὐρανὸ ἀπὸ τὸ Θεό. Δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ διπλανός σου καὶ τὸν ὁρίζει ὁ Κύριος καὶ τὸν ἀγαπᾶ ὅπως εἶναι, καὶ σὺ μὲ ποιό δικαίωμα τὸν κρίνεις, «σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην;».

Καὶ ἔσκυβα καὶ ἔπεφτα σὲ ἕναν ἔλεγχο σκληρὸ τοῦ ἑαυτοῦ μου. Πόσο πολὺ -πολὺ πρέπει νὰ μετανοήσω γιὰ τὴν κατάκριση ποὺ μέσα μου νοσεῖ εἴτε μὲ λόγια, εἴτε μὲ τὴν σκέψη μου; Καὶ ἔλεγα πὼς δὲν θὰ μιλήσω ξανὰ γιὰ κανέναν. Θὰ ἐκδιώξω ἐκεῖνον ποὺ στέκεται ἀπέναντί μου καὶ μοῦ κρίνει τοὺς ἀδελφούς. Ὁ Κύριος ξέρει γιὰ ὅλους καὶ ὅλους τοὺς ἀγαπᾶ. Καὶ σιωποῦσα καὶ προσευχόμουνα.

Τί πιὸ μεγάλη ἀγάπη ἀπὸ τὴν ἐπιείκεια καὶ ἀπὸ τὴν προσευχή;

Από το βιβλίο: ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Μια ιστορία και ένας λόγος στην κάθε μέρα του Σαρανταλείτουργου.

Αρχιμ. Σεβαστιανού Τοπάλη

Αμύνταιο 2018

Δ' Εκδοση 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου