Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτη, θεολόγου
Ἡ γλώσσα τῆς λατρείας ἀποτελοῦσε ἀνέκαθεν ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ πολυσυζητημένα ζητήματα στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἰσορροπώντας ἀνάμεσα στὴν ἀνάγκη γιὰ πνευματικὴ κατανόηση καὶ τὸν σεβασμὸ πρὸς τὴν ἱερὴ παράδοση. Στὸ ἐπίκεντρο αὐτοῦ τοῦ διαλόγου βρίσκεται τὸ ἐρώτημα: Γιατί ἡ Ἐκκλησία ἐπιμένει στὴν χρήση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς —συγκεκριμένα τῆς ἑλληνιστικῆς κοινῆς— ἔναντι τῆς νέας ἑλληνικῆς, τὴν ὁποία μιλᾶ καὶ ἀντιλαμβάνεται ἄμεσα ὁ σύγχρονος πιστός;
Ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ δὲν εἶναι τυχαία, οὔτε πηγάζει ἀπὸ μιὰ ἁπλὴ ροπὴ πρὸς τὸν συντηρητισμό. Ἀντιθέτως, ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλώσσα μεταφέρει ἕνα τεράστιο πνευματικὸ καὶ πολιτισμικὸ φορτίο, λειτουργώντας ὄχι μόνο ὡς μέσο ἐπικοινωνίας, ἀλλὰ καὶ ὡς φορέας δογματικῆς ἀκρίβειας καὶ αἰσθητικοῦ κάλλους.
Ἡ Καινὴ Διαθήκη γράφτηκε στὴν ἑλληνιστικὴ κοινή, τὴν γλώσσα ποὺ μιλοῦσαν καὶ ἔγραφαν τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων, ἐνῶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη καθιερώθηκε στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση μέσῳ τῆς Μεταφράσεως τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄), ἡ ὁποία ἐπίσης ἀνήκει σὲ αὐτὴν τὴν γλωσσικὴ περίοδο. Ἡ διατήρηση αὐτοῦ τοῦ ἰδιώματος στὴ Θεία Λειτουργία δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐμμονὴ στὸν τύπο, ἀλλὰ μιὰ πράξη πνευματικῆς αὐθεντικότητας.







.jpg)



