Κυριακή 24 Μαρτίου 2024

ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ [:Ἑβρ. 2,11-18] ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ



ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ [:Ἑβρ. 2,11-18]

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

«Ὃ τε γὰρ ἁγιάζων(:Καθόσον ὑπάρχει στενὸς σύνδεσμος μεταξὺ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς σωτηρίας καὶ ἐκείνων ποὺ σώζονται μέσῳ Αὐτοῦ· διότι καὶ ὁ Ἰησοῦς ποὺ μᾶς ἁγιάζει καὶ μᾶς σώζει)», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες. δι᾿ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν (:καὶ ἐμεῖς ποὺ ἁγιαζόμαστε καὶ σωζόμαστε, ὅλοι καταγόμαστε ἀπὸ ἕναν Πατέρα. Γι᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν αἰτία καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ντρέπεται νὰ ὀνομάζει αὐτούς, ποὺ καλεῖ σὲ σωτηρία, ἀδελφούς Του)». Νὰ πάλι πῶς ἑνώνει τιμῶντας αὐτοὺς καὶ παρηγορῶντας καὶ κάνοντάς τους ἀδελφοὺς Τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μὲ αὐτό, μέ τὸ ὅτι κατάγονται ὅλοι ἀπὸ τὸν ἴδιο Πατέρα. Στὴ συνέχεια πάλι βεβαιώνοντας αὐτὸ καὶ γιὰ νὰ δείξει, ὅτι ἐννοεῖ τὴν κατὰ σάρκα ἕνωση, πρόσθεσε τὸ «ὅ τε γὰρ ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι (:Ἐκεῖνος ποὺ ἁγιάζει καὶ αὐτοὶ ποὺ ἁγιάζονται)». Βλέπεις πόση εἶναι ἡ διαφορά; Γιατί Ἐκεῖνος ἁγιάζει καὶ ἐμεῖς ἁγιαζόμαστε. Καὶ παραπάνω ὀνόμασε τὸν Ἰησοῦ Ἀρχηγὸ τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Γιατί ἕνας εἶναι ὁ Θεός, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέρχονται τὰ πάντα.

«Δι᾿ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν (:Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν δὲν ντρέπεται νὰ τοὺς ὀνομάζει ἀδελφούς)». Βλέπεις πάλι πῶς δείχνει τὴν ὑπεροχή; Γιατί μὲ τὸ νὰ πεῖ «δὲν ντρέπεται», δείχνει ὅτι τὸ πᾶν δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴ φύση τοῦ πράγματος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ φιλοστοργία Ἐκείνου ποὺ δὲν ντρέπεται καὶ τὴν πολλή Του ταπεινοφροσύνη. Ἄν καὶ ὅλοι δηλαδὴ καταγόμαστε ἀπὸ ἕναν Πατέρα, Αὐτὸς ὅμως ἁγιάζει καὶ ἐμεῖς ἁγιαζόμαστε. Εἶναι μεγάλη ἡ διαφορά· Αὐτὸς προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ὡς Υἱὸς γνήσιος, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν οὐσία Του· ἐμεῖς ὅμως ὡς κτίσμα, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ ἀνυπαρξία. Ἑπομένως εἶναι μεγάλη ἡ διαφορά. Γι᾿ αὐτό, λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν, λέγων· ἀπαγγελῶ τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου (:Δὲν ντρέπεται νὰ τοὺς ὀνομάζει ἀδελφούς Του λέγοντας: ''Θὰ διακηρύξω καὶ θὰ ὁμολογήσω τὸ ὄνομά σου στοὺς ἀδελφοὺς μου'')»[Ἐβρ.2,12-13·πρβλ.ψάλμ.21,23: «Διηγήσομαι τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε».]. Γιατί, ὅταν ντύθηκε τὴ σάρκα, ντύθηκε ἑπομένως καὶ τὴν ἀδελφικὴ ἰδιότητα πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ συνεισῆλθε μαζὶ μὲ τὴ σάρκα καὶ ἡ ἀδελφικὴ σχέση.

Καὶ αὐτὸ βέβαια εὔλογα τὸ λέγει, ὅμως τὸ «Ἐγὼ ἔσομαι πεποιθὼς ἐπ᾿ αὐτῷ (:Ἐγὼ ὁ Μεσσίας ὡς ἄνθρωπος θὰ στηρίξω τὴν ἐμπιστοσύνη μου πάνω σὲ Αὐτόν, τὸν Θεὸ καὶ Πατέρα)», τί τὸ θέλει; Καὶ τὸ ἑπόμενο εὔλογα τὸ εἶπε· «Ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία ἅ μοὶ ἔδωκεν ὁ Θεός (:Ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός)»[πρβλ. Ἠσ.8,18]. Ὅπως δηλαδὴ ἐδῶ δείχνει τὸν ἑαυτὸ Τοῦ Πατέρα, ἔτσι ἐκεῖ τὸν δείχνει ἀδελφό· «Θὰ διακηρύξω καὶ θὰ ὁμολογήσω», λέγει ὁ Ἰησοῦς, «τὸ ὄνομά σου στοὺς ἀδελφούς μου».

Καὶ πάλι δείχνει τὴν ὑπεροχὴ καὶ τὴ μεγάλη διαφορὰ μὲ τὰ ἑπόμενα ποὺ λέγει: «Ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία». «Ἐπειδὴ λοιπὸν τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ», λέγει, «κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος(:εἶναι ἄνθρωποι καὶ ἔχουν συμμετάσχει ὅλα στὴν ἀσθενικὴ καὶ φθαρτὴ ἀνθρώπινη φύση)»[Ἔβρ.2,14]. Βλέπεις ὅτι ἐννοεῖ τὴν ὁμοιότητα; Ὡς πρὸς τὴ σάρκα. «Καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν (:γι᾿ αὐτὸ καὶ αὐτὸς παρόμοια μετέσχε στὴν ἴδια ἀνθρώπινη φύση καὶ ἀληθινὰ ἔγινε ἄνθρωπος)». Ἄς ντρέπονται ὅλοι οἱ αἱρετικοί, ἂς κρυφτοῦν ὅσοι λέγουν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦρθε φαινομενικὰ καὶ ὄχι πραγματικά. Γιατί δὲν εἶπε μόνο ὅτι πῆρε τὰ ἴδια καὶ ὕστερα σιώπησε (ἂν καὶ βέβαια κι αὐτὸ νὰ ἔλεγε θὰ ἦταν ἀρκετό), ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος φανέρωσε κάποιο ἄλλο μεγαλύτερο, προσθέτοντας τὸ «παραπλησίως(:παρόμοια)». «Οὔτε φανταστικὰ οὔτε εἰκονικά», λέγει, «ἀλλὰ πραγματικά»· γιατί τὸ «παραπλησίως» δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτηση.

Στὴ συνέχεια δείχνει τὴν ἀδελφικὴ σχέση καὶ ἀναφέρει τὴν αἰτία τῆς οἰκονομίας τοῦ πράγματος· «ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦ τ᾿ ἔστι τὸν διάβολον»: «Γιὰ νὰ καταστήσει», λέγει, «μὲ τὸν θάνατό Του ἀνίσχυρο ἐκεῖνον ποὺ εἶχε τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, δηλαδὴ τὸν διάβολο». Ἐδῶ δείχνει κάτι ποὺ εἶναι ἄξιο θαυμασμοῦ, ὅτι δηλαδὴ μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἐξουσίαζε ὁ διάβολος, μὲ ἐκεῖνο ἡττήθηκε, καὶ ὅτι μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἦταν ἰσχυρὸ ὅπλο του ἐναντίον τῆς οἰκουμένης, ὁ θάνατος, μὲ αὐτὸ τὸν ἔπληξε ὁ Χριστός· ἀκόμη φανερώνει καὶ τὴ μεγάλη δύναμη τοῦ νικητῆ. Βλέπεις πόσο καλὸ προξένησε ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ;

«Καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους(:καὶ ἔτσι νὰ ἀπαλλάξει αὐτούς)», λέγει, «ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας(: οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ φοβοῦνταν τὸν θάνατο, σὲ ὁλόκληρη τὴ ζωή τους, κατακρατοῦνταν ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἀνησυχίας καὶ τῆς ἀγωνίας μήπως πεθάνουν καὶ στερηθοῦν τὴ ζωὴ αὐτήν, καὶ ὑποστοῦν ἔπειτα καὶ τὰ δεινὰ τῆς καταδίκης μετὰ τὸν θάνατο)»[Ἔβρ.2,15]. «Γιὰ ποιόν λόγο τρομάζετε», λέγει, «γιατί φοβᾶστε αὐτὸν ποὺ καταργήθηκε; Δὲν εἶναι πιὰ φοβερός, ἀλλὰ καταπατήθηκε, ἐξευτελίστηκε, εἶναι ἀσήμαντος καὶ τιποτένιος». Τί ὅμως σημαίνει τὸ «ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας (:ὅσοι ἀπὸ φόβο τοῦ θανάτου ἦταν ὑποδουλωμένοι σὲ ὅλη τους τὴ ζωή)»; Τί ἐννοεῖ μὲ αὐτό; Ὅτι ὅποιος φοβᾷται τὸν θάνατο, εἶναι δοῦλος καὶ δέχεται τὰ πάντα γιὰ νὰ μὴν πεθάνει· ἢ τὸ ἄλλο ἐννοεῖ, ὅτι δηλαδὴ ὅλοι ἦταν δοῦλοι τοῦ θανάτου καὶ ἐξουσιάζονταν ἀπ᾿ αὐτὸν ποὺ δὲν εἶχε ἀκόμη καταλυθεῖ· ἢ ἂν δὲν εἶναι αὐτό, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν διαρκῶς μὲ φόβο. Γιατί, περιμένοντας πάντοτε ὅτι θὰ πεθάνουν καὶ φοβούμενοι τὸν θάνατο, δὲν μποροῦσαν νὰ γνωρίσουν καμία εὐχαρίστηση, ἐπειδὴ εἶχαν το φόβο αὐτόν. Γιατί αὐτὸ ὑπαινίχθηκε, λέγοντας, «σὲ ὅλη τους τὴ ζωή».

Ἐδῶ δείχνει ὅτι ταλαιπωροῦνται, ὅσοι πιέζονται, ὅσοι διώκονται, ἐνῶ ὅσοι δὲν ἔχουν πατρίδα καὶ περιουσία καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, ζοῦν πιὸ εὐχάριστα καὶ πιὸ ἐλεύθερα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ παλαιότερα ζοῦσαν μὲ ἀπολαύσεις, ποὺ δὲν ἔπαθαν τίποτε τέτοιο, ποὺ εὐημεροῦσαν. Γιατί ἐκεῖνοι, περνῶντας ὅλη τους τὴ ζωὴ κάτω ἀπὸ αὐτὸν τὸν φόβο, ἦταν καὶ δοῦλοι, ἐνῶ αὐτοὶ εἶναι ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ τὸν φόβο αὐτὸν καὶ περιφρονοῦν ἐκεῖνο ποὺ ἔτρεμαν ἐκεῖνοι. Ὅπως κάποιος δηλαδὴ ποὺ ἐνθαρρύνει μὲ πολλὴ εὐγένεια τὸν φυλακισμένο ποὺ πρόκειται νὰ θανατωθεῖ καὶ τὸ περιμένει πάντοτε αὐτό, κάτι τέτοιο ἦταν τὴν παλιὰ ἐποχὴ ὁ θάνατος. Τώρα ὅμως ἔγινε τὸ ἴδιο, ὅπως ἂν κάποιος, διώχνοντας αὐτὸν τὸν φόβο, τὸν προέτρεπε μὲ εὐγένεια νὰ ἀγωνίζεται, καὶ ὁρίζοντας καὶ τὸν ἀγῶνα, ὑποσχόταν νὰ τὸν ὁδηγήσει ὄχι στὸν θάνατο, ἀλλὰ στὴ βασιλεία.

Ἀπὸ ποιούς λοιπὸν θὰ ἤθελες νὰ εἶσαι; Ἀπὸ τοὺς φυλακισμένους ποὺ ἐνθαρρύνονται καὶ καθημερινὰ περιμένουν τὴν ἀπόφαση, ἢ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἀγωνίζονται πολὺ καὶ κουράζονται μὲ τὴ θέλησή τους γιὰ νὰ φορέσουν τὸ διάδημα τῆς βασιλείας; Βλέπεις πῶς ἐνθάρρυνε τὴν ψυχή τους καὶ τοὺς ἀνέβασε ψηλά; Καὶ δείχνει ὅτι ὄχι μόνο ὁ θάνατος ἔχει καταλυθεῖ, ἀλλὰ ὅτι μὲ αὐτὸν ἔχει καταργηθεῖ καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἐπιχειροῦσε καὶ κάνει πάντοτε τὸν ἄσπονδο πόλεμο ἐναντίον μας, δηλαδὴ ὁ διάβολος. Γιατί ἐκεῖνος ποὺ δὲ φοβᾷται τὸν θάνατο εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν τυραννικὴ ἐξουσία τοῦ διαβόλου.

Ἄν κάποιος δηλαδὴ γιὰ νὰ σώσει τὸ δέρμα του θὰ ἔδινε ἄλλο δέρμα καὶ γιὰ νὰ σώσει τὴ ζωή του θὰ ἔδινε τὰ πάντα [Ἰὼβ 2,4: «Ὑπολαβὼν δὲ ὁ διάβολος εἶπε τῷ Κυρίῳ· δέρμα ὑπὲρ δέρματος· καὶ πάντα, ὅσα ὑπάρχει ἀνθρώπῳ, ὑπὲρ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ἐκτίσει(: Ὁ διάβολος παίρνοντας τὸν λόγο εἶπε πρὸς τὸν Κύριο• "γιὰ νὰ σώσει κανεὶς τὸ δέρμα του, εὐχαρίστως δίνει ἄλλο δέρμα. Ὅλα ὅσα ἔχει ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ τὰ θυσιάσει, ἀρκεῖ νὰ διατηρήσει ἔτσι τὴν ζωή του)», ὅταν κανεὶς ἀποφασίζει νὰ περιφρονήσει ἀκόμη καὶ τὴ ζωή του, τίνος θὰ εἶναι στὴ συνέχεια δοῦλος; Κανέναν δὲν φοβᾷται, κανέναν δὲν τρέμει· ἀπὸ ὅλους εἶναι ἀνώτερος καὶ ἀπὸ ὅλους περισσότερο ἐλεύθερος. Γιατί, ἐκεῖνος ποὺ περιφρονεῖ τὴ ζωή του, πολὺ περισσότερο θὰ περιφρονήσει τὰ ἄλλα. Ὅταν ὁ διάβολος βρεῖ μιὰ τέτοια ψυχή, τίποτε ἀπὸ τὰ δικά του δὲν θὰ μπορέσει νὰ κάνει σὲ αὐτήν. Τί δηλαδή, πές μου, θὰ τὴ φοβερίσει μὲ ἀπώλεια χρημάτων καὶ ἀτίμωση καὶ ἐξορία ἀπὸ τὴν πατρίδα;

Αὐτὰ ὅμως εἶναι ἀσήμαντα γι᾿ αὐτὸν ποὺ δὲν θεωρεῖ τὴ ζωή του πολύτιμη, σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο[Πράξ. 20,24: «Ἀλλ᾿ οὐδενὸς λόγον ποιοῦμαι οὐδὲ ἔχω τὴν ψυχήν μου τιμίαν ἐμαυτῷ, ὡς τελειῶσαι τὸν δρόμον μου μετὰ χαρᾶς καὶ τὴν διακονίαν ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, διαμαρτύρασθαι τὸ εὐαγγέλιον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ(:ἐγὼ ὅμως τίποτε ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν λογαριάζω, οὔτε θεωρῶ τὴ ζωή μου πολύτιμη γιὰ μένα, ὅσο θεωρῶ σπουδαῖο καὶ πολύτιμο νὰ τελειώσω μὲ ἀνάπαυση συνειδήσεως καὶ χαρά το δρόμο τῆς ἀποστολῆς μου καὶ νὰ ὁλοκληρώσω τὴ διακονία ποὺ μοῦ ἀνέθεσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς: νὰ δίνω δηλαδὴ τὴ μαρτυρία μου γιὰ τὸ εὐαγγέλιο, τὸ ὁποῖο γνωστοποιεῖ στοὺς ἀνθρώπους τὴ χάρη ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεός)»].

Βλέπεις ὅτι ἀπομάκρυνε τὴν τυραννία τοῦ θανάτου καὶ συγχρόνως διέλυσε τὴ δύναμη τοῦ διαβόλου; Γιατί ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει νὰ φιλοσοφεῖ πολὺ γιὰ τὴν ἀνάσταση, πῶς θὰ φοβᾷται τὸν θάνατο καὶ πῶς θὰ τρομάζει στὴ συνέχεια; Μὴ στενοχωριέστε, λοιπόν, λέγοντας «γιὰ ποιό λόγο τὰ πάθαμε αὐτὰ καὶ ἐκεῖνα;» , γιατί ἔτσι ἡ νίκη γίνεται λαμπρότερη. Δὲν θὰ ἦταν ὅμως λαμπρὴ ἂν δὲν κατέλυε τὸν θάνατο μὲ θάνατο. Καὶ τὸ θαυμαστὸ εἶναι τοῦτο, ὅτι τὸν νίκησε μὲ αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα ἦταν δυνατὸς αὐτός, δείχνοντας παντοῦ τὴν ἐφευρετικότητα καὶ τὴν ἐπινοητικότητά Του. Ἄς μὴν ἀρνηθοῦμε λοιπὸν τὴ δωρεὰ ποὺ μᾶς δόθηκε. «Οὐ γὰρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεὸς (:γιατί δὲν λάβαμε ἀπὸ τὸν Θεό)», λέγει, «πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ(: πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ πνεῦμα δύναμης καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ)»[Β΄τίμ.1,7]. Ἄς σταθοῦμε λοιπὸν γενναία, περιφρονῶντας τὸν θάνατο.

____________________________________

ΟΜΙΛΙΑ Ε΄(ἐπιλεγμένο ἀπόσπασμα)

«Οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλων ἐπιλαμβάνεται, ἀλλὰ σπέρματος Ἀβραὰμ ἐπιλαμβάνεται. ὅθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι(:ἦταν λοιπὸν ἀναγκαῖο νὰ γίνει ὁ Υἱὸς καὶ ἄνθρωπος· διότι ἀναμφίβολα δὲν ἔρχεται νὰ βοηθήσει ἀγγέλους, ὁπότε δὲν θὰ ἦταν ἀνάγκη νὰ φορέσει σάρκα, ἀφοῦ οἱ ἄγγελοι εἶναι ἄσαρκοι· ἀλλὰ ἔρχεται νὰ βοηθήσει τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀβραάμ)»[Ἔβρ.2,16].

Θέλοντας ὁ Παῦλος νὰ δείξει τὴ μεγάλη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχε γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀφοῦ εἶπε: «Ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν(:Ἐπειδὴ λοιπὸν τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄνθρωποι καὶ ἔχουν συμμετάσχει ὅλα στὴν ἀσθενικὴ καὶ φθαρτὴ ἀνθρώπινη φύση, γι᾿ αὐτὸ καὶ αὐτὸς παρόμοια μετέσχε στὴν ἴδια ἀνθρώπινη φύση καὶ ἀληθινὰ ἔγινε ἄνθρωπος· γιὰ νὰ καταστήσει μὲ τὸν θάνατό Του ἀνίσχυρο ἐκεῖνον ποὺ εἶχε τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, δηλαδὴ τὸν διάβολο)»[Ἐβρ. 2,14], διασαφηνίζει τὸ χωρίο αὐτὸ καὶ λέγει: «Οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλων ἐπιλαμβάνεται(:Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐνανθρωπήσει ὁ Υἱός, διότι δὲν ἀναλαμβάνει βέβαια νὰ βοηθήσει καὶ νὰ στηρίξει στὴν σωτηρία ἄϋλους ἀγγέλους [ἐπειδὴ τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε ἀνάγκη νὰ γίνει ἄνθρωπος])».

Μὴν ἐκλάβεις ἐπιπόλαια αὐτὸ ποὺ λέχθηκε, οὔτε νὰ θεωρήσεις πὼς αὐτὸ εἶναι κάποιο ἁπλὸ πρᾶγμα, τὸ ὅτι δηλαδὴ Αὐτὸς ἔλαβε τὴ δική μας σάρκα· γιατί «οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλων ἐπιλαμβάνεται, ἀλλὰ σπέρματος Ἀβραὰμ ἐπιλαμβάνεται», δὲν τὸ χάρισε αὐτὸ στοὺς ἀγγέλους, ἀλλὰ στοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀβραάμ. Τί σημαίνει αὐτὸ ποὺ λέγει; Δὲν ἀνέλαβε τὴ φύση τοῦ ἀγγέλου, ἀλλὰ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ τί σημαίνει «ἐπιλαμβάνεται»; Ἀπὸ μεταφορὰ ἐκείνων ποὺ καταδιώκουν ὅσους τοὺς ἀποστρέφονται καὶ κάνουν τὰ πάντα γιὰ νὰ τοὺς ἐμποδίσουν ἐνῶ φεύγουν καὶ νὰ τοὺς συλλάβουν καθὼς τρέχουν.

Ἀπομακρυνόμενη δηλαδὴ ἀπὸ Aὐτὸν ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ μάλιστα φεύγοντας πολὺ μακριὰ(γιατί λέγει: «ὅτι ἦτε ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ χωρὶς Χριστοῦ, ἀπηλλοτριωμένοι τῆς πολιτείας τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς ἐπαγγελίας, ἐλπίδα μὴ ἔχοντες καὶ ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ(:νὰ θυμᾶστε ὅτι κατὰ τὸν καιρὸ ἐκεῖνο ζούσατε χωρὶς Χριστό, ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὸ θεοσύστατο πολίτευμα τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ ξένοι πρὸς τίς διαθῆκες, μὲ τίς ὁποῖες ὁ Θεὸς ὑποσχόταν τὴν λύτρωση μέσῳ τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἴχατε καμία ἐλπίδα γιὰ σωτηρία καὶ αἰώνια ζωή, δὲν γνωρίζατε τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ζούσατε σὰν ἄθεοι στὸν κόσμο)»[Ἐφ. 2,12], Αὐτὸς τὴν καταδίωξε καὶ τὴ συνέλαβε. Ἀπὸ ἐδῶ ἀποδεικνύεται πὼς αὐτὸ τὸ ἔκαμε μόνο ἀπὸ φιλανθρωπία καὶ ἀγάπη καὶ ἐνδιαφέρον γιά μᾶς. Ὅπως λοιπὸν ὅταν λέγει: «Οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;(: ὅλοι οἱ ἄγγελοι δὲν εἶναι πνεύματα ὑπηρετικά, τὰ ὁποῖα ἀποστέλλονται ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν αὐτούς, ποὺ μέλλουν νὰ κληρονομήσουν τὴ σωτηρία;)»[Ἔβρ.1,14], ἀποδεικνύει τὴ μεγάλη Του φροντίδα γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἐνδιαφέρεται πολὺ γι᾿ αὐτήν, ἔτσι καὶ ἐδῶ τὸ πολὺ μεγαλύτερο τὸ ἀναφέρει μὲ τὴ σύγκριση ποὺ κάνει λέγοντας: «γιατί δὲν ἔρχεται νὰ βοηθήσει ἄσαρκους ἀγγέλους».

Πραγματικὰ εἶναι μεγάλο καὶ θαυμαστὸ καὶ ἐκπληκτικὸ νὰ κάθεται στὸν οὐρανὸ ἡ Σάρκα ποὺ εἶναι ἀπό μᾶς καὶ νὰ προσκυνεῖται ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀρχαγγέλους καὶ τὰ Σεραφεὶμ καὶ τὰ Χερουβίμ. Ὅταν τὸ σκέπτομαι αὐτὸ πολλὲς φορές, ἐκπλήσσομαι καὶ φαντάζομαι μεγάλα πράγματα γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Γιατί βλέπω μεγάλα καὶ λαμπρὰ τὰ προοίμια καὶ μεγάλο τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ δική μας φύση. Καὶ δὲν εἶπε ἁπλῶς ὅτι ἔρχεται νὰ βοηθήσει τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλά, θέλοντας νὰ τοὺς ἐξυψώσει καὶ νὰ δείξει τὸ γένος τους μεγάλο καὶ τίμιο, λέγει: «ἀλλὰ ἔρχεται νὰ βοηθήσει τοὺς ἀπογόνους του Ἀβραάμ».

«ὅθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι(:προκειμένου λοιπὸν νὰ βοηθήσει ἀνθρώπους, ἔπρεπε νὰ ἐξομοιωθεῖ σὲ ὅλα μὲ τοὺς ἀδελφούς Του αὐτούς)»[Ἔβρ.2,17]. Τί σημαίνει ἡ φράση «κατὰ πάντα(:σὲ ὅλα)»; «Γεννήθηκε», λέγει, «ἀνατράφηκε, μεγάλωσε, ἔπαθε ὅλα ὅσα ἔπρεπε, καὶ τέλος πέθανε». Αὐτὸ σημαίνει τὸ «ἔπρεπε νὰ γίνει σὲ ὅλα ὅμοιος μὲ τοὺς ἀδελφούς Του». Ἀφοῦ λοιπὸν εἶπε πολλὰ γιὰ τὴ μεγαλοσύνη Του καὶ τὴν οὐράνια δόξα Του, στὴ συνέχεια κάνει λόγο γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ. Καὶ πρόσεχε μὲ πόση σύνεση καὶ δύναμη, πῶς τὸν παρουσιάζει νὰ προσπαθεῖ πολύ, ὥστε νὰ γίνει ὅμοιος μέ μᾶς, πρᾶγμα ποὺ δείχνει τὸ μεγάλο Του ἐνδιαφέρον. Γιατί, ἀφοῦ εἶπε παραπάνω: «Ἐπειδὴ λοιπὸν τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄνθρωποι καὶ ἔχουν συμμετάσχει ὅλα στὴν ἀσθενικὴ καὶ φθαρτὴ ἀνθρώπινη φύση, γι᾿ αὐτὸ καὶ Αὐτὸς παρόμοια μετέσχε στὴν ἴδια ἀνθρώπινη φύση καὶ ἀληθινὰ ἔγινε ἄνθρωπος· γιὰ νὰ καταστήσει μὲ τὸν θάνατό Του ἀνίσχυρο ἐκεῖνον ποὺ εἶχε τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, δηλαδὴ τὸν διάβολο», καὶ ἐδῶ λέγει: «ἔπρεπε νὰ γίνει σὲ ὅλα ὅμοιος μὲ τοὺς ἀδελφούς Του». Σὰν νὰ ἔλεγε: «Αὐτὸς ποὺ εἶναι τόσο μεγάλος, ἡ ἀκτινοβολία τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ, ἡ σφραγῖδα τῆς ὑπόστασής Του, Αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὸν κόσμο, ποὺ κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα, Αὐτὸς θέλησε καὶ φρόντισε νὰ γίνει σὲ ὅλα ἀδελφός μας καὶ γι᾿ αὐτὸ ἄφησε τοὺς ἀγγέλους καὶ τίς οὐράνιες δυνάμεις καὶ κατέβηκε σέ μᾶς καὶ ἦρθε νὰ μᾶς βοηθήσει».

Πρόσεχε καὶ πόσα ἀγαθὰ χάρισε· κατέλυσε τὸν θάνατο, μᾶς ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου, μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴ δουλεία, μᾶς τίμησε ἀφοῦ ἔγινε ἀδελφός μας. Καὶ δὲ μᾶς τίμησε μόνο μὲ τὸ νὰ γίνει ἀδελφός μας, ἀλλὰ καὶ μὲ πολλὰ ἄλλα. Γιατί θέλησε νὰ γίνει καὶ Ἀρχιερέας μας πρὸς τὸν Πατέρα· γι᾿ αὐτὸ καὶ προσθέτει τὴ φράση: «ἵνα ἐλεήμων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεόν (:καὶ νὰ γίνει ἀρχιερέας σπλαχνικὸς καὶ ἄξιος, ὥστε νὰ βασίζεται ὁ καθένας μας σὲ Αὐτόν· ἀρχιερέας ἀξιόπιστος στὰ ἀρχιερατικὰ ἔργα ποὺ πρέπει νὰ ἐπιτελοῦνται καὶ νὰ προσφέρονται στὸν Θεό)». «Γι᾿ αὐτό», λέγει, «ἀνέλαβε τὴ δική μας σάρκα, ἀπὸ φιλανθρωπία μόνο, γιὰ νὰ μᾶς ἐλεήσει· γιατί δὲν ὑπάρχει καμία ἄλλη αἰτία τῆς οἰκονομίας, παρὰ μόνο αὐτή. Εἶδε δηλαδὴ ὅτι ἤμασταν πεσμένοι κάτω, χαμένοι, καταδυναστευόμενοι ἀπὸ τὸν θάνατο, καὶ μᾶς ἐλέησε».

«ἵνα ἐλεήμων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεόν, εἰς τὸ ἱλάσκεσθαι τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ(:προκειμένου νὰ γίνει ἀρχιερέας σπλαχνικὸς καὶ ἄξιος, ὥστε νὰ βασίζεται ὁ καθένας μᾶς σὲ Αὐτόν· ἀρχιερέας ἀξιόπιστος στὰ ἀρχιερατικὰ ἔργα ποὺ πρέπει νὰ ἐπιτελοῦνται καὶ νὰ προσφέρονται στὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἐξιλέωση καὶ τὴ συγχώρηση τοῦ λαοῦ)», λέγει[Ἔβρ.2,17].Τί σημαίνει «πιστός»; Ἀληθινός, δυνατός. Γιατί ἀρχιερέας πιστὸς εἶναι μόνο ὁ Υἱός, δυνατὸς νὰ ἀπαλλάξει ἐκείνους τῶν ὁποίων εἶναι ἀρχιερέας, ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματά τους. Γιὰ νὰ προσφέρει λοιπὸν τὴ θυσία ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς καθαρίσει, γι' αὐτὸ ἔγινε ἄνθρωπος. Πρόσθεσε λοιπὸν «στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ». Δηλαδή, ἐξαιτίας τῆς ὑπηρεσίας Του πρὸς τὸν Θεό. «Ἤμασταν», λέγει, «ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ, καταδικασμένοι, περιφρονημένοι. Δὲν ὑπῆρχε κανεὶς νὰ προσφέρει γιά μας θυσία. Εἶδε ὅτι βρισκόμασταν σὲ τέτοια κατάσταση καὶ μᾶς ἐλέησε, χωρὶς νὰ ὁρίσει σε μας ἀρχιερέα, ἀλλὰ ἔγινε ὁ ἴδιος ἀρχιερέας πιστός, δηλαδὴ γνήσιος». Στὴ συνέχεια, γιὰ νὰ δείξει πὼς ἔγινε πιστός, πρόσθεσε τὴ φράση: «γιὰ νὰ ἐξιλεώνει τίς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ».

«ἐν ᾧ γὰρ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθείς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι(:Ἔγινε λοιπὸν σπλαχνικὸς καθὼς ἐξομοιώθηκε μέ μας· διότι, ἐφόσον ὑπέφερε καὶ δοκίμασε ὁ Ἴδιος πειρασμούς, καθὼς θυμᾷται τί ὑπέφερε Αὐτός, μὲ πολλὴ συμπάθεια θὰ βοηθήσει καὶ ἐκείνους ποὺ πειράζονται καὶ δοκιμάζονται)», λέγει[Ἔβρ.2,18]. Αὐτὸ εἶναι πολὺ ταπεινὸ καὶ εὐτελὲς καὶ ἀνάξιο τοῦ Θεοῦ. «Ἐπειδή», λέγει, «ἔπαθε αὐτό». Ἐδῶ μιλάει γιὰ τὸν Χριστὸ ποὺ σαρκώθηκε καὶ ἴσως λέχθηκε γιὰ πληροφορία τῶν ἀκροατῶν καὶ ἐξαιτίας τῆς ἀδυναμίας Του. Αὐτὸ ποὺ λέγει σημαίνει τὸ ἑξῆς: «ἔπαθε αὐτὰ ποὺ πάθαμε, καὶ τώρα δὲν ἀγνοεῖ τὰ δικά μας πάθη· δὲν τὰ γνωρίζει δηλαδὴ ὡς Θεὸς μόνο, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνθρωπος τὰ γνώρισε, ἐπειδὴ δοκιμάσθηκε στὴν πράξη μὲ αὐτά· ἔπαθε πολλά, γνωρίζει νὰ συμπάσχει». Ἄν καὶ βέβαια ὁ Θεὸς εἶναι ἀπαθής, ὅμως ἐδῶ ἀναφέρεται σὲ ἐκεῖνα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴ σάρκωση. Σὰν νὰ ἔλεγε: «καὶ αὐτὴ ἡ σάρκα τοῦ Χριστοῦ ἔπαθε πολλὰ κακά. Γνωρίζει τί εἶναι θλίψη, γνωρίζει τί εἶναι πειρασμός, καὶ ὄχι λιγότερο ἀπό μας ποὺ τὰ πάθαμε, γιατί πραγματικὰ καὶ Αὐτὸς ἔπαθε».

Τί λοιπὸν σημαίνει τὸ «δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι (:μπορεῖ νὰ βοηθήσει ὅσους δοκιμάζονται)»; Σὰν νὰ ἔλεγε κανείς: «Μὲ πολλὴ προθυμία θὰ ἁπλώσει χέρι βοηθείας, θὰ δείξει συμπάθεια». Ἐπειδὴ ἤθελαν νὰ ἔχουν κάτι μεγάλο καὶ περισσότερο ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς, δείχνει ὅτι ἔχουν κάτι περισσότερο μὲ αὐτό, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔβλαπτε καθόλου τοὺς ἐθνικούς. Καὶ ποιό εἶναι αὐτό; Ὅτι ἀπὸ αὐτοὺς προέρχεται ἡ σωτηρία, ὅτι αὐτοὺς ἦρθε νὰ βοηθήσει πρῶτα, ὅτι ἀπὸ ἐκεῖ ἀνέλαβε σάρκα. «Γιατί δὲν ἔρχεται», λέγει, «νὰ βοηθήσει ἀγγέλους, ἀλλὰ τοὺς ἀπογόνους του Ἀβραάμ». Μὲ αὐτὸ τιμάει τὸν πατριάρχη καὶ δείχνει τί σημαίνει «ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ». Γιατί τοὺς θυμίζει τὴν ὑπόσχεση ποὺ δόθηκε σὲ αὐτὸν ποὺ ἔλεγε: «ὅτι πᾶσαν τὴν γῆν, ἣν σὺ ὁρᾷς, σοὶ δώσω αὐτὴν καὶ τῷ σπέρματί σου ἕως αἰῶνος(:διότι ὅλη αὐτὴν τὴν γῆ, τὴν ὁποία βλέπεις, θὰ τὴν δώσω σὲ σένα καὶ στοὺς ἀπογόνους σου στοὺς αἰῶνες)»[Γέν. 13,15], δείχνοντας μὲ αὐτὸ τὸ πολὺ μικρὸ τὴ συγγένεια, το ὅτι ἀπὸ ἕναν κατάγονται ὅλοι.

Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦταν μεγάλη ἐκείνη ἡ συγγένεια, ἔρχεται πάλι σὲ αὐτὴ καὶ ἀσχολεῖται στὴ συνέχεια μὲ τὴν οἰκονομία τῆς σάρκωσης καὶ λέγει: «γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐξιλεώνει τίς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ». Γιὰ ποιό λόγο δὲν εἶπε «τῆς οἰκουμένης», ἀλλὰ «τοῦ λαοῦ»; Γιατί πραγματικὰ σήκωσε τίς ἁμαρτίες ὅλων μας. Ἐπειδὴ πρῶτα γι᾿ αὐτοὺς ἦταν ὁ λόγος Του. Γιατί καὶ ὁ ἄγγελος ἔλεγε στὸν Ἰωσήφ: «Τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν(:Καὶ θὰ γεννήσει γιὸ καὶ ἐσὺ ποὺ ἀπὸ τὸν νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀναγνωρίζεσαι ὡς προστάτης καὶ πατέρας Του, θὰ Τοῦ δώσεις τὸ ὄνομα «Ἰησοῦς», τὸ ὁποῖο σημαίνει «σωτῆρας». Καὶ θὰ Τοῦ δώσεις αὐτὸ τὸ ὄνομα, διότι Αὐτὸς θὰ σώσει ἀπὸ τίς ἁμαρτίες Του τὸν νέο Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος θὰ Τὸν πιστέψει ὡς σωτῆρα καὶ θὰ γίνει μὲ τὴν πίστη αὐτὴ ὁ πραγματικὸς λαὸς Του)»[Μάτθ.1,21].

Αὐτὸ λοιπὸν ἔπρεπε νὰ γίνει πρῶτο, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἦρθε, ὥστε νὰ σώσει αὐτοὺς καὶ τότε μέσῳ αὐτῶν ἐκείνους, ἂν καὶ ἔγινε τὸ ἀντίθετο. Αὐτὸ ἔλεγαν καὶ οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τὴν ἀρχή: «Ὑμῖν πρῶτον ὁ Θεὸς ἀναστήσας τὸν παῖδα αὐτοῦ Ἰησοῦν ἀπέστειλεν αὐτὸν εὐλογοῦντα ὑμᾶς ἐν τῷ ἀποστρέφειν ἕκαστον ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν(:Ὁ Θεός, ἀφοῦ ἔδωσε ζωὴ στὸν δοῦλο Του, Ἰησοῦ καὶ μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του Τὸν ἀνέδειξε τὸ εὐλογημένο σπέρμα καὶ ἀπόγονο τοῦ Ἀβραάμ, Τὸν ἔστειλε πρῶτα σὲ σᾶς γιὰ νὰ σᾶς εὐλογεῖ, ἐφόσον κι ἐσεῖς καταβάλλετε κάθε προσπάθεια νὰ ἀπομακρυνθεῖ ὁ καθένας ἀπὸ τίς πονηρίες σας)» [Πράξ. 3,26]· καὶ πάλι: «Ὑμῖν ὁ λόγος τῆς σωτηρίας ταύτης ἀπεστάλη(:σὲ σᾶς στάλθηκε τὸ κήρυγμα τῆς σωτηρίας αὐτῆς, τὴν ὁποία προσφέρει ὁ Ἰησοῦς Χριστός)»[Πράξ. 13,26]. Ἐδῶ δείχνει τὴν εὐγενικὴ καταγωγὴ τῶν Ἰουδαίων λέγοντας «γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐξιλεώνει τίς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ».

Πρῶτα λέγει αὐτά. Ὅτι βέβαια Αὐτὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ συγχώρησε τίς ἁμαρτίες ὅλων τὸ φανέρωσε καὶ στὸν παραλυτικὸ λέγοντας: «Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι(:Σοῦ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες)»[Μάτθ.9,5], καὶ στὸ βάπτισμα· γιατί λέγει στοὺς μαθητές: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος(:Λοιπὸν πηγαίνετε καὶ κάνετε μαθητές σας ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος)»[Μάτθ.28,19].

[...] Καὶ μὴν ἀπορήσεις ἄν τὸ «ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δοκιμάστηκε» λέχθηκε περισσότερο ἀνθρώπινα. Γιατί ἂν γιὰ τὸν Πατέρα, ποὺ δὲν σαρκώθηκε, λέγει ἡ Γραφή: «Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν καὶ εἶδε πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων(:Ὁ Κύριος ἔσκυψε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ εἶδε ὅλους τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων)»[ Ψαλμ. 13, 2], δηλαδὴ ἔμαθε τὰ πάντα πολὺ καλά, καὶ «καταβὰς οὖν ὄψομαι, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρὸς μὲ συντελοῦνται(:θὰ κατεβῶ γιὰ νὰ δῶ ἂν πράγματι οἱ ἁμαρτίες τους εἶναι ὅπως οἱ κραυγές τους ποὺ ἀνέρχονται πρὸς Ἐμένα)»[Γέν. 18,21], καὶ πάλι «δὲν μπορεῖ ὁ Θεὸς νὰ ὑποφέρει τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων» (φανερώνοντας ἡ ἁγία Γραφὴ τὸ μέγεθος τῆς ὀργῆς), πολὺ περισσότερο θὰ μποροῦσαν νὰ λεχθοῦν αὐτὲς οἱ ἀνθρώπινες ἐκφράσεις γιὰ τὸν Χριστὸ ποὺ ἔπαθε μὲ σάρκα. Ἐπειδὴ δηλαδὴ πολλοὶ ἄνθρωποι θεωροῦν ὅτι ἡ πεῖρα εἶναι τὸ ἀσφαλέστερο ἀπ᾿ ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ὁδηγοῦν στὴ γνώση, θέλει νὰ δείξει ὅτι Αὐτὸς ποὺ ἔπαθε, γνωρίζει τί πάσχει ἡ ἀνθρώπινη φύση.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

πηγή: https://ethnegersis.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου