Σε τόσο μεγάλο βαθμό έφθασε η αδυναμία των μαθητών να αντιληφθούν καθαρά τα λόγια του Κυρίου για το επικείμενο Πάθος και την Ανάστασή Του, ώστε ευθύς αμέσως να Τον πλησιάσουν οι υιοί του Ζεβεδαίου και να συζητήσουν μαζί Του για την πρωτοκαθεδρία που θα ήθελαν να τους παραχωρήσει στο μέλλον· διότι, όπως αναφέρει ο ευαγγελιστής Μάρκος, είπαν τότε στον Κύριο: «Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου(:όταν έλθεις στη δόξα σου και ανεβείς στον επίγειο βασιλικό θρόνο του Δαβίδ, βάλε μας να καθίσουμε ο ένας στα δεξιά σου κι ο άλλος στ’ αριστερά σου)»[Μάρκ.10,37].
Πώς τότε λοιπόν ο ευαγγελιστής Ματθαίος λέγει ότι πλησίασε τον Κύριο η μητέρα τους και το ζήτησε αυτό και όχι οι ίδιοι οι μαθητές; «Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ αἰτοῦσά τι παρ᾿ αὐτοῦ(: τότε Τον πλησίασε η μητέρα των παιδιών του Ζεβεδαίου με τους γιους της, η οποία Τον προσκύνησε και έδειξε ότι σκόπευε να Του ζητήσει κάτι)»[Ματθ.20,20]. Φυσικό ήταν και τα δύο να συνέβησαν· διότι παρέλαβαν τη μητέρα τους, με σκοπό να μεγαλώσουν την παράκλησή τους, και κατ’ αυτόν τον τρόπο να συγκινήσουν τον Χριστό. Το ότι λοιπόν είναι αληθινό αυτό που είπα και ότι η παράκληση ήταν μάλλον δική τους, αλλά παρουσιάζουν από ντροπή τη μητέρα τους, πρόσεξε πως ο Χριστός απευθύνει προς αυτούς τον λόγο. Καλύτερα όμως ας προσπαθήσουμε να γνωρίσουμε κατά πρώτον τι είναι αυτό που ζητούν, με ποια διάθεση το ζητούν και τι ήταν εκείνο που τους οδήγησε να ενεργήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο.











