Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2021

ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (17. ΦΑΡΣΑ ΑΡΚΟΥΔΑΣ)

 ΙΔΡΥΜΑ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ



Γεώργιος Χ. Μόδης


Εκλεκτά Διηγήματα: 17. ΦΑΡΣΑ ΑΡΚΟΥΔΑΣ


Ο Βασίλης Παπαγεωργίου «διδάσκαλος» και «διευθυντής» του «Εξαταξίου αστικού σχολείου» της Μπελκαμένης (Δροσοπηγής) κατέβαινε μια βροχερή μέρα του Οκτώβρη 1906, αʼ το χωριό καβάλλα να πάει στην Φλώρινα.

Η παλιά Δροσοπηγή ήταν σκαρφαλωμένη σε μια δασωμένη απόμερη και απόκρυφη πτυχή του Βίτσι. Οι Ηπειρώτες που την θεμελίωσαν, είχαν διαλέξει εκείνη την αετοφωλιά για να είναι μακριά από Τούρκους και τούρκικες ενοχλήσεις. Αναγκάσθηκαν νʼ αφήσουν γενέτειρα, σπίτια, κτήματα, τάφους και να εκπατρισθούν απʼ τις αχαλίνωτες υπερβασίες των Τουρκαλβανών.

Πήγαινε σιγά. Ο κατήφορος ήταν απότομος. Το γέρικο άλογο κοίταζε προσεκτικά αν ήταν σταθερή κάθε πέτρα ή τρύπα, όπου θα ʼβαζε το πόδι του. Πίσω του ο αγωγιάτης Γιαννούλης τον καθοδηγούσε και του ʼ δινε κουράγιο με αδιάκοπες κραυγές. Πάνω τους οι οξιές είχαν κοκκινίσει και πολλά ξηρά φύλλα σέρνονταν στον στενό δρομάκο. Πλάγιαζε μισοπεθαμένη και η φτέρη.

Ο Παπαγεωργίου είχε ανοιχτή μπροστά του την ομπρέλα και έγερνε πίσω στο σαμάρι να κρατήσει κάποια ισορροπία.

- Μη φοβάσαι δάσκαλε, του έλεγε ο αγωγιάτης Γιαννούλης. Το άλογο μου είναι παλιό. Ξέρει καλά τον δρόμο.

Ο δάσκαλος τον κοίταζε πάνω απʼ τα ματογυάλια, σκούπιζε τα ψαρά μουστάκια και του απαντούσε.

- Έχε το νου σου, Γιαννούλη... Και τα μάτια ανοιχτά... Για όλα...

Έπρεπε να προσέχουν γιατί πολλά είχαν να φοβηθούν. Μπορούσαν να συναντήσουν Τούρκους... Ο Παπαγεωργίου είχε λόγους να θέλει να τους ιδεί από μακριά για να προλάβει να παραχώσει στα κλαδιά κάποια επιλήψιμα και επικίνδυνα πράγματα. Και ακόμα χειρότερα μπορούσαν νʼ αντικρύσουν ξαφνικά κανένα κρυφό «καρτέρι» κομιτατζήδων που τον είχαν προγράψει. Ο δάσκαλος είχε φροντίσει να εξοπλισθεί μʼ ένα μικρό πιστολάκι. Καταλάβαινε όμως ότι δεν του έδινε πολλή ασφάλεια...

Πάνω στο χωριό τα πράγματα στένευαν. Οι Τούρκοι έρχονταν συχνά πυκνά, έψαχναν, έσκαβαν, άρπαζαν, έδερναν. Κάποιος Ρωμούνος επρόδινε! Πριν λίγες μέρες είχαν στρώσει στο ξύλο μέσα στο Μεσοχώρι τον Παπαγεωργίου και τον εφημέριο Παπανικόλα για να δείξουν που είχαν τους αντάρτες, τις κρυψάνες, τα όπλα, τις αποθήκες των όπλων, κτλ.

Απʼ την άλλη μεριά τα σώματα ήθελαν να μπαινοβγαίνουν ελεύθερα στο χωριό όπως πρώτα, να στρώνονται στα σπίτια, να βρίσκουν έτοιμα και μπόλικα τα τρόφιμα χωρίς καθόλου να λογαριάζουν τους κινδύνους και τα βάσανα των χωρικών.

Και πάνω σʼ όλα ειδοποιήθηκαν πως σε λίγες μέρες θα ερχόταν στο χωριό ολάκερο καραβάνι με όπλα, που έπρεπε να επανοθηκευθούν!...

Ο Παπαγεωργίου πήγαινε τώρα από μέρος της Επιτροπής να συνεννοηθεί με την Φλώρινα και το Μοναστήρι, να δώσει πληροφορίες, να πάρει οδηγίες. Είχε εντολή να τους πει ότι ανάγκη ήταν να κτυπηθούν οπωσδήποτε ο προδότης και οι άλλοι ύποπτοι.

Πολλές μαύρες σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό του. Για πρώτη φορά ένιωσε έτσι βαρύ το κεφάλι και ανήσυχη την ψυχή. Έκαμε ευθύς τον σταυρό τρεις φορές και είπε στον εαυτό του για να του δώσει θάρρος: «Μεγάλος είναι ο Θεός». Σε πολλές δύσκολες στιγμές τους είχε δείξει τη Χάρη Του.

