Δύο ἀπὸ τὰ παιδιὰ αὐτά, πῆραν ἐξιτήριο κάποτε ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο καί πήγανε στὸ σπίτι τους, ὅπου ἔμεναν μαζί. Ὅταν ξαναπῆγαν στὸν Γέροντα γιὰ νὰ τὸν δοῦν, τοῦ λένε: «Γέροντα, τόσον καιρὸ πού ἐρχόμαστε ἐδῶ πέρα, μᾶς ταΐζατε, μᾶς ποτίζατε κ.λπ. Θέλουμε κι ἐμεῖς νὰ σᾶς καλέσουμε μιὰ μέρα στὸ σπίτι μας, γιὰ νὰ σᾶς περιποιηθοῦμε».
Μοῦ λέει, λοιπόν, ὁ Γέροντας:
– Βαγγέλη, θὰ πᾶμε.
Λέω:
– Γέροντα, ποῦ θὰ πᾶμε; Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι…
– Βαγγέλη, ξέρω, ξέρω τὶ εἶναι…
-Μά, Γέροντα, αὐτοὶ οἱ δύο συζοῦν. Μένουν στὸ ἴδιο σπίτι. Ἐπίσης, φορᾶνε βέρες.
Ἄρα, πρέπει νὰ καταλάβετε ὅλοι – καὶ νὰ τὸ καταλάβει καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ νὰ τὸ καταλάβει καὶ ὁ λαός- ὅτι ἀπὸ τὸ 1984 ὑπῆρχαν ὁμοφυλόφιλοι πού συζοῦσαν καὶ φοροῦσαν βέρες. Καταλαβαίνετε τί λέω; Ὅτι δηλαδὴ ἦσαν ἀρραβωνιασμένοι, παντρεμένοι. Τέλος πάντων, τοῦ λέω:






.png)



