Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2021

ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (16. ΣΥΛΛΥΠΗΤΗΡΙΑ)

 ΙΔΡΥΜΑ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ



Γεώργιος Χ. Μόδης

ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Εκλεκτά Διηγήματα

16. ΣΥΛΛΥΠΗΤΗΡΙΑ


Ο γέρο Κουπτσής ήρθε πρωί πρωί απʼ το χωριό στη Δράμα μια ζεστή μέρα στις 14 Σεπτεμβρίου 1906. Είχε κρεμασμένο στον γάιδαρο του ένα μάλλινο τορβά με κομμάτια πίτα, αυγά, τυρί και μια κάτασπρη και αφράτη «πογάτσα». Είδε στους δρόμους κάποια πρωινή κίνηση μεγαλύτερη από την συνηθισμένη. Μα δεν της έδωσε σημασία. Ο λογισμός, το μυαλό του ήταν στραμμένα στον γιο του Άρμεν που ήταν τώρα στη φυλακή της Δράμας.

Είχε καταδικασθεί σε θάνατο απʼ το Έκτακτο Δικαστήριο της Θεσσαλονίκης, γιατί με κάποιο φίλο του σκότωσαν κάποιο Βούλγαρο που έτυχε να συναντήσουν έξω στον κάμπο. Για την κακή τους τύχη βρέθηκαν εκεί κοντά δυο «σοβαρήδες» (έφιπποι χωροφύλακες) που τους κυνήγησαν. Ο φίλος του ξέφυγε. Ο Άρμεν πιάστηκε.

Δεν ανησύχησε πολύ με την καταδίκη του ο γέρος. Τον διαβεβαίωσαν όλοι, ότι ήταν στα χαρτιά και για τον τύπο. Σύντομα θα έβγαινε έξω. Πριν τέσσερα-πέντε χρόνια δεν είχαν βγει πανηγυρικά απʼ τις φυλακές με αλλεπάλληλες αμνηστίες πολλοί και μεγάλοι κομιτατζήδες που είχαν στη ράχη τους παρόμοιες καταδίκες; (Ιντάμ). Ο μητροπολίτης του έδωσε να καταλάβει ότι θα έκαμναν κάθε προσπάθεια, όσα χρήματα κι αν κόστιζε για να τον γλυτώσουν. Εφρόντιζαν μάλιστα και να τον μεταφέρουν στην Δράμα για να τον έχει κοντά του.

Την προηγούμενη μέρα έγινε η «μεταγωγή». Η υπόσχεση του μητροπολίτη πραγματοποιήθηκε γρήγορα.

Η γριά μόλις αργά το ʼμαθαν στρώθηκε να ζυμώσει και να ψήχει την πίτα και την πογάτσα. Αγρύπνησαν όλη τη νύχτα. Έπρεπε να δώσουν στο παιδί κάτι το σπιτικό. Θα ερχόταν και η ίδια στη Δράμα. Μα το πρωί αρρώστησε. Την άλλη φορά όμως θα σερνόταν και θα πήγαινε.

Ικανοποιημένος και χαρούμενος ο γέρος τράβηξε ίσια στο φιλικό του χάνι. Ήταν πολύ νωρίς ακόμα για τη φυλακή. Το είχε πάρει απόφαση να πάει έπειτα και στην Μητρόπολη να ευχαριστήσει τον μητροπολίτη. Θα του έλεγε: Έκαμες την μισή δουλειά. Κάμε και την άλλη. Βγάλτον απʼ την φυλακή. Είναι τόσο καλό παιδί!... Όσο και όμορφο. Δεν έχει το ταίρι του σʼ όλο τον ντουνιά.

Έδεσε τον γάιδαρο στο παχνί, του ʼβαλε χορτάρι και του χάιδεψε τον λαιμό. Γέρασες και συ καημένε, του είπε. Μα κάμε κουράγιο. Θα ερχόμαστε τώρα συχνά στην Δράμα.

Κρέμασε έπειτα τον τορβά στον ώμο και πήγε να χαιρετήσει τον φίλο του χαντζή. Τον βρήκε σκυμμένο στον μπάγκο. Δυο άλλοι Δραμινοί, που έστεκαν όρθιοι του φάνηκαν κάπως ταραγμένοι και χλωμοί.

- Καλημέρα, είπε. Τι γίνεσαι; Είσαι καλά;

- Εγώ; Εγώ καλά είμαι... Καλώς ήρθες... Αποκρίθηκε ο χαντζής σκυμμένος.

- Τι έχεις; Είσαι άρρωστος;

- Εγώ; Όχι... Καλά είμαι. Μονάχα το κεφάλι μου πονάει και δακρύζουν τα μάτια μου.

- Να βάλεις στα μάτια κρύο νερό. Είναι ένα και ένα.

- Θα βάλω.

Ο γέρος ακούμπησε τον τορβά καταγής, κάθησε σε μια καρέκλα και έβγαλε την τενεκεδένια ταμπακιέρα του να στρίψει τσιγάρο.

- Πάρε και συ, είπε του χαντζή. Είναι πολύ καλός καπνός.

- Δεν θέλω ευχαριστώ.

- Που λες έφερα κάτι για το παιδί. Ξέρεις; Τον έφεραν στην εδώ φυλακή. Ανασκουμπώθηκε η γριά και ζύμωσε, έψησε την νύχτα μια πίτα και μια πογάτσα... Έπεσε άρρωστη το πρωί.

- Ήταν ανάγκη να ʼ;ρθεις ο ίδιος; Με τα γεράματα... Να τα ʼστελνες... Θα τα πήγαινα εγώ.

- Τι λες; Έχω τόσο καιρό να ιδώ το παιδί μου! Και μʼ άφηνε η γριά; Θα ʼρχόταν και αυτή αν δεν αρρώσταινε. Μα αύριο θα ʼρθει. Θα ʼρθούμε μαζί. Την ξέρω εγώ.

Ο χαντζής έσκυψε ακόμα περισσότερο το κεφάλι του στον μπάγκο.

Οι άλλοι δύο έφυγαν βιαστικοί.

- Τι έπαθαν τούτοι; Ρώτησε.

- Τι να πάθουν; Πήγαν στην δουλειά τους οι άνθρωποι.

Είδε τότε ο γέρος πολύ κόσμο και πήγαινε τρεχάτος προς την πλατεία.

- Που τρέχουν όλοι αύτοί; Ρώτησε.

- Χασομέρηδες... Ξέρει κανείς;

- Ας πάω κι εγώ. Να σεργιανίσω και λιγάκι... Έως ότου ανοίξει η φυλακή.

- Όχι, όχι. Κάτσε εδώ. Καλά είσαι. Θα σου ψήσω ένα καφέ. Είσαι κουρασμένος, αποκρίθηκε ζωηρά ο χαντζής και σηκώθηκε σφουγγίζοντας με τα μανίκια τα μάτια του.

- Καλά... Μα κάμε γλήγορα.

- Τι βιάζεσαι; Είναι καμιά ανάγκη; Εγώ θα ʼλεγα... Να σου πω. Θα ʼλεγα... Να γύριζες καλύτερα σπίτι σου. Να μη κουρασθείς... Μη το ξεχνάς είσαι γέρος... Θα ʼβλεπες και την γριά που την άφησες άρρωστη. Θα πάγω εγώ τον τορβά στη φυλακή.

- Είσαι στα καλά σου;... Η γριά θα με κυνηγούσε με τη σκούπα. Να ʼρθω εδώ και να μην ιδώ το παιδί μας;! Γίνεται;!

Μπήκαν στο χάνι δυο γνωστοί του Δραμινοί

- Καλά σου λέει, είπαν και αυτοί. Πήγαινε σπίτι σου, στη γριά σου. Λογαριάζαμε να πάμε και εμείς στο χωριό. Έχουμε δουλειά... Θα πάρουμε λαντόνι. Έλα και συ. Για τον τορβά και τον γάιδαρο μη σε νοιάζει.

Ο γέρος έκαμε τον σταυρό του.

- Τι πάθατε σήμερα;! Είναι να λέγεται;! Που ακούσθηκε;! Κείνη τη στιγμή άκουσε μια παρέα Τούρκους που περνούσαν βιαστικά έξω από τον δρόμο να μιλούν για κάποιο κρεμασμένο. Ο γέρος τινάχθηκε.

- Τι έλεγαν οι Τούρκοι; Για κάποιον κρεμασμένο μιλούσαν;...

Ακούς τον κόσμο τι λέγει; Κουβέντες του δρόμου... Αποκρίθηκε ο χαντζής.

Ο γέρος όμως είχε ταραχθεί.

Πήρε τον λόγο ένας απʼ τους δυο γνωστούς του.

- Άκουσα εγώ πως κάποιος κρεμάστηκε μοναχός του...

Γίνονται τέτοια πράγματα στις πολιτείες. Στα χωριά δεν τα ...χετε. Γιʼ αυτό εμείς τώρα θα φύγουμε για το χωριό. Αν θέλεις έλα και συ. Τόσο το καλύτερο. Με λαντόνι θα πάμε.

- Μα πως μπορεί να γίνει; Ξεχνάτε πως ήρθα για να ιδώ τον γιο μου; θα πάω κι εγώ με τον κόσμο.

Ήπιε βαστικά τον καφέ και σηκώθηκε.

- Μωρέ κάτσε εδώ. Καλά είμαστε, είπε ο χαντζής.

- Όχι θα πάω.

- Στάσου να πάρεις μια ρακή.

- Δεν χρειάζεται.

- Χρειάζεται και παραχρειάζεται είσαι κουρασμένος και άυπνος.

- Πω, πω, θα με μεθύσεις.

- Έλα, πιέ το σιγά – σιγά. Θα σου κάμει καλό. Είχες τόσο καιρό να μας έρθεις.

Τράβηκε δυο ρουφηξιές και ξανασηκώθηκε. Προσπάθησαν πάλι να τον κρατήσουν μα στάθηκε αδύνατο.

- Θέλω να ιδώ και μερικούς άλλους, είπε. ʼπου να ʼναι θʼ ανοίξει η φυλακή.

Πυκνά κύματα κόσμου, οι περισσότεροι Τούρκοι, ξεχύνονταν τώρα απʼ όλους τους δρόμους προς την πλατεία. Οι Τούρκοι ήταν χαρούμενοι.

Είδε την πλατεία πλημμυρισμένη φεσάκια. Και στο βάθος κάποιον κρεμασμένο απʼ το μεγάλο πλάτανο. Από κάτω χωροφύλακες και στρατιώτες κρατούσαν το πλήθος σʼ απόσταση. Κάποιο μεγάλο βάρος έσφιξε την καρδιά του... Στύλωσε τα πόδια και κοίταξε... Και τι να ιδεί! Κρεμασμένος ήταν ο γιος του! Γιʼ αυτό έχαιραν οι Τούρκοι. Το «ντοβλέτι τους έδειξε τη δύναμη του σʼ ένα γκιαούρη». Μα όχι... Δεν μπορούσε να ʼναι ο γιος του... Ήταν πανώριος και ο κρεμασμένος άσχημος... Έφερε το χέρι στα μάτια κι έδιωξε ένα μαύρο σύννεφο που ξαφνικά τα είχε σκεπάσει... Έκαμε μερικά βήματα εμπρός, μα ιδεί καλύτερα... Τα μα΄τια του ορθάνοιχτα και μεγάλα σαν να ʼθελαν να βγουν απʼ τις κόγχες. Όλο το αίμα είχε συγκεντρωθεί πάνω τους. Κι ευθύς του ήρθε μια καινούργια σκοτοδίνη. Δεν χωρούσε πια αμφιβολία. Κρεμασμένος ήταν ο γιος του... Όλο το αίμα του δια μιας χάθηκε. Το πρόσωπο του έγινε πιο άσπρο απʼ τα ασημένια μαλλιά του. Πήγε να πέσει. Ο τορβάς του γλίστρησε κιόλας απʼ τον ώμο καταγής.

Τον κράτησαν οι δυο γνωστοί του Δραμινοί που τον είχαν πάρει καταπόδι.

- Πάμε, του ψιθύρισαν.

Σιγά – σιγά ένα κενό σχηματίσθηκε ολόγυρα του. Έμαθαν ο ένας απʼ τον άλλο πως ήταν ο «πατέρας». Αποτραβήχτηκαν με σεβασμό και οι Τούρκοι.

Έτσι μόνος, κατάμονος, αντίκρυζε άφωνος πάντα και ασάλευτος τον γέρο πλάτανο έτοιμος νʼ αναμετρηθεί μαζί του. Ούτε ένα βλέφαρο του κουνήθηκε. Ο ήλιος έπεφτε ολόθερμος πάνω του και με τα κάτασπρα μαλλιά του έκαμνε ασημένιο φωτοστέφανο. Ένα καν δάκρυ δεν ήρθε να τον ελαφρύνει.

Στάθηκε όρθιος και απομωνομένος ώρα πολλή. Τον κύτταζαν όλοι. Αυτός κύτταξε μπροστά του τον πλάτανο, όπως το κενό. Ένας «πολίτσης» (αστυνόμος πλησιάσε να τον πάρει μα δεν τον άφησαν οι άλλοι Τούρκοι.

Κάποτε τέλος σύρθηκε με κόπο διπλωμένος σʼ ένα γειτονικό τούρκικο καφενείο. Σωριάσθηκε σε μια καρέκλα και ζήτησε ρακή. Άδειασε δυο ποτήρια. Ξέχασε να πληρώσει. Και ο καφετζής δεν τόλμησε να του το υπενθυμίσει. Έστριψε ένα τσιγάρο, το ʼφερε στο στόμα και το άναψε. Μα ευθύς το ξέχασε και έσβησε. Ξαναζήτησε ρακή. Ήπιε άλλο ένα ποτήρι.

Σαν να πότισε το οινόπνευμα δύναμη σηκώθηκε απότομα και ξεκίνησε με βήματα υπνοβάτη, που γινόταν ολοένα ασταθέστερα για την «Ιερά Μητρόπολη Δράμας».

Εκεί βρισκόταν κείνη την μέρα μαζί με τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο (τον εθνομάρρτυρα αργότερα της Σμύρνης) και ο «γραμματικός» του Ελλην. Προξενείου Καβάλας Μαυρομιχάλης, αξιωματικός του ναυτικού, που ήξερε και καλά τουρκικά. Είχαν αιφνιδιαστεί κι αυτοί με την τόσο ξαφνική εκτέλεση. Και ήταν συντετριμμένοι. Ο Χρυσόστομος δεν κρατούσε τα δάκρυα. Ήταν ο μόνος απαγχονισμός που είχε γίνει έως τότε στη Δράμα. Είχαν κάμει πολλές και επίμονες ενέργειες στην Πόλη και στον Χιλμή πασά στην Θεσσαλονίκη. Φαίνεται πως οι δυο «πράκτορες», ο Ρώσος και ο Αυστριακός, είχαν ζητήσει την άμεση εκτέλεση.

Ξάφνου ταραγμένος ο κλητήρας της μητροπόλεως τους είπε: Έρχεται ο γέρο Κουπτσής!... Ο πατέρας...

Μητροπολίτης και προξενικός «γραμματέας» τινάχθηκαν σαν να τους κέντησαν πυρωμένες βελόνες. Δεν θα ήταν καθόλου μικρή δοκιμασία νʼ αντικρύσουν τον σπαραγμό, τα δάκρυα, τα κλάματα και ίσως τις φωνές και διαμαρτυρίες του τραγικού γέρου.

Ο Χρυσόστομος σφούγγισε τα μάτια και προχώρησε να τον υποδεχθεί, να τον παρηγορήσει, με την απόφαση ναι πιει «μέχρι τρύγος» το πικρό ποτήρι.

Τον είδε νʼ ανεβαίνει κυρτώμενος και τρικλίζοντας τα σκαλοπάτια. Σαν έφτασε όμως στην πόρτα ορθώθηκε απότομα και μπήκε με το άσπρο κεφάλι ψηλά, και ορθάνοιχτα τα μεγάλα μάτια. Ωστόσο δεν είδε τον μητροπολίτη που έστεκε ολόρθος μπροστά του και είχε ανοιχτά τα μπράτσα να τον αγκαλιάσει, ενώ δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπο του. Έπεσε πάνω του. Ταράχθηκε τότε, συνήλθε και έσκυψε να του φιλήσει το χέρι. Ο μητροπολίτης το τράβηξε και τον φίλησε ελαφρά στο μέτωπο. Άφωνος και αδάκρυτος ο γέρος πήγε και έπεσε σε μια πολυθρόνα. Έριξε μια αφηρημένη ματιά γύρω χωρίς να βλέπει και πολλά πράγματα, αναστέναξε βαθιά και έσκυψε το κεφάλι. Μητροπολίτης, «γραμματικός», πρωτοσύγκελλος, οι υπάλληλοι του γραφείου και μερικοί παπάδες που βρέθηκαν εκεί τον κύτταζαν με αμηχανία και αγωνία, χωρίς να ξέρουν τι να κάμουν και τι να ειπούν. Βαρειά σιωπή επικρατούσε αρκετή ώρα. Έπειτα ο άμοιρος γέρος έβγαλε την ταμπακιέρα και έστριψε τσιγάρο ενώ στην άκρη στα χείλη του σιγότρεμε το παλιότερο σβησμένο. Το τσιγάρο του ευθύς άνοιξε.... Πετάχθηκε τότε ο Μαυρομιχάλης και του πρόσφερε ένα καλό έτοιμο τσιγάρο της Ρετζή (Μονοπωλίου καπνών). Ο κλητήρας το άναψε.

Ο γέρος τράβηξε μια δυνατή ρουφηξιά, κύτταξε ολόγυρα του και με ραγισμένη φωνή κι ένα χαμόγελο πικρότερο από ποτάμι δάκρυα είπε τουρκικά, γιατί δεν ήξερε ελληνικά:

- Ντεσπότη. Τα συλλυπητήρια... Να με συγχωρέσεις... Σε συλλυπούμαι... Έχασες το καλύτερο σου παλικάρι, το δεξί σου χέρι... Ξέρεις τι παλικάρι ήταν ο Άρτεν μου;... Όσο ωραίος τόσο και γενναίος. Δεν θα ξαναγεννήσει άλλη μάνα. Η καημένη η γριά του έψηνε ψες όλη τη νύχτα πίτα και πογάτσα... Τον κλαίων, τον κλαίω... Σαν πατέρας. Μα περισσότερο κλαίω εσένα Ντεσπότη... Ορφάνεψες.

Ο μητροπολίτης τραβήχθηκε σʼ ένα δωμάτιο να κρύψει τα δάκρυα του.

1 σχόλιο: