Μέχρι πρὶν ἀπὸ 40 χρόνια ἡ ἔκτρωση θεωρεῖτο ποινικὸ ἀδίκημα. Ὁ νόμος 1609/1986 (ἄρθρο 304 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικα) ἀποποινικοποίησε τὶς ἐκτρώσεις. Ἡ ἔκτρωση, δηλαδὴ ἡ τεχνητὴ διακοπὴ τῆς ἐγκυμοσύνης, δὲν θεωρεῖται πλέον ἄδικη πράξη.
Ὁ συνήθης ἐξευγενισμένος ὅρος ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν πράξη αὐτή, εἶναι «διακοπὴ κυήσεως». Ἀλλὰ «διακοπὴ κυήσεως» εἶναι γιὰ τὴν κυοφορούσα μητέρα. Γιὰ τὸ κυοφορούμενο ἔμβρυο εἶναι «διακοπὴ ζωῆς»· δηλαδὴ θάνατος. Καὶ ὄχι ἀνεπιθύμητος θάνατος, ποὺ προῆλθε ἀπὸ κάποιο δυσάρεστο, ἀναπάντεχο γεγονὸς ἢ ἔστω ἀπὸ ἀμέλεια ἢ ἀπροσεξία, ἀλλὰ θάνατος ποὺ προκλήθηκε μὲ προμελέτη καὶ ἐπιβλήθηκε μὲ βιαιότητα καὶ ἀναλγησία· δηλαδὴ φόνος. Μάλιστα φόνος ἀθώας καὶ ἀνυπεράσπιστης ὑπάρξεως, ποὺ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζήσει σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, τουλάχιστον ὅσο τὸ ἔχουν καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν ἀποφάσισαν. Φόνος ἑνὸς ἀθώου παιδιοῦ, ποὺ τὸν ἀποφάσισαν οἱ γονεῖς του καὶ τὸν προκάλεσαν γιατροὶ ποὺ ὁρκίσθηκαν νὰ ὑπηρετοῦν τὴ ζωὴ καὶ ὄχι τὸν θάνατο.








