Παρασκευή 21 Αυγούστου 2020

Ψαλτηρίου Θησαύρισμα, Ψαλμός 13ος

Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.
1 (Μασ. 14) ΕΙΠΕΝ ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός. διεφθάρησαν καὶ ἐβδελύχθησαν ἐν ἐπιτηδεύμασιν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός.1 (Μασ. 14) Ο εσκοτισμένος από την αμαρτίαν μωρός και ασεβής άνθρωπος, είπεν από μέσα του, σύμφωνα με την επιθυμίαν της αμαρτωλής καρδίας του· “δεν υπάρχει Θεός”. Αυτός όμως και οι όμοιοί του διεφθάρησαν μέσα εις την αμαρτωλότητά των. Εγιναν μισητοί από τον Θεόν και από τους ευσεβείς ανθρώπους. Το κακόν διεδόθη τόσον πολύ, ώστε δεν υπάρχει κανείς, που να πράττη σήμερον το αγαθόν. Δεν υπάρχει ούτε ένας.
2 Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιὼν ἢ ἐκζητῶν τὸν Θεόν.2 Ο Κυριος έσκυψεν από το ύψος του ουρανού και έρριψε το βλέμμα του, δια να ίδη τους υιούς των ανθρώπων, δια να ίδη εάν υπάρχη κανείς μεταξύ αυτών, που να έχη επίγνωσιν Θεού η να επικαλήται με πίστιν τον Θεόν και προσπαθή να ευαρεστή εις αυτόν.
3 πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός [τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὑτῶν ἐδολιοῦσαν· ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν, ὧν τὸ στόμα ἀρᾶς καὶ πικρίας γέμει, ὀξεῖς οἱ πόδες αὐτῶν ἐκχέαι αἷμα, σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν, καὶ ὁδὸν εἰρήνης οὐκ ἔγνωσαν· οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν.].3 Αλλοίμονον! Ολοι εξετράπησαν από την ευθείαν οδόν. Εξηχρειώθησαν και διεφθάρησαν. Δεν υπάρχει κανείς, που να πράττη το αγαθόν. Δεν υπάρχει ούτε ένας. Ο λάρυγξ των, σαν ανοικτός τάφος, αναδίδει δυσώδεις αναθυμιάσεις. Με τας πονηράς των γλώσσας επινοούν και εκφράζουν δόλια ψεύδη και φαρμακεράς συκοφαντίας. Δηλητήριον φαρμακερών ασπίδων υπάρχει κάτω από τα χείλη των. Το στόμα των είναι γεμάτον από κατάρας εναντίον του Θεού και από δολιότητας και πικρίας εναντίον των ανθρώπων. Τα πόδια των τρέχουν με ταχύτητα, δια να χύσουν αίμα. Εις τους δρόμους της ζωής των και εις τας πράξεις των σπείρουν συντρίμματα και ταλαιπωρίας εναντίον αθώων. Εσωτερικήν ειρήνην και ειρηνικήν ζωήν με τους άλλους εξ αιτίας της αμαρτωλότητος των δεν εγνώρισαν. Δεν υπάρχει φόβος Θεού ενώπιόν των.
4 οὐχὶ γνώσονται πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν; οἱ ἐσθίοντες τὸν λαόν μου βρώσει ἄρτου τὸν Κύριον οὐκ ἐπεκαλέσαντο.4 Δεν θα βάλουν, λοιπόν, ποτέ γνώσιν και δεν θα συνετισθούν όλοι αυτοί, που εργάζονται την παρανομίαν; Οι πωρωμένοι αυτοί, που κατατρώγουν τον λαόν μου, με τόσην ασυνειδησίαν σαν να πρόκειται περί συνήθους άρτου; Δεν επεκαλέσθησαν ποτέ τον Κυριον. Δεν εγνώρισαν, τι είναι προσευχή.
5 ἐκεῖ ἐδειλίασαν φόβῳ, οὗ οὐκ ἦν φόβος, ὅτι ὁ Θεὸς ἐν γενεᾷ δικαίᾳ.5 Εκυριεύθησαν όμως από πανικόν και δειλίαν εκεί, όπου δεν υπήρχε τίποτε το φοβερόν. Και τούτο, διότι ο Κυριος μόνον εις την γενεάν των δικαίων ναι προστάτης και όχι στους αμαρτωλούς.
6 βουλὴν πτωχοῦ κατῃσχύνατε, ὁ δὲ Κύριος ἐλπὶς αὐτοῦ ἐστι.6 Εξευτελίζετε σεις και εμπαίζετε τας σκέψεις και τας αποφάσστου πτωχού, διότι στηρίζει τας ελπίδας του στον Κυριον.
7 τίς δώσει ἐκ Σιὼν τὸ σωτήριον τοῦ ᾿Ισραήλ; ἐν τῷ ἐπιστρέψαι Κύριον τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ ἀγαλλιάσεται ᾿Ιακὼβ καὶ εὐφρανθήσεται ᾿Ισραήλ.7 Ποιός, λοιπόν, θα έλθη από την Σιών, δια να δώση την σωτηρίαν στον ισραηλιτικόν λαόν; Θα δοθή εις αυτούς η σωτηρία, όταν ο Κυριος επαναφέρη τους ανθρώπους του λαού του από την αιχμαλωσίαν, θα σκιρτήσουν από αγαλλίασιν οι απόγονοι αυτοί του Ιακώβ. Θα ευφρανθούν αι καρδίαι των Ισραηλιτών.