Ξάφνου σε μια στροφή του δρομάκου κάτω απʼ το γεφύρι πρόβαλε μια μεγάλη αρκούδα του Βίτσι! Ορθώνεται στα πισινά της πόδια και αγκαλιάζει το άλογο. Το αριστερό της πόδι στηρίχθηκε στην χαίτη του αλόγου και το άλλο στα καπούλια του όπου ήταν κρεμασμένο το δισάκι του δασκάλου. Με τα άγρια μάτια και ανοιχτό το στόμα σαν να γελούσε κοίταζε τον Παπαγεωργίου και το κεφάλι του αλόγου.

Ο Γιαννούλης, που ήταν και «αγγελιοφόρος» και έκαμνε τον παλικαρά, έπεσε αμέσως ξερός καταγής. Παρέστησε τον ψόφιο... Το άλλογο κοκκάλωσε ακίνητο. Τα μπροστινά του γόνατα μονάχα έτρεμαν... Ο δάσκαλος τα ʼχασε. Είδε το άγριο κεφάλι με τα μεγάλα δόντια, την πατούσα με τα τεράστια νύχια, ένοιωσε την βαρεία ανάσα του αγριμιού. Στην ταραχή και παραζάλη του έκλεισε την ομπρέλα σαν να ετοιμάσθηκε να παλέψει με την αρκούδα. Εκείνη είτε γιατί φοβήθηκε την ομπρέλα είτε γιατί μετάνοιωσε και βαρέθηκε να παίζει μαζί τους, κατέβασε τα μπροστινά της πόδια και άρχισε να φεύγει σιγά σιγά προς το δάσος. Το δισάκι μονάχα κομματιάσθηκε απʼ τα πελώρια νύχια της.

- Μην κουνηθείς δάσκαλε. Μπορεί να γυρίσει πίσω, μουρμούρισε ο Γιαννούλης ξαπλωμένος πάντα ανάσκελα.

Ο δάσκαλος όμως με λεβεντιά παλικαριού βρέθηκε κάτω απʼ το άλογο και χωρίς ομπρέλα, παλτό και φισέκι, το ʼβαλε στα πόδια προς τα κάτω. Δεν λογάριαζε πια ούτε βροχή ούτε κομιτατζήδες.

Ένας λόχος «κυνηγών» που ανέβαινε για το χωριό σταμάτησε την τρελή φυγή του. Αρχηγό είχε τον ίδιο λοχαγό που τον είχε ξυλοφορτώσει μαζί με τον Παπανικόλα στο Μεσοχώρι.

- Αρκούδα! Αρκούδα! Τους είπε τούρκικα αλαφιασμένος.

- Από σένα χειρότερη αρκούδα υπάρχει; απάντησε ο λοχαγός κατεβάζοντας μια καμτσικιά στο κεφάλι του.

- Αλήθεια, είδες αρκούδα; ρώτησε ένας νεαρός ανθυπολοχαγός.

- Βαλλαχί! (Μα τω Θεώ). Γιʼ αυτό και με βλέπετε έτσι.

- Που είναι;

- Πάνω στο γεφύρι, θα ιδείτε τις πατημασιές της στην λάσπη.

Στρατιώτες και αξιωματικοί έτρεξαν να την βρουν.

Κατέβηκε και ο Γιαννούλης με το άλογο που το έσερνεμε δυσκολία απʼ το καπίστρι. Ήταν ακόμη τρομαγμένο. Οι Τούρκοι ούτε τον ρώτησαν.

Τότε είδε ο Παπαγεωργίου ότι το δισάκι ήταν ξεσχισμένο και άδειο. Είχε ένα κομμάτι πίτας και ένα Ευαγγέλιο που έκρυβε μέσα τον καινούργιο κρυπτογραφικό κώδικα, μιαν έκθεση οπλαρχηγού και μερικά σημειώματα του πολύ επιλήψιμα!

Αν το εύρισκαν οι Τούρκοι;!

Έδεσαν το άλογο σʼ ένα δεντράκι και γύρισαν τρεχάτοι πίσω δάσκαλος και αγωγιάτης. Βρήκαν το κομμάτι της πίτας. Μα το Ευαγγέλιο πουθενά δεν φαινόταν! Το είχαν βρει οι Τούρκοι!

Ο δάσκαλος ένιωσε να ορθώνονται οι λίγες γκρίζες τρίχες στο βασανισμένο κεφάλι του.

Ο ίδιος βέβαια θα πήγαινε ευθύς να κρυφθεί σε κάποιο άλλο χωριό και θα ʼφευγε στην Ελλάδα. Μα θα την πάθαιναν πολλοί άλλοι...

Ευτυχώς φάνηκε μια άκρη του Ευαγγελίου. Η αρκούδα το είχε πατήσει με την βαρειά πατούσα και το είχε παραχώσει βαθειά στην λάσπη και τα πεσμένα φύλλα!

Δίχως την παράξενη επέμβασή της οι Τούρκοι θα είχαν κάμει έρευνα του δασκάλου και θα έβρισκαν το πιστολάκι του. Ήταν αρκετό για να τον στείλουν κατʼ ευθείαν στην φυλακή μαζί με το Ευαγγέλιο και το φοβερό περιεχόμενό του. Είχε ήδη δοκιμάσει τις μεγάλες φυλακές Μοναστηρίου, όπου τον κρέμασαν πολλὲς ώρες με τα χέρια δεμένα στην οροφή για να μαρτυρήσει που είχαν τις αποθήκες με τα όπλα και βόμβες.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου