Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2020

Τὸ χάρισμα τῆς ἀγάπης, 33 ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, Αρχιμανδρίτου Σεβαστιανού Δ. Τοπάλη

 



O

ἀββᾶς Μακάριος ἦταν ἕνας γέροντας ἅγιος ποὺ εἶχε μεγάλη ἀνεξικακία καί, παρόλο ποὺ οἱ ἄλλοι τοῦ φέρονταν ἄσχημα, ἔτρεχε ὁ ἴδιος γιὰ νὰ μονιάσει μαζί τους καὶ νὰ φέρει τὴν ἀγάπη. Καὶ τοῦ ἔλεγαν κάποιοι:

     «Γιατί μειώνεις τόσο πολὺ τὸν ἑαυτό σου; Μά, οἱἄλλοι σὲ ἔβλαψαν, ἐσὺ δὲν τοὺς φέρθηκες ἄσχημα, γιατί πᾶς ἀπὸ πίσω τους γιὰ νὰ μονοιάσετε καὶ νὰ δείξεις ἀγάπη; Ἐσὺ εἶσαι ἅγιος ἄνθρωπος, μὲ τὸν τρόπο σου αὐτὸ μειώνεις τὸν ἑαυτό σου».

Καὶ ἐκεῖνος, ὁ ἀββᾶς Μακάριος, ἔλεγε:

     «Δώδεκα χρόνια ὑπηρέτησα στὸν Κύριό μου καὶπάλευα στὴν προσευχή μου ζητώντας Του νὰ μοῦ δώσει τὸ χάρισμα αὐτὸ γιὰ νὰ μπορῶ νὰ ἔχω μὲ ὅλους ἀγάπη καὶ εἰρήνη καὶ τώρα μὲ συμβουλεύετε ὅλοι νὰ τὸ πετάξω;»

Καὶ δὲν κοιμόταν ποτὲ ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, ἐὰν ἤξερε ὅτι κάποιος ἀδελφὸς ἦταν στεναχωρημένος καὶ παρεξηγημένος μαζί του, ἢ ἂν τὸν εἶχε πικράνει μὲ τὰ λόγια του ἢ τὸ φέρσιμό του. Ἄσχετα ἂν ἔφταιγε ἢ ὄχι, ἔπρεπε νὰ δώσει τὴν ἀγάπη του καὶ νὰ τοῦ βάλει μετάνοια καὶ μετὰ νὰ κοιμηθεῖ.

Καὶ κάποτε ὁ ἀββᾶς Μακάριος πήγαινε στὸ κελί του κρατώντας τὰ βλαστάρια ἀπὸ τοὺς φοίνικες μὲ τὰ ὁποῖα ἔκαμαν τὰ καλάθια, τὸ ἐργόχειρό τους. Ξαφνικὰ τὸν συναντάει ὁ διάβολος πάνω στὸ δρόμο μ’ ἕνα δρεπάνι στὸ χέρι, ἔκανε νὰ τὸν χτυπήσει ἀλλὰ δὲν τὸ κατόρθωσε καὶ τοῦ λέει:

     «Πολλὴ ἀντίσταση μοῦ φέρνεις, Μακάριε, γιατὶἡ δύναμή μου δὲν μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει πάνω σου. Ὅ,τι κάνεις ἐσὺ κάνω κι ἐγώ, ἐσὺ νηστεύεις, νηστεύω κι ἐγώ, ἐσὺ ἀγρυπνεῖς, μὰ ἐγώ, ὁ διάβολος, δὲν κοιμᾶμαι καθόλου. Σ’ ἕνα πρᾶγμα μόνο μὲ νικᾶς καὶ στὸ ὁποῖο δὲν μπορῶ νὰ σὲ φτάσω».

     «Καὶ ποιό εἶναι αὐτό;», τὸν ρωτάει ὁ ἀββᾶς Μα-κάριος.

     «Ἡ ταπείνωσή σου, αὐτὴ ἡ ἀγάπη ποὺ ἔχεις, γι’αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ σὲ νικήσω».

Κι ἔφευγε ὁ ἀββᾶς Μακάριος βλέποντας πὼς ὁ διάβολος δὲν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴ ζωή μας παρὰ μόνο μ’ αὐτὴν τὴν βαθειὰ ταπείνωση, ποὺ εἶναι ἡ συγχωρητικότητα καὶ ἡ ἀγάπη ἀπέναντι στοὺς ἀδελφούς.

Ἡ ταπείνωση εἶναι μία ἀρετὴ τεράστια ποὺ δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὴν φτάσεις καὶ νὰ τὴν καλλιεργήσεις μέσα σου. Λέμε πολλὰ καὶ ἐξυψώνουμε τὴν ἀρετὴ αὐτὴ ὡς τὴν πιὸ μεγάλη ποὺ συγκρατεῖ ὅλες τὶς ἄλλες, ὅμως πῶς κατακτιέται; Στὰ πρόσωπα τῶν Ἁγίων τὸ βλέπεις σὰν τρόπο πηγαῖο ζωῆς καὶ δὲν εἶναι λόγια.Ἔφτασαν στὴν ταπείνωση μετὰ ἀπὸ ἄσκηση πολλὴ καὶ προσευχή. Ἡ ταπείνωση δὲν χτίζεται μόνο ἀπὸ τὴν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ κυρίως εἶναι δῶρο Θεοῦ γιὰ τοὺς ἀγωνιστές.

Τὸ νὰ κρατήσεις τὴν ἀγάπη μὲ τοὺς ἀδελφοὺς θέλει ταπείνωση μεγάλη καὶ θυσία τοῦ ἑαυτοῦ σου καὶ νὰ νιώθεις πὼς εἶσαι ὑποκάτω ὅλων. Εἶναι χάρισμα Θεοῦ ποὺ δωρίζεται μέσα ἀπὸ μία ἐναγώνια προσευχὴ ποὺ σπέρνεται μὲ δάκρυα πολλά. Τί τραγικὸ ὅμως νὰ δίνεις τὴν ἀγάπη καὶ νὰ σοῦ λένε οἱ ἄλλοι πὼς εἶσαι γιὰ λύπηση, ποὺ τόσο πολὺ μειώθηκες καὶ ὑποβιβάσθηκες μὲ τὸ νὰ πλησιάσεις καὶ νὰ δώσεις ἀγάπη. Ὁ ἴδιος πόλεμος πολλὲς φορὲς ἔρχεται καὶ μέσα μας ἀπὸ τὶς φωνὲς τοῦ πονηροῦ, ποὺ κράζει σὰν κόρακας καὶ κοάζει σὰν βάτραχος γιὰ νὰ μᾶς ἀπελπίσει ἀπὸ τὸ δόσιμο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εἰρήνης.

Ἡ ἀγάπη αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἀπὸ μόνη της, ἀλλὰ μόνο μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη. «Ὅπου ἡ ταπεινοφροσύνη ἐκεῖ καὶ ἡ ἀγάπη» ἔλεγε ὁ Ἱερὸς Αὐγουστῖνος. Εἶναι τὸ ἱερὸ ζεῦγος ποὺ ἡ μία συγκρατεῖ καὶ ἡ ἄλλη ἐξυψώνει. Καὶ ὅταν ὑπάρχει ἡ ταπείνωση, τότε ἡ ἀγάπη εἶναι ἀληθινὴ καὶ ὁμοιάζει μὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν ἀγάπη. Ὁ Κύριος δὲν λυπήθηκε τὸν ἑαυτό Του, οὔτε καὶ μειώθηκε μὲ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔδωκε πάνω ἀπὸ τὸν Σταυρό, οὔτε μπῆκε στὸν πειρασμὸ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἀγάπη Του καὶ νὰ τιμωρήσει τοὺς ἀνθρώπους τὴν ὥρα ποὺ Τὸν προκαλοῦσαν μὲ ἀναισχυντία. Ἦταν ὁ ταπεινὸς Θεός, ὁ πάσχων δοῦλος, ποὺ Τὸν ἔφτυναν, Τὸν ἐνέπαιζαν, Τὸν σταύρωναν καὶ ὅμως δὲν κατέβαινε ἀπὸ τὸν Σταυρὸ τῆς ἀγάπης Του. Αὐτὸς εἶχε τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη.

Πρέπει νὰ παλεύουμε τὴν ταπείνωση τοῦ ἑαυτοῦ μας γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν ἀγάπη. Εἶναι ἕνας διπλὸς δρόμος καὶ ἕνα ταξίδι πνευματικοῦ ἀγῶνος. Πῶς χτίζεται ἡ ταπείνωση μέσα μας, γιὰ νὰ φυτρώνει παράλληλα καὶ τὸ εὐῶδες ἄνθος τῆς ἀγάπης;

Τὸ πρῶτο εἶναι νὰ δίνεις τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἀξία στὸν διπλανό σου, ὅποιος κι ἂν εἶναι. Νὰ νοιάζεσαι καὶ νὰ σκύβεις μὲ ἀγάπη στὸν φτωχὸ καὶ τὸν ἀνήμπορο, τὸν ἄσημο καὶ τὸν πεταμένο καὶ νὰ μὴ νιώθεις πὼς ὑποτιμᾶσαι καὶ χάνεις τὸν χρόνο σου μ’ αὐτούς. Στὸ πρόσωπο ὅλων αὐτῶν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ποὺ τιμᾶς καὶ ὑποκλίνεσαι. Ἀκόμη πιὸ μεγάλη ταπείνωση εἶναι νὰ ἀποδέχεσαι καὶ νὰ ἐκτιμᾶς τὰ χαρίσματα τοῦ ἄλλου καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέπεις τὴν ζήλεια νὰ ἔρθει καὶ νὰ φωλιάσει μέσα σου. Ταπείνωση δὲν εἶναι νὰ τιμᾶς τὸν μεγαλύτερο καὶ ἀξιότερο ἀπὸ σένα, στάση ποὺ εἶναι καὶ ἐπιβεβλημένη ἀπὸ τὸ πρωτόκολλο, ἀλλὰ τὸ νὰ σέβεσαι καὶ νὰ τιμᾶς τὸν μικρότερό σου καὶ νὰ τοῦ ἀναδεικνύεις τὰ χαρίσματά του. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἄσκηση γιὰ νὰ χτιστεῖ ἡ ταπείνωση μὲ τὴν ἀγάπη μέσα μας. Εἶναι ἕνας ἀνελέητος ἀγώνας καὶ ἕνα χτύπημα τοῦ ἐγωισμοῦ μας τὸ νὰ παλεύουμε σ’ αὐτὴν τὴν τιμὴ τοῦ ἄλλου.

Ἡ δεύτερη κίνηση τῆς καρδιᾶς εἶναι νὰ προσεύχεσαι γιὰ τὸν ἀδελφό σου. Ἀκόμη πιὸ σπουδαῖο εἶναι νὰ εὔχεσαι γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ τὸν ἐχθρό σου. Αὐτὴ ἡ προσευχὴ κτίζει τὴν ὄμορφη ταπείνωση καὶ γίνεται ἀγάπη. Βγαίνει ἀπὸ τὸ ἀκατάκριτο τῆς καρδιᾶς καὶ τὴν βαθειὰ ταπείνωση ποὺ δὲν βλέπει τὰ λάθη τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ μόνο τὰ δικά του. Θαύμασε ὁ Μ. Ἀντώνιος τὴν ἀρετὴ τῆς ταπείνωσης ποὺ εἶχε ὁ ἁπλὸς τσαγκάρης τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὁ ὁποῖος ὅλη τὴν νύχτα προσευχόταν γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς πόλης του.

Τρίτον, ἡ ταπείνωση χτίζεται ὅταν ὁ ἄνθρωπος παλεύει νὰ μείνει ἀτάραχος στὶς ὕβρεις καὶ τὸν διωγμό. Ὑπομένει τὸν συκοφαντικὸ λόγο καὶ τὴν ψεύτικη κατηγορία καὶ νιώθει πὼς ἔτσι ὁμοιάζει μὲ τὸν Θεό. Δὲν τρέχει ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν ἀθωότητά του. Προσπαθεῖ νὰ μὴν ὀργισθεῖ οὔτε καὶ νὰ ἀνταποδώσει. Ὅλη ἡ κακία τῶν ἀνθρώπων γίνεται ἡ λύτρωση τῶν δικῶν του ἁμαρτιῶν. Κι αὐτὴ ἡ πάλη εἶναι ἡ τελειότητα τῆς ταπείνωσης ποὺ δένεται μὲ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμονας, ὅταν τὸν ἔβριζε ἄσχημα ἕνας φτωχὸς ζητιάνος, δὲν προσβλήθηκε καθόλου, ἀλλὰ πιὸ πολὺ τὸν εὐεργέτησε. Ἔβλεπε τὸν ἑαυτό του ποὺ τόσες φορὲς εἶχε προσβάλει τὸν Χριστὸ μὲ τὰ δικά του λάθη καὶ ταπεινὰ ἀγαποῦσε τοὺς ἄλλους. Κι ὅταν βλέπει ὁ ἄνθρωπος τὶς δικές του ἁμαρτίες δὲν ἔχει χῶρο γιὰ νὰ σκεφτεῖ τὰ τῶν ἄλλων. Κι αὐτὴ ἡ ταπείνωση πάει μαζὶ μὲ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη.

Ἡ ἁπλότητα στὴν ἀγάπη ἔρχεται ὄντως ἀπὸ μία βαθειὰ ταπείνωση. Ἡ τελειότητα ὅμως τῆς ταπείνωσης εἶναι νὰ μὴν κατακρίνει κανέναν καὶ νὰ μὴ δέχεται κατακρίσεις τῶν ἄλλων. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου μένει ἀτάραχη καὶ γαλήνια καὶ εἰρηνικὴ καὶ ἡ ἀγάπη βαδίζει πλάι-πλάι μὲ τὴν ταπείνωση αὐτή. Ἔτσι ἔλεγε ἕνας γέροντας «μὴ κρῖνε ἄλλους, ἀλλὰ γενοῦ ὑπὸ κάτω πάντων». Εἶναι μεγάλη ταπείνωση νὰ μὴν ἔχεις λογισμοὺς κακοὺς γιὰ τοὺς ἄλλους, οὔτε νὰ ἀκοῦς τὶ λένε γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ οὔτε νὰ τὰ πιστεύεις, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ χαίρεσαι μὲ τὸ κακὸ τοῦ ἄλλου καὶ ποτέ σου μὴν κρίνεις τὸν ἄλλον, διότι δὲν γνωρίζεις τὰ βαθέα τῆς καρδιᾶς του. Μόνο νὰ λὲς «ὁ Θεὸς γνωρίζει τὸν καθένα» καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέψεις στὸν κατάλαλο νὰ σοῦ μιλᾶ, οὔτε νὰ συμμετάσχεις σ’ αὐτὰ ποὺ λέει, ἀλλὰ νὰ τὸν σταματήσεις μὲ ἀγάπη, ὅπως ἔλεγε ὁ Δαβὶδ «ἐκεῖνον ποὺ ἐρχόταν γιὰ νὰ κατακρίνει στὰ κρυφὰ τὸν διπλανό μου τὸν ἐξεδίωκα». Αὐτὸ εἶναι ταπείνωση, αὐτὸ εἶναι νὰ μὴν κρίνεις τὸν ἄλλο. Ἐκεῖ βρίσκεις τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη.

Ἡ κατάκριση εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τῆς ἀγάπης. Προέρχεται ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴν ἀλαζονεία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἔμμεσα μία αὐτοπροβολή, μισαδελφία καὶ φθόνος καὶ κακία. Εἶναι ἡ παχιὰ βδέλλα ποὺ πίνει τὸ αἷμα τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπόληψης τοῦ ἄλλου. Εἶναι τὸ πρόστυχο ἁμάρτημα, ποὺ σὰν πριόνι πριονίζει καὶ κατακόβει τὴν ὑπόσταση τοῦ προσώπου τοῦ ἄλλου. Εἶναι εὔκολη ἁμαρτία ποὺ πολὺ ἐπιπόλαια ἀνοίγουμε τὸ στόμα μὲ γλώσσα «μεστὴ ἰοῦ θανατηφόρου» καὶ δαγκώνουμε καὶ κατατρῶμε τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς θάβουμε. Εἶναι σὰν νὰ κλέβουμε τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ καθόμαστε ἐμεῖς καὶ νὰ δικάζουμε καὶ νὰ καταδικάζουμε τοὺς ἄλλους. Καὶ τὸ τραγικὸ εἶναι ὅτι ἔχουμε πάντα ἕτοιμη γνώμη νὰ ποῦμε γιὰ τοὺς ἄλλους. Ὅμως ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος εἶπε ὅτι δὲν ἦρθε γιὰ νὰ κρίνει τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν σώσει καὶ ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ πῶς νὰ μετανοήσει καὶ νὰ ἐπιστρέψει κοντά Του. Καὶ ἐμεῖς τὸν ὑπερβήκαμε μὲ τὶς κρίσεις μας. Σὰν τὸν ἀββᾶ Ἰσαὰκ τὸν Θηβαῖο ποὺ γυρνώντας ἀπὸ ἕνα μοναστήρι στὸ ἀσκητήριό του βρῆκε ἕναν Ἄγγελο νὰ τοῦ κλείνει τὴν πόρτα καὶ νὰ τοῦ λέει «Μ’ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ σὲ ρωτήσω σὲ ποιόν τόπο νὰ βάλω ἐκεῖνον τὸν Μοναχό, ποὺ ἔκρινες καὶ καταδίκασες πρὶν λίγο στὸ μοναστήρι;». Καὶ ἔπεσε ὁ ἀββᾶς στὰ πόδια τοῦ Ἀγγέλου καὶ ζητοῦσε μὲ δάκρυα συγχώρεση. Καὶ ποτέ του ξανὰ δὲν ἔκρινε κανέναν.

Ὁ μηχανισμὸς αὐτὸς τῆς μόνιμης κρίσης τῶν ἄλλων δείχνει μέσα στὸν ἄνθρωπο τὸν μεγάλο πανικό του γιὰ νὰ μὴ σκύψει ποτέ του νὰ δεῖ τὰ δικά του ἁμαρτήματα. Ἡ μόνιμη κρίση τῶν ἄλλων εἶναι τὸ μόνιμο κρυφτούλι ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Γι’ αὐτὸ καὶ διαπομπεύει τοὺς ἄλλους καὶ ὅλα τὰ προβάλλει καὶ τὰ μεταβιβάζει στοὺς ἄλλους γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸν φόβο τῆς δικῆς του αὐτοκριτικῆς. Κι ὅταν κάποιος ἀγωνίζεται ποτέ του νὰ μὴν κατακρίνει, τότε κτίζεται μέσα του μία βαθειὰ ταπείνωση, ἀπ’ ὅπου πηγάζει ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη.

Καὶ παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μοῦ χαρίσει τὴν ταπείνωση γιὰ ν’ ἀγαπῶ εἰλικρινὰ καὶ θυσιαστικά. Καὶ ἔκανα τὸν δικό μου τὸν ἀγώνα νὰ σιωπῶ καὶ νὰ μὴν κρίνω κανένα, νὰ τιμῶ τὸν ἀδελφό μου ὅποιος κι ἂν εἶναι, καὶ νὰ σκύβω στὴν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου, νὰ ὑπομένω καὶ νὰ μὴν ὀργίζομαι καὶ ἀδιαλείπτως νὰ προσεύχομαι. Καὶ στὸ δικό μου τὸν κόπο ἔλεγα στὸν Κύριο νὰ μοῦ προσθέσει τὴν δική Του ἀγάπη καὶ τὸ χάρισμα γιὰ ν’ ἀγαπῶ ταπεινά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου