Γράφει ο κ.Δημήτριος Ρίζος, Δρ θεολογίας-φιλόλογος
Κατὰ τὴν πραγματοποίησι τῶν περιοδειῶν του ὁ Κύριος ἔφθασε κάποτε στὴν χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, ποὺ εἶναι στὴν ἀπέναντι πλευρὰ τῆς λίμνης ἀπὸ τὴν Γαλιλαία.
Καὶ τὸν συνάντησε κάποιος ἄνδρας τοῦ χωριοῦ, ποὺ ἦταν ἀπὸ χρόνια δαιμονισμένος, ροῦχα δὲν φοροῦσε, καὶ σὲ σπίτι δὲν ἔμενε, ἀλλὰ στὰ μνήματα. Ὅταν εἶδε τὸν Κύριο ἔβγαλε δυνατὴ κραυγὴ καὶ τοῦ εἶπε˙ Τί ἔχομε μεταξύ μας, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; Σὲ παρακαλῶ μὴ μὲ βασανίσης. Τὰ εἶπε αὐτά, διότι ὁ Κύριος παρήγγειλε στὸ πνεῦμα νὰ φύγη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ γιὰ πολλὰ χρόνια τὸν κρατοῦσε καὶ ἦταν δεμένος μὲ ἁλυσίδες καὶ χειροπέδες, ἀλλὰ τὶς ἔσπαζε, καὶ τὸ δαιμόνιο τὸν ὁδηγοῦσε στὶς ἐρήμους. Τότε τὸν ρώτησε ὁ Ἰησοῦς˙ Ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομά σου; Καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε˙ Λεγεών, διότι ἦσαν πολλὰ δαιμόνια.