Ερμηνεία από το βιβλίο ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΨΑΛΤΗΡΙΟΝ (Μετάφραση-Σύντομη Ἀνάλυση) Τόμος Α´ Ψαλμ. 1-50 Ὑπό Ἐπισκόπου Ἱερεμίου Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως

1. Ὁ ψαλμός μας μιλάει γιά ἕναν ἄθεο ἄνθρωπο, πού στήν καρδιά του πρῶτα, μυστικά, ἀλλά καί φανερά ἔπειτα, διακήρυξε ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός.«Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός» (στίχ. 1)!... Τό σύνθημα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ φαίνεται ὅτι ἐπηρέασε τήν κοινωνία, γιατί στήν συνέχεια ὁ ποιητής μας παρουσιάζει μία κοινωνία στά «κακά της χάλια»!... Ἔτσι εἶναι! Γιά ἕναν πού δέν ὑπάρχει Θεός ὅλα ἐπιτρέπονται! Καί οἱ ἀνηθικότητες καί οἱ φόνοι καί οἱ ἀπάτες, ὅλα ἐπιτρέπονται στήν ἄθεη κοινωνία. Γι᾽ αὐτό καί παρακάτω λέγει ὁ Ψαλμωδός μας περί τῶν πολιτῶν τῆς ἀθέου κοινωνίας: «Διεφθάρησαν καί ἐβδελύχθησαν ἐν ἐπιτηδεύμασιν· οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (στίχ. 1) Καί στήν συνέχεια λέγει ὁ Ψαλμωδός μας πιό χτυπητές ἐκφράσεις χαρακτηρίζοντας τούς ἀνθρώπους μιᾶς ἄθεης κοινωνίας. Λέγει δηλαδή γι᾽ αὐτούς ὅτι «ὅλοι τους παρεξέκλιναν», ὅλοι τους «ἐξαχρειώθηκαν» («ἅμα ἠχρειώθησαν»)· ὁ λάρυγγάς τους, γιά τά λόγια πού ἐκστομίζουν, εἶναι σάν «ἀνοικτός τάφος», πού βρωμάει («τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν»), τά χείλη τους στάζουν «δηλητήριο φαρμακερῶν ἀσπίδων» καί τά πόδια τους τρέχουν «ἐκχέαι αἷμα», νά διαπράξουν δηλαδή φόνους (στίχ. 3). Τό «οὐκ ἔστι Θεός» (στίχ. 1) φέρει τό «πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» καί τά ὑπόλοιπα θλιβερά καί ἀποτροπιαστικά, πού εἴπαμε παραπάνω (στίχ. 3).

2. Τήν διαπίστωση τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς τῶν ἀθέων κάνει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός. Ὅπως παλαιά, στόν καιρό τοῦ κατακλυσμοῦ καί στίς ἡμέρες τῆς πυργοποιΐας καί τῶν Σοδόμων καί Γομόρρων (βλ. Γεν. 6,5-12. 11,5. 18,21), ὁ Ἴδιος ὁ Θεός διεπίστωσε τήν κακία καί τήν διαφθορά τῶν ἀνθρώπων καί ἐπέφερε τήν καταστροφή τους, ἔτσι καί τώρα, ὁ Ἴδιος ὁ Θεός «ἔσκυψε ἀπό τόν οὐρανό», λέγει παραστατικά ὁ ψαλμός μας, γιά νά δεῖ σ᾽ αὐτή τήν κοινωνία «εἴ ἐστι συνιῶν ἤ ἐκζητῶν τόν Θεόν» (στίχ. 2). Ἀλλά ὁ Θεός, ἐκτός ἀπό τά ἁμαρτήματα τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀθέου κοινωνίας, γιά τά ὁποῖα μιλήσαμε πα-ραπάνω, διαπιστώνει καί ἄλλο σοβαρό ἁμάρτημά τους: Οἱ ἄνθρωποι εἶναι «δημοβόροι», ὅπως λέγει κάπου ὁ Ὅμηρος. Κατατρώγουν τόν λαό μέ τόση ἀναισθησία μέ ὅση τρῶνε τό ψωμί τους!: «Οἱ ἐσθίοντες τόν λαόν μου – λέγει ὁ Θεός – ἐν βρώσει ἄρτου» (στίχ. 4). Εἶναι τό ἴδιο μέ αὐτό πού λέγει ὁ Θεός ἀλλοῦ πρός τούς ἄρχοντες: «Φέρεστε στό λαό μου σάν νά ἦταν ζῶα, πού πᾶνε γιά σφαγή. Τούς γδέρνετε καί παίρνετε τό δέρμα τους καί ξεκολλᾶτε σάρκες τους ἀπό τά κόκκαλά τους. Τρέφεστε μέ τίς σάρκες τοῦ λαοῦ μου, τούς κάνετε κομμάτια σάν νά ἦταν κρέας γιά τήν χύτρα. Μέ αὐτόν τόν τρόπο κακομεταχειρίζεστε τόν λαό μου» (Μιχ. 3,2-3)!...
Ἡ κοινωνία λοιπόν τῶν ἀνθρώπων, πού διαμορφώθηκε μέ τό σύνθημα «οὐκ ἔστι Θεός» παρουσιάζει μεγάλη ἀθλιότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων· ἀλλά οἱ ἄρχοντές τους, μαζί μέ τά ἄλλα, εἶναι καί καταπιεστές τῶν πτωχῶν καί τῶν ἀδυνάτων. Καταπατοῦν κάθε ἐπιθυμία τους. «Βουλήν πτωχοῦ κατῃσχύνατε», λέγει ὁ Θεός σ᾽ αὐτούς. Ὁ πτωχός ὅμως καί ὁ ἀνίσχυρος, τόν ὁποῖον ἀδικοῦν αὐτοί οἱ ἄθεοι ἐξουσιαστές ἔχει ἐλπίδα του τόν Θεό. «Κύριος ἐλπίς αὐτοῦ ἐστι», λέγει ὁ Ψαλμός μας γιά τόν πτωχό (στίχ. 6). Ὁ Κύριος εἶναι «ἐν γενεᾷ δικαίων» (στίχ. 5) τήν ὁποίαν ὅμως καταφρονοῦν οἱ ἄθεοι.

3. Δέν μπορεῖ νά ζήσει ὁ ἄνθρωπος χωρίς τόν Θεό, γιατί εἶναι πλασμένος γι᾽ Αὐτόν. Καί ἐπειδή οἱ ἄθεοι ἀπέβαλαν τόν πραγματικό Θεό ἀπό τήν ψυχή τους καί τήν ζωή τους, κατ᾽ ἀνάγκην θά ἔχουν γιά θεό καί θεούς ἄλλα δικά τους κατασκευάσματα, δεισιδαιμονίες καί ἀνύπαρκτα φαντάσματα. Αὐτά ὅμως δέν θά τούς δίνουν χαρά καί ἀνάπαυση στήν ζωή, ἀλλά θά τούς φέρουν φόβο καί ταραχή. Γι᾽ αὐτό καί λέγει παρακάτω ὁ ψαλμός μας περί ἀθέων ὅτι «ἐκεῖ ἐδειλίασαν φόβον, οὗ οὐκ ἦν φόβος» (στίχ. 5)! Ὅλη ἡ ταλαιπωρία καί ἡ ἀθλιότητα τῶν ἀθέων ἑρμηνεύεται, ὅπως λέγει ὁ ψαλμωδός μας, ἀπό τό ὅτι αὐτοί ἀποκόπηκαν ἀπό τόν Θεό καί δέν προσεύχονται σ᾽ Αὐτόν: «Τόν Κύριον οὐκ ἐπεκαλέσαντο» (στίχ 4β)· δέν ἔχουν τό γλυκό καί προστατευτικό αἴσθημα τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ: «Οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν» (στίχ. 3β).

4. Ὁ ψαλμωδός μας στρέφει τέλος τά βλέμματά του στόν εὐλογημένο λαό τοῦ Θεοῦ, στά τέκνα τῆς Σιών, σ᾽ αὐτούς πού πάσχουν ἀπό τήν κακία καί τήν καταδυνάστευση τῶν κακῶν ἐξουσιαστῶν. Γι᾽ αὐτό καί τελειώνει τόν ψαλμό του μέ προσευχή ὑπέρ αὐτῶν· ὑπέρ ἀπαλλαγῆς τους ἀπό τά δεινά καί ἀπελευθέρωσής τους ἀπό τήν αἰχμαλωσία καί ἐπιστροφῆς τους στήν γλυκειά πατρίδα τους.


 Από το βιβλίο “Η Παλαιά Διαθήκη”- Κείμενον - Σύντομος ερμηνεία -Εκτενείς σχολιασμοί-Πατερικαί γνώμαι - Πρακτικά διδάγματα.
Τόμος Ι’- Ψαλμοί
υπό Π.Ν.Τρεμπέλα

 ΨΑΛΜΟΣ ΙΓ΄ (ΙΔ‘). 13.(σελ. 60-62)
Εἰς τὸ τέλος: ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.




  Ἔν τῷ ψαλμῷ τούτῳ περιγράφεται ἡ βαθεῖα καὶ γενικὴ διαφθορὰ τοῦ κόσμου, ὀφειλομένη εἰς τὴν ἄρνησιν καὶ τὴν ἐν τῇ πράξει πλήρη ἐπιλησμοσύνην τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ. Ὁμιλῶν δὲ ὁ ψαλμῳδὸς καὶ περὶ τῶν σκληρῶν καταπιέσεων καὶ ἀδικιῶν,αἵτινες ὑπὸ τῶν ἀρνη- σιθέων τούτων ἐπήχθησαν κατὰ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἐκφράζει ἐν τέλει τὴν βεβαίαν ἐλπίδα, ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν καὶ σωτηρίαν τοῦ Ἰσραὴλ καὶ θὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὸν τὴν εἰρήνην καὶ τὴν εὐτυχίαν. Ὃ ψαλμὸς ἔχει ἱστορικὴν τὴν βάσιν καὶ πιθανῶς ἐγράφη κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ἀποστασίας τοῦ ᾿Αβεσσαλώμ. ᾿Αναγωγικῶς ἐν τούτοις θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ Μεσσίου σωτηρίας.Ὁ θεῖος Παῦλος παραθέτων ἐκ τοῦ ψαλμοῦ τούτου ἐν Ρωμ. γ΄ 10 καὶ ἑξῆς ἀποδεικνύει δι᾽ αὐτοῦ γραφικῶς, ὅτι ᾿Ιουδαῖοι καὶ ἐθνι- κοὶ διετέλουν ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν,ἐντεῦθεν δὲ ἡ κατάπτωσις καὶ ἡ διαφθορὰ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἦτο καθολική.Τίς ἄλλος ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ τὸ σωτήριον εἰς τὸν Ἰσραὴλ παρὰ μόνος ὁ Χριστός; Οὐδὲν λοιπὸν τὸ παράδοξον, ἐὰν ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος εἰσηγήθη, ὅτι ἐν τῷ ψαλμῷ τούτῳ προφητεύονται τὰ ἐπὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ γενόμενα. 

Ἔν τῷ ψαλμῷ θὰ διεκρίνομεν τρεῖς στροφάς. Εἰς τὴν πρώτην (στίχ. 1-3) περιγράφεται ἡ ἐκ τῆς ἀρνήσεως τοῦ Θεοῦ ἐπακολουθήσασα ἠθικὴ διαφθορὰ τοῦ κόσμου,ἥτις εἶναι τοσοῦτον καθολική,ὥστε ὁ Θεὸς δὲν εὑρίσκει ἐν αὐτῷ κανἕνα πράττοντα τὸ ἀγαθόν,διότι ὅλοι ἔχουν παραδοθῆ εἰς τὸ ψεῦδος καὶ τὴν συκοφαντίαν, καθὼς καὶ εἰς δολιότητας καὶ φόνους. Εἰς τὴν δευτέραν (στίχ.4-6) ἐκτίθεται, πῶς οἱ διὰ τυραννικῆς καὶ ἀσυνειδήτου συμπεριφορᾶς καταπιέζοντες τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου κατελήφθησαν ὑπὸ δεισιδαίμονος φόβου καὶ καταπτοήσεως, διότι ὁ Θεὸς δὲν ἦτο μετ’ αὐτῶν. Καὶ εἰς τὴν τρίτην (στίχ. 7) διατυποῦται ἡ εὐχή, ὅπως ὁ Κύριος ἐλευθερώσῃ τὸν Ἰσραήλ, τοῦθ’ ὅπερ θὰ σκορπίσῃ εἰς αὐτὸν ἀνέκφραστον χαράν. 



᾿Αλληγορικὴ ἑρμηνεία.᾿Αλληγορικῶς ὡς ἄφρων δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὁ ἀρνηθεὶς τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ δῆμος τῶν Ιουδαίων, ὁ μὴ κατανοήσας τὰς εἰς αὐτὸν παραδεδομένας προφητείας.Τὸ ἡμιστίχιον δὲ «Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν» ἀνήχθη ὑπὸ τῶν εἰσηγητῶν τῆς ἀλληγορικῆς ἑρμηνείας εἰς τὴν ἐξ οὐρανοῦ κατάβασιν καὶ ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου. Βουλὴν δὲ πτωχοῦ ἐξεδέχθησαν τὴν ὑπὸ τὸ φῶς τῆς νέας πίστεως μεταβολὴν τῶν φρονημάτων τῶν ἐθνικῶν καὶ τὴν πίστιν αὐτῶν εἰς τὸν Σωτῆρα, τὰ ὁποῖα κατεφρόνησαν καὶ ἐχλεύασαν οἱ ἐμμείναντες ἐν τῇ ἀπιστίᾳ Ἰουδαῖοι. Τὸ δὲ «ἀγαλλιάσεται Ἰακώβ...» ἐθεώρησαν, ὅτι ἐπληρώθη διὰ τῆς ἀγαλλιάσεως καὶ χαρᾶς, τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασαν οἱ πατριάρχαι καὶ οἱ δίκαιοι ἀπόγονοι αὐτῶν βλέποντες ἀπὸ τοῦ ἄλλου κόσμου τὴν πλήρωση καὶ ἐπαλήθευση τῶν περὶ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ προφητειῶν. 



Ἠθικὴ ἐφαρμογή. Οἱονδήποτε εἶδος παραφροσύνης καὶ παραλογισμοῦ δὲν μᾶς δημιουργεῖ τόσην δυστυχίαν καὶ ἀθλιότητα, ὅσην ἡ ἀφροσύνη, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ καταντήσωμεν, ἐὰν ἀρνηθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Δὲν θὰ στερηθῶμεν μόνον τῆς παρηγορίας του καὶ τῶν πλουσίων πνευματικῶν δωρεῶν,αἱ ὁποῖαι ἐκχύνονται εἰς τὰς ψυχάς μας ἐκ τῆς μετ’ αὐτοῦ ἐπικοινωνίας. ᾿Αλλ’ ὑπάρχει καὶ ὁ ἄμεσος κίνδυνος νὰ ἐξαχρειωθῶμεν, καὶ ἀπὸ ἀθεόφοβοι νὰ γίνωμεν ἀσυνείδητοι, μὲ γλῶσσαν γεμάτην δηλητήριον, μὲ στόμα δυσῶδες καὶ βρωμερὸν ὡς ὁ ἐγκλείων πρόσφατον νεκρὸν τάφος, μὲ διαθέσεις φονικάς. Μανιακὸς ἐπικίνδυνος, ὅστις εἰς τὴν παραφορὰν τῆς κρίσεώς του δὲν διστάζει καὶ τὰ προσφιλέστερά του πρόσωπα νὰ κατασφάξῃ, κινεῖ τὴν συμπάθειαν καὶ τὸν οἶκτον. Ὁ ἐξαχρειωθεὶς ὅμως ἀρνησίθεος; Καθί- σταται ἀπεχθής, μισητὸς καὶ σιχαμένος μεταξὺ τῶν γνωρίμων καὶ συγγενῶν του, ἐβδελυγ- μένος δὲ καὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὦ Κύριε! γλύτωσέ μας ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτήν, φύλαξε δὲ ἀπὸ τὸ τοιοῦτον κατάντημα ὄχι μόνον τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους μᾶς, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ὅμοια πρὸς ἡμᾶς πλάσματά σου. 

᾿Αλλὰ πρωτίστως,Κύριε, πρέπει νὰ φυλάξῃς τὰς καρδίας μας ἁγνάς. Ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ εἶπεν ὁ ἄφρων: Οὐκ ἔστι Θεός.᾿Απ' ἐκεῖ ἀναδίδεται τὸ πρῶτον μόλυσμα. Γίνεται πρῶτον ἡ καρδία ἀκάθαρτος καὶ κατόπιν σκοτίζεται ὁ νοῦς. Μᾶς τὸ εἶπες,Κύριε: Πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς. Ποῖος ἄλλος Θὰ ἀφυπνίζῃ τὴν συνεΐδησίν μας, ὥστε νὰ παρεμποδίζῃ αὕτη τὴν ἁμαρτίαν ἀπὸ τοῦ νὰ χρονίζῃ εἰς τὸ ἐσωτερικόν μας; Καὶ ποῖος Θὰ λευκαίνῃ ὡς χιόνα τὴν καρδίαν μας καὶ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας; Μόνον σύ, ποὺ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν τὰ ἐρευνᾷς καὶ τὰ διακρίνεις ἀσυγκρίτως καλύτερον παρ΄ὅσον ἡμεῖς. 

Ζητεῖ ὁ ταλαίπωρος καὶ ἀνόητος ἄνθρωπος νὰ ἀποσείσῃ τὸν ζυγὸν καὶ τὸν φόβον τοῦ Κυρίου, ἀρνούμενος ἐξ ὁλοκλήρου,ὅτι ὑπάρχει Θεός. Φεῦ! Χάνει κάθε στήριγμα καὶ ὁμοιάζει πρὸς τὸν παράφρονα, ὁ ὅποῖος πηδᾷ εἰς τὸ κενόν. Δὲν ἔχει τὸν Θεὸν πλησίον του, ὁδηγὸν καὶ στήριγμά του, καὶ πολὺ γρήγορα καταπτοεῖται καὶ τρέμει ἐκεῖ, ὅπου οὐδεὶς ὑπάρχει φόβος. Ὦ Κύριε" στήριξέ μας εἰς τὸν φόβον σου, διότι εἷς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σὲ ἠρνήθησαν καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν σὲ φοβοῦνται,πολὺ γρήγορα Θὰ ἔλθουν στιγμαΐ,κατὰ τὰς ὁποίας ἡ κίνησις ἑνὸς φύλλου θὰ τοὺς καταπτοῇ καὶ τὰ φαντάσματα τῆς σκιᾶς των Θὰ τοὺς κατατρομάζουν. 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου