Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2020

Ἑρμηνεία στὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς ΙΓ΄ Ματθαίου ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. Αὐγουστῖνου ''Σταγόνες ἀπὸ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν''


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Ματθ. 21, 33-42

ΦΡΑΓΜΟΣ
«Ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν
ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῶ περιέθηκε»
(Ματθ. 21, 33)


ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ, ἀγαπητοί μου, στὴν περίοδο τοῦ τρύγου. Τὰ σταφύλια κάτω ἀπʼ τὶς θερμὲς ἀκτῖνες τοῦ ἥλίου ἔχουν πιὰ ὠριμάσει. Οἱ γεωργοί μας πηγαίνουν στʼ ἀμπέλια καὶ τρυγοῦν τὸ γλυκὸ καρπό. Ὁ τρυγητὸς χαρὰ Θεοῦ, δίκαιη πληρωμὴ τῶν κόπων ποὺ καταβάλλει ὁ γεωργὸς ὄλο τὸ χρόνο γιὰ τὴν καλλιέργεια. Ὑπάρχουν δὲ στὴν πατρίδα μας περιφέρειες, ποὺ κατʼ ἐξοχὴν καλλιεργοῦν τʼ ἀμπέλια.
Ἡ κάθε ρίζα, τὸ κάθε κλῆμα, εἶνε ἕνα θαυμαστὸ ἔργο, ὅπως ὅλα τὰ ἔργα τῆς θείας δημιουργίας. Κάθε ρίζα εἶνε ἕνα θαῦμα. Μερικοί, ποὺ διαβάζουν ὅτι ὁ Χριστὸς ἔκανε τὸ νερὸ κρασί, δὲν τὸ πιστεύουν, λέγοντας πῶς εἶνε ἀδύνατο. Ἀλλʼ ὦ ἄπιστε ἄνθρωπε! Τώρα τὸ καλοκαίρι κάνε ἕναν περίπατο σʼἕνα ἀμπέλι, κοίταξε μὲ προσοχὴ ἕνα κλῆμα κατάφορτο ἀπὸ σταφύλια. Ἡ ρίζα χωμένη μέσα στὸ χῶμα, σὰν μιὰ ἀντλία, κατὰ τρόπο μυστηριώδη ρουφάει νερό, τὸ ἀνεβάζει ψηλά, τὸ διοχευτεύει στὸν κορμό, στὰ κλαδιὰ καὶ στὰ φύλλα, καὶ τὸ νερὸ αὐτὸ γίνεται κρασί. Σὲ ρωτῶ˙ Δὲν εἶνε αὐτὸ ἕνα θαῦμα; Ἡ ἐπιστήμη μέχρι σήμερα δὲν κατώρθωσε νὰ κάνη μιὰ ρίζα ἀμπελιοῦ. Φτάνει μιὰ ρίζα ἀμπελιοῦ νʼ ἀποδείξη ὅτι ὑπάρχει Θεός, ποὺ ἡ ἄπειρη σοφία του δημιούργησε τὰ πάντα.
Ὁ Χριστός, ὁ δημιουργὸς τοῦ ἀμπελιοῦ, πολλὲς φορὲς σὰν διδάσκαλος πῆρε εἰκόνες ἀπὸ τʼ ἀμπέλι, γιὰ νὰ κάνη διδασκαλία ἀπλῆ καὶ παραστατική. Ἀπόδειξις τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο. Εἶνε ἡ ὡραία παραβολὴ τοῦ Ἀμπελῶνος.

* * *
Ἕνας ἄνθρωπος ἔκανε ἕνα χέρσο τόπο ἀμπέλι. Πόσο κουράστηκε! Ἔβαλε φωτιά, ἔκαψε τʼ ἀγκάθια, ἔβγαλε τὶς πέτρες, ἔσκαψε βαθειά, ὤργωσε τὸ ἔδαφος, φύτεψε ρίζες ἀμπελιοῦ, ἔβαλε φράχτη γύρω – γύρω, ἔκανε πατητήρι καὶ ἔχτισε πύργο. Ἔτσι ἔγινε ἕνα ὡραιότατο ἀμπέλι.
Τὸ ἀμπέλι αὐτὸ τὸ ἐμπιστεύθηκε στὰ χέρια γεωργῶν, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸ καλλιεργοῦν καὶ στὸν κατάλληλο καιρὸ νὰ δώσουν τὸν καρπό. Σὰν ἦρθε ὁ καιρὸς νὰ δώσουν τὸν καρπό, ὁ ἰδιοκτήτης ἔστειλε ὑπηρέτες νὰ παραλάβουν τὸν καρπό. Ἀλλʼ οἱ γεωργοὶ ὄχι μόνο δὲν ἔδωσαν καρπὸ, ἀλλὰ φέρθηκαν ἐλεεινὰ πρὸς τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ ἀφεντικοῦ. Ἄλλους πετροβόλησαν κι ἄλλους σκότωσαν. Κι ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης ἔστειλε καὶ ἄλλους ὑπηρέτες, καὶ σʼ αὐτοὺς ἔδειξαν τὴν ἴδια συμπεριφορά. Ὁ κύριος τοῦ άμπελῶνος ἀποφάσισε τέλος νὰ στείλη τὸ γυιό του μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ τὸν σεβόταν. Ἀλλʼ ὅταν πλησίασε ὁ γυιός, οἱ γεωργοὶ τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τʼ ἀμπέλι καὶ τὸν σκότωσαν. Τί θὰ κάνη τοὺς γεωργοὺς ὁ κύριος τοῦ ἀμπελιοῦ; ρώτησε ὁ Χριστός. Κʼ οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἀπάντησαν, ὅτι ὁ κύριος τοῦ ἀμπελιοῦ θὰ τιμωρήση τοὺς κακοὺς γεωργούς. «Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει» (Ματθ. 21, 41).
Αὐτὴ εἶνε ἡ παραβολή. Τί κρύβεται πίσω ἀπʼ αὐτήν; Κύριος τοῦ ἀμπελῶνος εἶνε ὁ Θεός. Ἀμπέλι εἶνε ὁ Ἰουδαϊκὸς λαὸς πρῶτα κʼ ὕστερα ὁ χριστιανικὸς λαός. Ὁ Θεὸς φυτεύει τοὺς πιστοὺς γιὰ νὰ φέρουν καρπὸ πολὺ σὰν καρποφόρα κλήματα. Γεωργοί, ποὺ πρέπει νὰ καλλιεργοῦν τὸ ἀμπέλι, εἶνε οἱ πατριάρχες, οἱ προφῆτες, οἱ ἐπίσκοποι, οἱ ἱερεῖς καὶ ὅλοι γενικὰ οἱ πιστοί, ποὺ πρέπει καὶ αὐτοὶ κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγησι τῶν κηρύκων τοῦ Εὐαγγελίου νὰ ἐργάζωνται γιὰ τὴν καλλιέργεια τῶν ψυχῶν. Κάθε δὲ ψυχὴ εἶνε ἕνα εἶδος ἀμπελιοῦ. Ἀλλʼ ὅπως ἀπʼ τὸ ἀμπέλι τῆς παραβολῆς ὁ κύριος δὲν πῆρε οὔτε τσαμπὶ σταφύλι, ἔτσι καὶ ἀπὸ τὸ λαὸ ποὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς δὲν παίρνει πολλὲς φορὲς πνευματικὸ καρπό.
Τί συμφορά! Ἕνα ἀμπέλι μὲ χίλιες ρίζες καὶ νὰ μὴ μπορῆ νὰ γεμίση κανεὶς οὔτε ἕνα καλάθι σταφύλια! Θλιβερὸ τὸ θέαμα αὐτό; Ἀσύγκριτα πιὸ θλιβερὸ τὸ θέαμα μιᾶς ἐνορίας, μιᾶς ἐπισκοπῆς, ἑνὸς λαοῦ καὶ ἔθνους ὁλοκλήρου, ποὺ δὲν ἔχει νὰ παρουσιάση καρποὺς πνευματικῆς ζωῆς. Λὲς κʼ ἔπεσε περονόσπορος τοῦ διαβόλου καὶ ξήρανε ὅλα τὰ κλήματα.
* * *
Ἀλλὰ ἡ παραβολὴ λέει γιὰ τὸν Κύριο, ὅτι «ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῶ περιέθηκε καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῶ ληνὸν καὶ ὠκοδόμησε πύργον». Ἄν πρέπη καὶ τὰ τρία αὐτά, φραγμό, πατητήρι καὶ πύργο, νὰ τὰ ἑρμηνεύσουμε, τίθεται τὸ ἐρώτημα˙ Ποιός εἶνε ὁ φραγμός, ποιό τὸ πατητήρι καὶ ποιός ὁ πύργος; Καὶ τὰ τρία ἔχουν τὴ σημασία τους. Ἐδῶ μόνον θὰ δοῦμε τί σημαίνει ὁ φραγμός.
Φραγμός, ὅπως ὅλοι ξέρουμε, εἶνε ὁ φράχτης, ποὺ βάζει γύρω ἀπὸ τὸ κτῆμα του ὁ γεωργός, γιὰ νὰ τὸ ξεχωρίζη ἀπὸ τὰ ἄλλα κτήματα καὶ γιὰ νὰ τὸ φυλάξη ἀπὸ κλέφτες καὶ θηρία. Ἕνα ἀμπέλι ξέφραγο εἶνε ἐκτεθιμένο κι ὁ καθένας μπορεῖ νὰ τὸ καταπατήση. Ὁ καλὸς γεωργός, ποὺ πονάει τὸ ἀμπέλι, ἄν ἀντιληφθῆ ὅτι κάπου ὁ φράχτης ἔπεσε, φροντίζει ἀμέσως νὰ τὸν διορθώση. Ὁ φραγμὸς εἶνε ἀπαραίτητος γιὰ τὴν ἀσφάλεια τοῦ κτήματος.
Ὅπως ὁ φράχτης εἶνε ἀναγκαῖος γιὰ τὸ κτῆμα, ἔτσι γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν πνευματικὸ ἀμπελῶνα, ἀναγκαῖος εἶνε ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκφράζεται στὴν ἁγία Γραφή, εἶνε ὁ φραγμός σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία τῶν πατέρων καὶ διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας.
Φραγμὸς ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, περιορισμός. «Οὐ φονεύσεις», «Οὐ μοιχεύσεις», «Οὐ κλέψεις», αὐτὰ τὰ ὄχι δὲν ἐλέχθησαν γιὰ νὰ καταργήσουν τὴν έλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ γιὰ νὰ καθοδηγήσουν καὶ νὰ προφυλάξουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ κακό. Χωρὶς τὰ «ὄχι» αὐτά, χωρὶς τὸ φράχτη αὐτό, ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ θὰ ἔμοιαζε μὲ ἀμπέλι ξέφραγο, ποὺ κάθε ἀγριογούρουνο θὰ μποροῦσε νὰ τὸ καταφάη καὶ νὰ τὸ καταστρέψη.
Ἀναγκαῖος, ἀλλὰ καὶ ὠφέλιμος καὶ εὐεργετικὸς ὁ φραγμός, ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Καὶ εὐτυχισμένες θὰ ἦταν οἱ κοινωνίες, ἄν τηροῦσαν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.
Δυστυχῶς ὁ ἄνθρωπος τοῦ αἰῶνα μας, ποὺ ὑπερηφανεύτηκε γιὰ τὰ ἐπιστημονικά του κατορθώματα, στρέφεται ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἐναντίον τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ φωνάζει˙ «Κάτω οἱ φραγμοί! Κάτω οἱ περιορισμοί! Κάτω οἱ ἀπαγορεύσεις τοῦ Εὐαγγελίου! Κάτω ὁ Θεός!...». Ὁ ἄνθρωπος τοῦ αἰώνα μας νομίζει, ὅτι θὰ εἶνε ἐλεύθερος, ἄν καταστρέψη τοὺς ἠθικοὺς φραγμοὺς καὶ κινῆται ἀσύδοτος πρὸς κάθε κατεύθυνσι.
Ξέρετε πῶς μοιάζει ὁ ἄνθρωπος αὐτός; Μοίαζει μὲ ξέφραγο ἀμπέλι. Μοιάζει ἀκόμα μὲ ἄλογο, ποὺ πάνω στὴ μανία του σπάει τὸ χαλινάρι καὶ ἀκάθεκτο πέφτει στὸ γκρεμό. Ἀχαλίνωτα ἄλογα ὠνόμασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ μάλιστα τοὺς νέους, ποὺ θέλουν νὰ ζήσουν χωρὶς ἠθικοὺς φραγμούς... Μοιάζει πάλι ὁ ἄνθρωπος χωρὶς ἠθικοὺς φραγμοὺς μὲ κάποιον ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸ κόκκινο φανάρι ποὺ περνάει ἀπέναντι ἀπʼ τὰ αὐτοκίνητα ποὺ τρέχουν ἰλιγγιωδῶς.
* * *
Ὁ ἄνθρωπος εὐχάριστα δέχεται τοὺς περιορισμοὺς στὸ δρόμο του, ὅπως εἶνε τὰ κόκκινα φανάρια. Δυσανασχετεῖ ὅμως μὲ τοὺς περιορισμοὺς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Θά ʼπρεπε νὰ εὐγνωμονῆ τὸν οὐράνιο Πατέρα, ποὺ μὲ τὰ «ὄχι» καὶ τὰ «μὴ» θέτει σωτήριο φραγμό.
Ἄνθρωπε! Μὴ ξεγελιέσαι. Μὴ γίνεσαι ἀμπέλι ξέφραγο. Μὴ γίνεσαι ἄλογο ἀχαλίνωτο.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστῖνου Ν. Καντιώτου (Μητροπολίτου πρώην Φλωρίνης) ''Σταγόνες ἀπὸ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν'', σελ. 218-223 (ἕκδοσις Γ΄, ''Ἀδελφότης ΣΤΑΥΡΟΣ'',  Ἀθῆναι 1990).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου