Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Η εφαρ­μο­γή του νό­μου του Θεού απο­τε­λεί το κλει­δί της ευ­τυ­χί­ας μας.

  1. Μα­κά­ριος, αυ­τός που αγα­πά τη με­τά­νοια, η οποία σώ­ζει τους αμαρ­τω­λούς και που δεν σκέ­φτη­κε στη συ­νέ­χεια να κά­νει κάτι αμαρ­τω­λό, σαν αχά­ρι­στος, μπρο­στά στο Σω­τή­ρα μας Θεό
  2. Μα­κά­ριος, αυ­τός που προ­σέρ­χε­ται στα Άχραν­τα Μυ­στή­ρια του Σω­τή­ρα Χρι­στού με φόβο και τρό­μο και φρί­κη και που γνω­ρί­ζει καλά, ότι δέ­χτη­κε μέσα του ζωή αιώ­νια
  3. Μα­κά­ριος, αυ­τός που με­λε­τά κάθε μέρα το θά­να­το και που νέ­κρω­σε τα αι­σχρά πάθη που φω­λιά­ζουν μέσα στις καρ­διές των αμε­λών. Διό­τι ένας τέ­τοιος άν­θρω­πος, θα βρει πα­ρη­γο­ριά την ώρα του χω­ρι­σμού της ψυ­χής από το σώμα
  4. Μα­κά­ριος, αυ­τός που έχει συ­νε­χώς στη μνή­μη του το φόβο της γέ­ε­νας του πυ­ρός και σπεύ­δει με δά­κρυα και με στε­ναγ­μούς, να με­τα­νο­ή­σει ει­λι­κρι­νά, με τη βο­ή­θεια του Κυ­ρί­ου, διό­τι θα δια­σω­θει από την με­γά­λη θλί­ψη
  5. Μα­κά­ριος, αυ­τός που συ­νε­χώς τα­πει­νώ­νει τον εαυ­τόν του εκού­σια. Διό­τι θα στε­φα­νω­θεί ως νι­κη­τής από τον Κύ­ριο που τα­πεί­νω­σε τον εαυ­τόν Του εκού­σια για εμάς
  6. Μα­κά­ριος, αυ­τός που πυρ­πο­λή­θη­κε με το φόβο του Θεού, έχον­τας πάν­το­τε μέσα του τη θέρ­μη του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος και κα­τέ­κα­ψε τα αγ­κά­θια και τα τρι­βό­λια των πο­νη­ρών λο­γι­σμών
  7. Μα­κά­ριος, αυ­τός που δεν μό­λυ­νε τα χέ­ρια του με αμαρ­τω­λά έργα, όπως ένας ασε­βής, διό­τι και γι' αυτό θα γί­νει κρί­ση ενώ­πιον του Κυ­ρί­ου, κατά τη φο­βε­ρή μέρα της κρί­σε­ως
  8. Μα­κά­ριος, αυ­τός που καλ­λιερ­γεί κάθε μέρα ωραί­ους και κα­λούς λο­γι­σμούς και που νί­κη­σε με την ελ­πί­δα το πο­νη­ρό πά­θος της ακη­δί­ας, με το οποίο πο­λε­μούν­ται οι ασκη­τές του Κυ­ρί­ου
  9. Μα­κά­ριος, αυ­τός που αγα­πά τις κα­λές και αγα­θές συμ­βου­λές και μι­σεί τα αι­σχρά και βλα­πτι­κά λό­για, διό­τι δεν θα γί­νει αιχ­μά­λω­τος του Πο­νη­ρού
  10. Μα­κά­ριος, αυ­τός που υπα­κού­ει στον πλη­σί­ον του, σύμ­φω­να με το θέ­λη­μα του Θεού και που υπο­μέ­νει τις θλί­ψεις με ευ­χα­ρι­στία. Διό­τι ένας τέ­τοιος άν­θρω­πος θα στε­φα­νω­θεί, επει­δή εί­ναι ομο­λο­γη­τής εν Κυ­ρίω
  11. Μα­κά­ριος, αυ­τός που δεν κυ­ριεύ­τη­κε από το πά­θος της ακη­δί­ας, σαν άναν­δρος, αλλά αγά­πη­σε την τέ­λεια υπο­μο­νή, με την οποία, όλοι οι Άγιοι πή­ραν τα στε­φά­νια της νί­κης
  12. Μα­κά­ριος, αυ­τός που αγα­πά την εγ­κρά­τεια, σύμ­φω­να με το θέ­λη­μα του Θεού και δεν κα­τα­κρί­θη­κε για χάρη της γα­στρι­μαρ­γί­ας, σαν φι­λή­δο­νος και ρυ­πα­ρός, διό­τι ένας τέ­τοιος άν­θρω­πος θα δο­ξα­στεί εν Κυ­ρίω
  13. Μα­κά­ριος, αυ­τός που δεν μέ­θυ­σε με κρα­σί, σαν άσω­τος, αλλά που ευ­φραί­νε­ται κάθε μέρα, έχον­τας στο νου του τον Κύ­ριο, με Τον οποίο όλοι οι Άγιοι ευ­φραί­νον­ται συ­νε­χώς
  14. Μα­κά­ριος αυ­τός που δια­χει­ρί­ζε­ται τα υπάρ­χον­τά του, σύμ­φω­να με το θέ­λη­μα του Θεού και δεν κα­τα­κρί­θη­κε από τον Θεό σαν φι­λάρ­γυ­ρος και άσπλα­χνος στον πλη­σί­ον του
  15. Μα­κά­ριος, αυ­τός που αγρυ­πνά στις προ­σευ­χές και στις ανα­γνώ­σεις και στο αγα­θό έργο. Ένας τέ­τοιος άν­θρω­πος θα φω­τι­στεί, ώστε να μην απο­κοι­μη­θεί και τον βρει ο θά­να­τος
  16. Μα­κά­ριος, αυ­τός που έγι­νε καλό πα­ρά­δειγ­μα για τον πλη­σί­ον του και δεν πλή­γω­σε τη συ­νεί­δη­ση του συν­δού­λου του, κά­νον­τας άνο­μες πρά­ξεις. Διό­τι ένας τέ­τοιος άν­θρω­πος, θα πά­ρει πολ­λή ευ­λο­γία από τον Κύ­ριο
  17. Μα­κά­ριος, αυ­τός που έγι­νε μα­κρό­θυ­μος και σπλα­χνι­κός και δεν υπο­δου­λώ­θη­κε στο θυμό και την πο­νη­ρή οργή. Διό­τι ένας τέ­τοιος άν­θρω­πος, θα υψω­θεί από τον Κύ­ριο
  18. Μα­κά­ριος, αυ­τός που αγα­πά την αλή­θεια συ­νε­χώς και δεν επέ­τρε­ψε να χρη­σι­μο­ποι­η­θεί το στό­μα του, σαν όρ­γα­νο της ασέ­βειας από το ψέμα, επει­δή φο­βά­ται την προ­στα­γή του Κυ­ρί­ου, για τον αργό λόγο. (Ματθ. 12,36)
  19. Μα­κά­ριος, αυ­τός που δεν κρί­νει τον πλη­σί­ον του, σαν άσο­φος, αλλά ως άν­θρω­πος συ­νε­τός και πνευ­μα­τι­κός αγω­νί­στη­κε να βγά­λει το δο­κά­ρι από το δικό του μάτι
  20. Μα­κά­ριος, αυ­τός που η καρ­διά του άν­θι­σε σαν φοι­νι­κιά, στην ορ­θό­τη­τα της πί­στης και δεν κυ­ριεύ­τη­κε από την αί­ρε­ση των απί­στων και ασε­βών
  21. Μα­κά­ριος, αυ­τός που εξου­σιά­ζει τα μά­τια του και που δεν τον εξα­πά­τη­σε, ούτε νο­ε­ρά, ούτε αι­σθη­τά, το δέρ­μα της αν­θρώ­πι­νης σάρ­κας, το οποίο μετά από λίγο αρ­χί­ζει να λειώ­νει
  22. Μα­κά­ριος, αυ­τός που δεν στη­ρί­ζει την ελ­πί­δα του σε άν­θρω­πο, αλλά στον Κύ­ριο, που θα έρ­θει πάλι με πολ­λή δόξα να κρί­νει όλη την οι­κου­μέ­νη με δι­καιο­σύ­νη. Διό­τι ένας τέ­τοιος άν­θρω­πος θα εί­ναι σαν δέν­τρο θαλ­λε­ρό δί­πλα στο πέ­ρα­σμα των νε­ρών και δεν θα παύ­σει να κά­νει καρ­πό.


Εκεί­νος που από πο­νη­ριά σω­παί­νει όταν ελέγ­χε­ται, κρύ­βει μνη­σι­κα­κία στην καρ­διά του. Εκεί­νος όμως που με ει­ρή­νη και πρα­ό­τη­τα απο­λο­γεί­ται (όταν ελέγ­χε­ται), εί­ναι αμνη­σί­κα­κος.



Το να φα­νε­ρώ­νει κα­νείς με την θέ­λη­σή του τα σφάλ­μα­τά του σε πνευ­μα­τι­κούς αν­θρώ­πους, δεί­χνει διόρ­θω­ση του τρό­που ζωής. Το να κρύ­βει όμως τα σφάλ­μα­τά του, φα­νε­ρώ­νει ψυχή κυ­ριευ­μέ­νη από τα πάθη. Για­τί, ποτέ κα­νείς άν­θρω­πος, που συμ­πράτ­τει με τους κλέ­φτες και συμ­με­ρί­ζε­ται τις πρά­ξεις των μοι­χών, δεν τους ξε­σκε­πά­ζει, επει­δή έχει φι­λι­κή διά­θε­ση, απέ­ναν­τι στο πά­θος τους.



Τις γιορ­τές του Κυ­ρί­ου και τις μνή­μες των Αγί­ων να τις τι­μά­ται, όχι όμως ει­δω­λο­λα­τρι­κά με χο­ρούς, στο­λι­σμούς, φα­γη­τά και πα­νη­γύ­ρια, αλλά Χρι­στια­νι­κά με με­τά­νοια που συ­νο­δεύ­ε­ται από δά­κρυα.



Ας απο­φύ­γου­με αδελ­φοί την κακή επι­θυ­μία. Διό­τι αυτή απο­γύ­μνω­σε την Έυα από την δόξα, για να επι­θυ­μή­σει τη γεύ­ση μιας τρο­φής. Αυτή έφε­ρε τον κα­τα­κλυ­σμό στον κό­σμο (επί επο­χής Νώε), για­τί έστρε­ψαν το βλέμ­μα τους οι υιοί του Θεού προς τις γυ­ναί­κες και μο­λύν­θη­καν αι­σχρά. Αυτή (η κακή επι­θυ­μία) έκα­νε την Αι­γυ­πτία να κυ­ριευ­τεί από πα­ρά­φο­ρη επι­θυ­μία για τον συ­νε­τό Ιω­σήφ. Αυτή έκα­νε τον Δα­βίδ να σφά­ξει τον Ου­ρία και τον Ιού­δα να προ­δώ­σει το Χρι­στό.



Ο Θεός, την ψυχή που ελ­πί­ζει σε Αυ­τόν δεν την αφή­νει να πέ­σει σε πει­ρα­σμό τέ­τοιον, που να μην μπο­ρεί να τον ση­κώ­σει, ώστε να φτά­σει σε από­γνω­ση.



Η με­γά­λη κα­λο­πέ­ρα­ση γεν­νά πάθη και αρ­ρώ­στιες, ενώ η κο­πια­στι­κή ερ­γα­σία, μπο­ρεί προ­σω­ρι­νά να φέρ­νει κού­ρα­ση, ύστε­ρα όμως από την κού­ρα­ση, φέρ­νει υγεία και δύ­να­μη.



Μην πιέ­ζεις τον εαυ­τό σου να κα­τα­γί­νε­ται με υπερ­βο­λι­κή ερ­γα­σία, διό­τι εί­ναι καλό και ωφέ­λι­μο να κά­νεις τα πάν­τα με μέ­τρο και τάξη.


Εκεί­νος που πα­ρα­στρα­τί­ζει και απο­μα­κρύ­νε­ται από τις εν­το­λές του Κυ­ρί­ου, φο­νεύ­ει την ψυχή του, ενώ κα­θέ­νας που τη­ρεί τις εν­το­λές αυ­τές αλη­θι­νά, θα κλη­ρο­νο­μή­σει απε­ρί­γρα­πτη χαρά...


Όταν μπαί­νου­με σ' έναν Οίκο του Κυ­ρί­ου, ας φεύ­γει από το νου μας κάθε ρεμ­βα­σμός, ας προ­ση­λώ­νε­ται ο εσω­τε­ρι­κός μας άν­θρω­πος στη θε­ω­ρία (του Θεού) και την προ­σευ­χή και ας μην τα­ρά­ζουν το νου μας οποιοι­δή­πο­τε κα­κοί λο­γι­σμοί. Ας συλ­λο­γι­στού­με μπρο­στά σε ποιόν στε­κό­μα­στε την ώρα της προ­σευ­χής και ας εί­ναι όλη η ψυχή και η καρ­διά μας στραμ­μέ­νη σ' Αυ­τόν, χω­ρίς να φαν­τά­ζε­ται τί­πο­τε άλλο. Θα κα­τα­λά­βεις αυτό που λέω και με το εξής πα­ρά­δειγ­μα: Αν πά­ρει κά­ποιος στο χέρι του ένα σα­κού­λι νο­μί­σμα­τα και πάει στο πα­ζά­ρι για να αγο­ρά­σει βό­δια, μή­πως θα πε­ριερ­γά­ζε­ται τούς χοί­ρους; Αν πάλι θέ­λει να αγο­ρά­σει γαϊ­δού­ρια, μή­πως θα πα­ρα­τη­ρεί τούς σκύ­λους; Δεν θα εί­ναι όλη του η προ­σο­χή δο­σμέ­νη σ' αυτά που θέ­λει να αγο­ρά­σει; Αυτά μο­νά­χα δεν θα εξε­τά­ζει προ­σε­κτι­κά, για να μην εξα­πα­τη­θεί και να μη χά­σει ασυλ­λό­γι­στα τα χρή­μα­τα που έχει στα χέ­ρια του; Έτσι και εμείς, όταν μπού­με στην Εκ­κλη­σία και στα­θού­με μπρο­στά στο Θεό, ας υψώ­σου­με όλη τη διά­νοιά μας σ' Αυ­τόν και ας προ­σέ­χου­με και ας συλ­λο­γι­ζό­μα­στε μόνο όσα ανα­φέ­ρον­ται σ' Αυ­τόν, για να κερ­δί­σου­με έτσι τη σω­τη­ρία μας και να απο­λαύ­σου­με τα ου­ρά­νια αγα­θά. Μα ούτε και έναν λόγο, να μην αλ­λά­ξου­με με τον δι­πλα­νό μας, για να μην πα­ρορ­γί­σου­με, αντί να ευα­ρε­στή­σου­με, τον Ποι­η­τή του ου­ρα­νού και της γης. Όπως οι άγ­γε­λοι, με πολύ τρό­μο στέ­κουν κον­τά στο Δη­μιουρ­γό και τον υμνούν, έτσι πρέ­πει και εμείς, να στε­κό­μα­στε την ώρα της ψαλ­μω­δί­ας.


Εκεί­νος που θέ­λει να ζει ει­ρη­νι­κά σε κάθε τόπο, ας μην επι­διώ­κει την προ­σω­πι­κή του ανά­παυ­ση, αλλά την ανά­παυ­ση του άλ­λου, σύμ­φω­να με το θέ­λη­μα του Κυ­ρί­ου και τότε θα βρει ανά­παυ­ση.


Να αγα­πάς πάν­τα την εγ­κρά­τεια και θα ωφε­λη­θείς πάρα πολύ! Αν όμως αρ­χί­σεις να την πα­ρα­με­λείς, θα πά­θεις με­γά­λο κακό. Και πρώ­τα-πρώ­τα (το με­γα­λύ­τε­ρο), θα στε­ρη­θείς τη Χάρη του Θεού.


Εί­ναι αλή­θεια μα­κά­ριος και τρι­σμα­κά­ριος εκεί­νος που φυ­λάτ­τει εγ­κρά­τεια, διό­τι πραγ­μα­τι­κά η εγ­κρά­τεια, εί­ναι με­γά­λη αρε­τή. Εί­ναι λοι­πόν εγ­κρά­τεια στην γλώσ­σα, το να μην λέει κά­νεις πολ­λά και ανώ­φε­λα, το να συγ­κρα­τεί κά­νεις την γλώσ­σα του και να μην κα­κο­λο­γεί, το να μην βρί­ζει, το να μην κα­τα­ριέ­ται, το να μην λέει αυτά που δεν πρέ­πει, το να συγ­κρα­τεί την γλώσ­σα του και να μην συ­κο­φαν­τεί τον έναν στον άλ­λον, να μην κα­τη­γο­ρεί τον αδελ­φό, να μην μαρ­τυ­ρά τα μυ­στι­κά των άλ­λων, το να μην ασχο­λεί­ται με ξέ­νες υπο­θέ­σεις. Εγ­κρά­τεια εί­ναι και στην ακοή, το να συγ­κρα­τεί­ται κά­νεις και να μη ακού­ει μά­ταια πράγ­μα­τα. Εγ­κρά­τεια εί­ναι και στους οφθαλ­μούς, το να συγ­κρα­τεί κα­νείς τα μά­τια του (όρα­σή του) και να μην κοι­τά­ζει ή πε­ριερ­γά­ζε­ται όλα τα ευ­χά­ρι­στα και όσα δεν πρέ­πει. Εί­ναι εγ­κρά­τεια και στον θυμό, το να συγ­κρα­τεί κά­νεις τον θυμό του και να μην εξά­πτε­ται. Εί­ναι εγ­κρά­τεια στην φι­λο­δο­ξία το να συγ­κρα­τεί κα­νείς τον νου του και να μη θέ­λει να δο­ξά­ζε­ται, να μην υψώ­νει τον εαυ­τόν του, να μην επι­διώ­κει την τιμή ώστε να φου­σκώ­νει από υπε­ρη­φά­νεια, να μην υπε­ρη­φα­νεύ­ε­ται από επαί­νους. Εί­ναι εγ­κρά­τεια στους λο­γι­σμούς, χρειά­ζε­ται και αυ­τούς να τους κα­τα­κρί­νει κα­νείς με φόβο Θεού και να μη συγ­κα­τα­τί­θε­ται ή να ευ­χα­ρι­στιέ­ται από λο­γι­σμό που θέλ­γει ή ερε­θί­ζει τον άν­θρω­πο. Εγ­κρά­τεια εί­ναι και στις τρο­φές το να συγ­κρα­τεί κα­νείς τον εαυ­τόν του και να μη επι­ζη­τεί τρο­φές υπερ­βο­λι­κές ή φα­γη­τά πα­νά­κρι­βα, το να μη τρώ­ει κα­νείς πριν από τον κα­τάλ­λη­λο και­ρό ή πριν από την ώρα, το να μην κυ­ριεύ­ε­ται από το πνεύ­μα της γα­στρι­μαρ­γί­ας, το να μην εί­ναι αχόρ­τα­γος στα ωραία φα­γη­τά, το να μην απο­λαμ­βά­νει το ένα φα­γη­τό ύστε­ρα από το άλλο. Εγ­κρά­τεια εί­ναι στο ποτό, το να συγ­κρα­τεί­ται και να μη κά­θε­ται μαζί με άλ­λους σε οι­νο­πο­σί­ες, ή σε απο­λαύ­σεις οί­νων, το να μη πί­νει οίνο άφο­βα, το να μη επι­διώ­κει ποι­κι­λί­ες των πο­τών, το να μην πί­νει χω­ρίς μέ­τρο όχι μόνο το κρα­σί αλλά αν εί­ναι δυ­να­τόν και το νερό. Εγ­κρά­τεια εί­ναι στην πο­νη­ρά επι­θυ­μία και ηδο­νή, το να συγ­κρα­τεί κα­νείς τις αι­σθή­σεις του και να μη συμ­πα­ρα­σύ­ρε­ται από τις επι­θυ­μί­ες που πα­ρου­σιά­ζον­ται, το να μην συγ­κα­τα­τί­θε­ται στους λο­γι­σμούς του πά­γους της φι­λη­δο­νί­ας, το να μην ευ­χα­ρι­στεί­ται κα­νείς με την ιδέα ότι κά­νει βδε­λυγ­μία, το να μην κά­νει το θέ­λη­μα της σαρ­κός, αλλά να χα­λι­να­γω­γεί τα πάθη με φόβο Θεού. Ο αλη­θι­νά αν­δρεί­ος και εγ­κρα­τής εί­ναι εκεί­νος, ο οποί­ος και φυ­λά­τει άγρυ­πνα τον εαυ­τό του για εκεί­νη την άμε­τρη ανά­παυ­ση (την ανά­παυ­ση στη βα­σι­λεία των ου­ρα­νών), σε κάθε λο­γι­σμό εγ­κρα­τεύ­ε­ται, σε κάθε επι­θυ­μία ορί­ζει τον εαυ­τό του και κά­νει αυτό από επι­θυ­μία για τα πνευ­μα­τι­κά και από φόβο για τη μέλ­λου­σα ζωή.


Για κα­νέ­να από τα πράγ­μα­τα αυ­τού του κό­σμου, που εί­ναι πρό­σκαι­ρα, να μην πεν­θή­σεις. Μην ευ­χα­ρι­στιέ­σαι με τα ευ­χά­ρι­στα της ζωής. Μην επι­θυ­μή­σεις τον πλού­το αυ­τού του κό­σμου. Μί­ση­σε τα απα­λά εν­δύ­μα­τα, τα κο­σμι­κά στο­λί­δια. Μί­ση­σε το υπερ­βο­λι­κό ντύ­σι­μο, τον καλ­λω­πι­σμό, την αλα­ζο­νεία και τα δαι­μο­νι­κά τους τρα­γού­δια, τις κι­θά­ρες και τους αυ­λούς και τα χει­ρο­κρο­τή­μα­τα και τις άτα­κτες και άπρε­πες φω­νές. Ή μή­πως δεν γνω­ρί­ζεις τα­λαί­πω­ρε, ότι όλα αυτά εί­ναι σπο­ρά του Δια­βό­λου; Όλα αυτά τα κά­νουν οι ει­δω­λο­λά­τρες που έχουν κο­σμι­κό φρό­νη­μα και οι οποί­οι δεν έχουν ελ­πί­δα σω­τη­ρί­ας.


Όποιος έχει την αγά­πη του Θεού:

α) Δεν υπε­ρη­φα­νεύ­ε­ται
β) Δεν απο­στρέ­φε­ται και δεν φθο­νεί κα­νέ­ναν
γ) Δεν κα­τη­γο­ρεί και δεν μι­σεί κα­νέ­ναν
δ) Δεν πο­λι­τεύ­ε­ται με δόλο και πο­νη­ριά
ε) Δεν χαί­ρε­ται για τα σφάλ­μα­τα των άλ­λων
στ) Δεν δια­σύ­ρει τον φταί­χτη, αλλά συλ­λυ­πεί­ται και τον βο­η­θά
ζ) Δεν πα­ρα­βλέ­πει τον αδελ­φό, που βρί­σκε­ται σε κά­ποια ανάγ­κη
η) Δεν θε­ω­ρεί κα­νέ­ναν ξένο, αλλά όλους τους θε­ω­ρεί οι­κεί­ους
θ) Δεν πα­ρο­ξύ­νε­ται (δεν αν­τι­δρά­ει βία και δεν ξε­σπά­ει)
ι) Δεν θε­ω­ρεί κα­νέ­ναν εχθρό, παρά μόνο τον διά­βο­λο
ια) Υπο­μέ­νει τα πάν­τα και μα­κρο­θυ­μεί
ιβ) Πο­λι­τεύ­ε­ται ενά­ρε­τα Μα­κά­ριος όποιος έχει αγά­πη...

Ο Κύ­ριος θα τον δε­χθεί κον­τά Του και θα εί­ναι μαζί Του.

Όποιος δεν έχει την αγά­πη του Θεού:

α) Γί­νε­ται οξύ­θυ­μος
β) Κυ­ριεύ­ε­ται από το μί­σος
γ) Δεν συμ­πά­σχει με τον αμαρ­τά­νον­τα
δ) Δεν απλώ­νει το χέρι του στον πε­σμέ­νο κα­τα­γής και δεν στη­ρί­ζει αυ­τόν που κλο­νί­ζε­τα
ε) Δεν συμ­βου­λεύ­ει τον φταί­χτη
στ) Εί­ναι βλαμ­μέ­νος στο μυα­λό
ζ) Εί­ναι φί­λος και όρ­γα­νο του δια­βό­λου
η) Εί­ναι εφευ­ρέ­της κάθε πο­νη­ριάς
θ) Εί­ναι αί­τιος φι­λο­νι­κεί­ων και ύβρε­ων
ι) Εί­ναι σκεύ­ος αλα­ζο­νεί­ας
ια) Πλα­νιέ­ται σε όλα τα μο­νο­πά­τια της ζωής του και δεν ξέ­ρει ότι βα­δί­ζει μέσα στο σκο­τά­δι...


Ποτέ μην κά­νεις φι­λία με αι­ρε­τι­κούς. Να μην φας μαζί τους, να μην πιείς μαζί τους, να μην οδοι­πο­ρή­σεις μαζί τους. Μην μπεις στο σπί­τι τους, ούτε στη συ­νά­θροι­σή τους. Διό­τι όλα όσα έχουν, εί­ναι ακά­θαρ­τα, όπως λέει ο Από­στο­λος Παύ­λος, ότι δηλ. ''τί­πο­τε δεν έχουν κα­θα­ρό, αλλά έχει μο­λυν­θεί ο νους τους και η συ­νεί­δη­σή του­ς'' (Τί­τος 1,15).


Τους αι­ρε­τι­κούς ως βλά­σφη­μους και εχθρούς του Θεού, η Γρα­φή δεν τους ονό­μα­σε αν­θρώ­πους, αλλά σκύ­λους και λύ­κους και γου­ρού­νια και αν­τί­χρι­στους, όπως λέει ο Κύ­ριος: ''Μην δώ­σε­τε τα άγια στους σκύ­λου­ς'' (Ματθ. 7,6)


Όπως το θυ­μί­α­μα ευ­φραί­νει την αί­σθη­ση, έτσι και με την αγνό­τη­τα, ευ­φραί­νε­ται το Πνεύ­μα το Άγιο και κα­τοι­κεί στον άν­θρω­πο.


Ω αγνό­τη­τα, που σι­χαί­νε­σαι την τρυ­φή και τη σπα­τά­λη και την πε­ρι­ποί­η­ση του σώ­μα­τος και τον καλ­λω­πι­σμό των εν­δυ­μά­των! Ω αγνό­τη­τα, που σκλη­ρα­γω­γείς το σώμα και το με­τα­χει­ρί­ζε­σαι σαν δού­λο, και προ­σέ­χεις στα ου­ρά­νια! Ω αγνό­τη­τα, που κά­νεις χα­ρού­με­νη την καρ­διά εκεί­νου που σε έχει, και δί­νεις φτε­ρά στην ψυχή, για να πε­τά­ξει στα ου­ρά­νια! Ω αγνό­τη­τα, που γεν­νάς την πνευ­μα­τι­κή χαρά και φο­νεύ­εις την λύπη! Ω αγνό­τη­τα, που απο­στρέ­φε­σαι το κακό και προ­ση­λώ­νε­σαι στο καλό! Ω αγνό­τη­τα, που ελατ­τώ­νεις τα πάθη και καλ­λιερ­γείς την απά­θεια! Ω αγνό­τη­τα, που κα­τοι­κείς στις ψυ­χές των πρά­ων και τα­πει­νών και τους κά­νεις αν­θρώ­πους του Θεού! Ω αγνό­τη­τα, που αν­θί­ζεις σαν ρόδο ανά­με­σα στην ψυχή και στο σώμα, και γε­μί­ζεις όλο τον οίκο με ευω­δία! Ω αγνό­τη­τα, που εί­σαι πρό­δρο­μος και σύ­νοι­κος του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος! Ω αγνό­τη­τα, που εξι­λε­ώ­νεις το Θεό και απο­λαμ­βά­νεις την πραγ­μα­το­ποί­η­ση των υπο­σχέ­σε­ών του, και για αυτό σε ευ­γνω­μο­νούν όλοι οι άν­θρω­ποι! Αυ­τήν λοι­πόν ας αγα­πή­σου­με και εμείς με όλη μας την καρ­διά, για να κά­νου­με να χα­ρεί το Πνεύ­μα του Θεού, που κα­τοι­κεί μέσα μας.


Μα­κα­ρί­ζου­με τους Αγί­ους και επι­θυ­μού­με τα στε­φά­νια τους, αλλά δεν θέ­λου­με να μι­μη­θού­με τους αγώ­νες τους.


Τα λό­για του Θεού όταν με­λε­τών­ται, την μεν ψυχή τρέ­φουν και δια­φυ­λάτ­τουν, το δε σώμα φρου­ρούν και παι­δα­γω­γούν, τους δε δαί­μο­νες διώ­κουν και προ­ξε­νούν πολύ με­γά­λη γα­λή­νη στην ψυχή. Πριν από κάθε ανά­γνω­ση, προ­σευ­χή­σου και πα­ρα­κά­λε­σε θερ­μά τον Θεό, να σου απο­κα­λυ­φτεί. Η ανά­γνω­ση των Θεί­ων Γρα­φών, συμ­μα­ζεύ­ει το νου που πε­ρι­πλα­νιέ­ται και χα­ρί­ζει σαν δώρο, τη γνώ­ση για τον Θεό. Να προ­σκολ­λά­σαι στην ανά­γνω­ση των Θεί­ων Γρα­φών, για να σε δι­δά­ξουν, πως πρέ­πει να απο­φεύ­γεις τις πα­γί­δες του εχθρού και να κερ­δί­σεις την αιώ­νια ζωή.


Άλ­λοι καυ­χιών­ται για την συ­να­να­στρο­φή τους με με­γι­στά­νες, άρ­χον­τες και βα­σι­λιά­δες, εσύ όμως να καυ­χιέ­σαι επει­δή συ­να­να­στρέ­φε­σαι με τον Ου­ρά­νιο Βα­σι­λιά, όταν με­λε­τάς τις Θεί­ες Γρα­φές. Διό­τι εί­ναι το Άγιο Πνεύ­μα που μιλά δια των Γρα­φών.


Εκεί­νος που αγα­πά­ει το ψέμα, εί­ναι μα­θη­τής του Δια­βό­λου.


Ελε­ει­νός και τα­λαί­πω­ρος εί­ναι αυ­τός, που επι­μέ­νει σε κάθε ψέμα, διό­τι ο διά­βο­λος από την αρχή εί­ναι ψεύ­της. Ο ψεύ­της εί­ναι μι­ση­τός και από τον Θεό και από τους αν­θρώ­πους. Ο ψεύ­της εί­ναι άχρη­στος σε κάθε ερ­γα­σία και ακα­τάλ­λη­λος για κάθε απο­στο­λή. Ο ψεύ­της προ­κα­λεί θυ­μούς και φι­λο­νει­κί­ες, με ευ­χα­ρί­στη­ση πλη­ρο­φο­ρεί­ται τα μυ­στι­κά και με ευ­κο­λία τα απο­κα­λύ­πτει και πα­ρου­σιά­ζει τον εαυ­τόν του αθώο. Τί­πο­τε δεν λέει χω­ρίς όρκο και νο­μί­ζει, ότι πεί­θει με την πο­λυ­λο­γία του. Ο ψεύ­της εί­ναι εφευ­ρε­τι­κός και πα­νούρ­γος.


Η ψαλ­μω­δία εί­ναι γα­λή­νη της ψυ­χής και χο­ρη­γός της ει­ρή­νης. Η ψαλ­μω­δία εί­ναι σύν­δε­σμος της φι­λί­ας, εί­ναι προ­σέλ­κυ­ση της βο­ή­θειας των Αγ­γέ­λων, όπλο για τους νυ­χτε­ρι­νούς φό­βους. Η ψαλ­μω­δία εί­ναι το αλ­φά­βη­το για τους αρ­χά­ριους, η αύ­ξη­ση γι' αυ­τούς που προ­ο­δεύ­ουν, το στή­ριγ­μα γι' αυ­τούς που προ­χω­ρούν στην τε­λειό­τη­τα. Η ψαλ­μω­δία προ­ξε­νεί λύπη σύμ­φω­νη με το θέ­λη­μα του Θεού, για­τί βγά­ζει δά­κρυα ακό­μη και από πέ­τρι­νη καρ­διά. Η ψαλ­μω­δία εί­ναι το πνευ­μα­τι­κό θυ­μί­α­μα, εί­ναι ο φω­τι­σμός των ψυ­χών και ο αγια­σμός των σω­μά­των.


Όπως το αμό­νι, αν και χτυ­πιέ­ται συ­νε­χώς, δεν λυ­γί­ζει, ούτε επι­τρέ­πει να δη­μιουρ­γη­θούν στην επι­φά­νειά του βα­θου­λώ­μα­τα από σφυ­ριές, αλλά το ίδιο εί­ναι συ­νε­χώς λείο, έτσι και εκεί­νος που θέ­λει να εί­ναι Χρι­στια­νός, πρέ­πει να μέ­νει αλύ­γι­στος στις διά­φο­ρες θλί­ψεις και στους διά­φο­ρους εξω­τε­ρι­κούς πει­ρα­σμούς, δηλ. ή στος προ­σβο­λές, στους διωγ­μούς, τις κα­κί­ες των αν­θρώ­πων και όλα τα πα­ρό­μοια μ' αυτά, κα­θώς στους εσω­τε­ρι­κούς πει­ρα­σμούς, που προ­κα­λούν­ται από τα πνεύ­μα­τα της κα­κί­ας.


Εσείς που χο­ρεύ­ε­τε, σας χο­ρεύ­ει ο διά­βο­λος. Ντρα­πεί­τε και στα­μα­τεί­στε αυ­τήν την ει­δω­λο­λα­τρι­κή και άθεη μα­νία. Δεν εί­ναι γνώ­ρι­σμα των Χρι­στια­νών ο χο­ρός.


Μί­ση­σε φο­ρέ­μα­τα μα­λα­κά, μί­ση­σε βα­ψί­μα­τα όμορ­φα, μί­ση­σε ομορ­φιά και τα συ­νο­δεύ­ον­τα αυτά δαι­μο­νι­κά άσμα­τα, κι­θά­ρες και αυ­λούς, τους κρό­τους των χο­ρών και τις άτα­κτες φω­νές. Δεν γνω­ρί­ζεις, άθλιε, πως όλα τού­τα εί­ναι σπο­ρά του δια­βό­λου; Ποιά Γρα­φή επαι­νεί τους αυ­λί­ζον­τες, τους κι­θα­ρί­ζον­τες, τους γε­λών­τες, τους χο­ρεύ­ον­τες και τους αγα­πών­τες τον κό­σμο και όλα τα του κό­σμου;


Όπου υπάρ­χουν κι­θά­ρες και χο­ροί, εκεί υπάρ­χει σκο­τι­σμός αν­δρών και γυ­ναι­κών. Εκεί υπάρ­χει γιορ­τή του Δια­βό­λου...


Μην νο­μί­ζεις, ότι υπάρ­χουν ώρες του Θεού, κατά τις οποί­ες πρέ­πει να συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι σω­στά και ότι υπάρ­χουν ώρες του Δια­βό­λου, κατά τις οποί­ες πρέ­πει εσύ να ασω­τεύ­εις. Μη θε­ω­ρείς, ότι υπάρ­χει και­ρός ευ­σε­βεί­ας και και­ρός πα­ρα­νο­μί­ας. Τέ­τοια κά­νουν οι θε­α­τρί­νοι, διό­τι στις συ­να­να­στρο­φές τους εί­ναι ευ­γε­νι­κοί και στα θέ­α­τρα εί­ναι αι­σχροί γε­λω­το­ποιοί. Πρέ­πει πάν­τα η συμ­πε­ρι­φο­ρά μας να εί­ναι προ­σε­κτι­κή...


Αρχή του πέν­θους εί­ναι η αυ­το­γνω­σία. Το πέν­θος μας, ας μην εί­ναι αν­θρώ­πι­νο, ούτε ''προς το θε­α­θή­ναι τοις αν­θρώ­ποι­ς'' (Ματθ. 23,5), αλλά όπως το θέ­λει ο Θεός, που γνω­ρί­ζει τα από­κρυ­φα της καρ­διάς μας, για να μα­κα­ρι­στού­με απ' Αυ­τόν. Ας έχου­με λοι­πόν χα­ρού­με­νο το πρό­σω­πο, όταν συ­ναν­τά­με άλ­λους αν­θρώ­πους, ως προς το φρό­νη­μα όμως ας κλαί­με και ας πεν­θού­με. Για­τί το πέν­θος εί­ναι προ­ϋ­πό­θε­ση, αλλά και εξα­σφά­λι­ση της πνευ­μα­τι­κής ερ­γα­σί­ας. Το πέν­θος ξε­πλέ­νει την ψυχή με τα δά­κρυα και την απο­κα­θι­στά κα­θα­ρή. Το πέν­θος γεν­νά­ει τη σω­φρο­σύ­νη, ξε­ρι­ζώ­νει τις ηδο­νές, κα­τορ­θώ­νει τις αρε­τές. Και τι πε­ρισ­σό­τε­ρο να πω; Το πέν­θος από το Θεό μα­κα­ρί­ζε­ται (Ματθ. 5,4. Λουκ. 6,21) και από τους αγ­γέ­λους επαι­νεί­ται.


Αν αξιω­θείς να σου δο­θεί κά­ποιο χά­ρι­σμα μην υψη­λο­φρο­νείς, επει­δή ό,τι καλό έχεις, το πή­ρες από τον Κύ­ριο. Και δεν βα­δί­ζεις σύμ­φω­να με την εν­το­λή και το θέ­λη­μά Του και θα αφαι­ρέ­σει το χά­ρι­σμά Του από σένα και θα το χα­ρί­σει στον κα­λύ­τε­ρο. Και τότε θα μοιά­σεις με εκεί­νον που πιέ­ζει την πέν­να για να γρά­ψει, ενώ τε­λεί­ω­σε το με­λά­νι της...


πηγή: https://www.rimata-zois.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου