Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (15. ΝΑΚΗΣ ΚΟΛΙΝΤΣΑΣ)

 ΙΔΡΥΜΑ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ




Γεώργιος Χ. Μόδης

ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Εκλεκτά Διηγήματα

15. ΝΑΚΗΣ ΚΟΛΙΝΤΣΑΣ




Απόσπασμα κυνηγών του τούρκικου στρατού είχε στήσει ενέδρα μια καλοκαιρινή νύκτα του 1906 στη ρεματιά πάνω απʼ το Μεγάροβο. Βασίλευε απόλυτη σιωπή και ησυχία. Κάπου κάπου ακούονταν απʼ το χωριό μακρινά γαυγίσματα. Οι στρατιώτες κολλημένοι πίσω απʼ τους βράχους βουβοί κι ακίνητοι δεν έδιναν κανένα σημείο ζωής˙ θα νόμιζε κανείς πως είχαν κι αυτοί απολιθωθεί.

Κάτω στο βάθος της ρεματιάς, λίγα μέτρα χαμηλότερα άσπριζε το μονοπάτι. Όσοι θα είχαν την κακή τύχη να μπουν στην ποντικοπαγίδα αυτή, ήταν καταδικασμένοι, οσοδήποτε πολλοί και γενναίοι κι αν ήταν.

Ξάφνου ακούστηκαν ελαφρά και γοργά βήματα. Από ψηλά, απʼ την αρχή της ρεματιάς πρόβαλε ένας άγνωστος που κατέβαινε απʼ το βουνό. Φορούσε γουρουνοτσάρουχα. Φαινόταν βιαστικός. Που και που όμως σταματούσε κι εγύριζε ολόγυρα το κεφάλι του σαν να είχε μυριστεί κάποιον κίνδυνο.


Όταν έφτασε στο καρτέρι αντήχησε ένα τραχύ αλτ και συγχρόνως πολλές κάννες έκαμαν την εμφάνιση τους ανάμεσα απʼ τους βράχους. Ο άγνωστος κοκκάλωσε στη θέση του. Μερικοί στρατιώτες κατέβηκαν γλήγορα κάτω και κρατώντας τον απʼ τα χέρια τον έφεραν επάνω στον αρχηγό τους.

- Από που είσαι; τον ρώτησε σιγά εκείνος, ένας νεαρός υπολοχαγός του πεζικού, από τους Τούρκους αξιωματικούς της νέας σχολής, που έκρυβαν κάτω από το λούστρο του εξευρωπαϊσμένου όλα τʼ άγρια ένστικτα που απέδειξαν αργότερα στους Έλληνες και τους Αρμένιους της Μ. Ασίας.

- Απʼ το Μεγάροβο.

- Πως λέγεσαι;

- Νάκης Κολίντσας.

- Τι δουλειά κάνεις;

- Έχω ένα μικρομπακάλικο στο χωριό.

- Μπορείς να μας πεις πούθε έρχεσαι και τι γυρεύεις τέτοια ώρα στο βουνό;

- Έχασα την αγελάδα μου και βγήκα να την ζητήσω.

- Περίμενα την απάντηση αυτή. Γιʼ αυτό και μπακάλης εσύ φόρεσες γουρουνοτσάρουχα. Έλα αφʼ στα αυτά. Δεν έχουν πέραση. Πες μου καθαρά που ακριβώς β ρίσκονται τώρα οι αντάρτες.

- Δεν ξέρω μπέη μου. Ούτε άκουσα ούτε είδα αντάρτες.

- Επιμένεις λοιπόν να μας κοροϊδεύεις; Να ιδούμε ποιος θα βγει στο τέλος ζημιωμένος.

- Δεν ξέρω τίποτα.

- Καλά. Το περίμενα κι αυτό. Έχουμε καιρό και θα λογαριαστούμε.

Του έκαμαν έπειτα λεπτομερή έρευνα χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Δυο στρατιώτες του έδεσαν οπισθάγκωνα τα χέρια. Ένας τρίτος διατάχτηκε να κρατάει, διαρκώς την άκρη του σχοινιού.

Ο υπολοχαγός πήρε τότε το όπλο ενός στρατιώτου και του έδωσε στα πλευρά κάμποσες δυνατές κοντακιές που του έκαμαν να λιγοθυμήσει από τον πόνο.

- Πάρτες αυτές για μεζέ. Αν έχεις την κακή τύχη να μη πέσουν απόψε οι αντάρτες στα χέρια μου, θα πάμε αύριο την αυγή να τους ζητήσουμε μαζί στο βουνό. Κι αλίμονο σου αν δεν τους βρούμε. Θα μείνες για πάντα εκεί να ζητάς την αγελάδα σου.

Η σιωπή απλώθηκε πάλι στο καρτέρι. Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ακούστηκαν πάλι βήματα, αυτή τη φορά πολλά και βαριά. Ξεχώριζε καθαρά ο κρότος που κάνουν οι μπρόκες και τα χονδρά υποδήματα πάνω στην πέτρα. Κατέβαιναν από ψηλά κι ολοένα πλησίαζαν. Απʼ τη καμπή που ήταν στην αρχή της ρεματιάς πρόβαλε πρώτα ένας, έπειτα δεύτερος, έπειτα τρίτος, τέταρτος, πέμπτος. Ο θόρυβος των πολλών βημάτων πρόδιδε πως πίσω τους ακολουθούσαν κι άλλοι πολύ περισσότεροι. Φορούσαν κάπες. Είχαν κι όπλα που διακρίνουνταν από τις αναλαμπές τους στο φως του φεγγαριού.

Πάνω στο καρτέρι μπορούσες νʼ ακούσεις και τη μύγα νʼ ανασαίνει.

Ο Νάκης άκουσε τα βήματα αυτά, που άλλωστε τα περίμενε, κι ένοιωσε να παγώνει το αίμα στις φλέβες του. Με τα μάτια της ταραγμένης φαντασίας του είδε ξαφνικά τη ρεματιά γεμάτη σαράντα αιματωμένα πτώματα ανταρτών, είδε τον θρίαμβο των Τούρκων που περιέφεραν τα όπλα και τʼ ασημικά τους, τη χαρά των Βουλγάρων και Ρωμούνων, το βαρύ πένθος των Ελλήνων. Την ίδια στιγμή μια άλλη σκέψη πέρασε γοργά απʼ το μυαλό του που τον έκανε νʼ ανατριχιάσει. Δεν θα τον θεωρούσαν όλοι αυτόν για προδότη και δολοφόνο των σαράντα παλικαριῶν; Σαν τρελός τότε ο Νάκης ξεπετιέται στην κορυφή των βράχων προτού προφθάσει ο στρατιώτης να τον συγκρατήσει κι από κει ψηλά όρθιος με τα χέρια δεμένα πάντοτε πίσω βάζει μια άγρια φωνή. «Πίίίσω, παιιδά, πίίσωω γλήγορα... Η ρεματιά είναι πιασμένη απʼ τους Τούρκους. Πίίσω για τʼ όνομα του Θεού».

Οι αντάρτες στην πρώτη αυτή απροσδόκητη κραυγή σταμάτησαν και ετοίμασαν τα όπλα τους. Έπειτα σαν την αναγνώρισαν άρχισαν να υποχωρούν. Οι δυο τελευταίοι έγιναν ήδη άφαντοι πίσω απʼ την καμπή. Ένα παράγγελμα τότε ακούστηκε καο ογδόντα μάουζερ άστραψαν κι εβρόντησαν δια μιας. Η σιγαλιά της νύχτας κι ο αντίλαλος της ρεματιάς ετριπλασίασε τον βρόντο τους. Ένας αντάρτης έμεινε στον τόπο. Ο Νάκης κατρακύλησε από ψηλά απʼ τους βράχους κάτω στο βάθος της ρεματιάς.

Την μεθεπόμενη η επίσημη εφημερίδα της Νομαρχίας Μοναστηρίου έγραφε: Του γενναίου και ενδόξου Αυτοκρατορικού Στρατού επίλεκτον απόσπασμα υπό την διοίκησιν του ηρωικού υπολοχαγού Ετέμ βέη συγκρουσθέν διαρκούσης της προπαρελθούσης νυκτός επί του όρους ύπερθεν της κωμοπόλεως Μεγαρόβου μετά κακοποιού συμμορίας Ελλήνων ληστανταρτών εξόντωσε ένα λησταντάρτην αγνώστου ονοματεπωνύμου και επότισε διʼ αφθόνων ιχνών αίματος των συντρόφων του την ιεράν ταύτην γην, την οποίαν οι ανίεροι πόδες των ρυπαίνουσι. Εν τω τόπω της συγκρούσεως ευρέθη νεκρός και εις κάτοικος Μεγαρόβου ακούων εις το όνομα Νάκης Κολίντσας συνεργαζόμενος μετά των ληστανταρτών και εξυπηρετών τους σκοτίους αυτών σκοπούς. Το ηρωικόν απόσπασμα κατεδίωκε κατά πόδας τους επωφεληθέντας του σκότους και των εδαφικών ανωμαλιών κακοποιούς, ευελπιστούμεν δε, ότι λίαν προσεχώς θέλομεν είσθαι είς την ευχάριστον θέσιν νʼ αναγγείλωμεν την πλήρη εξόντωσιν των κακοποιών, οίτινες διαταράττουσι την ησυχίαν και γαλήνην των πιστών υπηκόων και επιβουλεύονται την ευημερίαν, ης ούται απολαύουσι υπό την πατρικήν αιγίδα της Α. Αυτοκρατορίας Μεγαλειότητας του Σουλτάνου, ου μακρά τα έτη.

Λίγες μέρες αργότερα στη γειτονιά του μακαρίτη του Νάκη γινόταν γάμος. Αργά τη νύκτα στο σπίτι του γαμπρού έπλεε στα φώτα κι απʼ τʼ ανοικτά παράθυρα του ξεχυνόταν έξω τραγούδια, βιολιά κι ο ρυθμικός κρότος του χορού. Έξαφνα εμφανίζεται τα μεσάνυχτα αθόρυβα σαν φάντασμα ο Ετέμ μπέης μʼ ένα τμήμα των ανδρών του και περικυκλώνει το σπίτι. Εκεί μέσα στην αρχή σημειώθηκε κάποια συγκίνηση και ταραχή. Αλλά γλήγορα ξανάρχισαν τον χορό και τα τραγούδια σαν να μην είχαν νοιώσει την παρουσία τους. Κατέβηκαν έπειτα κάτω ο γαμπρός, ο πατέρας του, η μητέρα του κι ο κουμπάρος κι είπαν στον υπολοχαγό.

- Ορίστε, μπέη, επάνω να πάρετε κανένα γλυκό ή κρασί. Νέος κι ανύπανδρος είσθε και σεις.

- Ευχαριστώ. Πήγαινα με τους άνδρες μου περίπατο ως το δάσος. Μʼ άρεσαν τα τραγούδια σας και στάθηκα να τʼ ακούσω.

- Περάστε λοιπόν επάνω να τʼ ακούσετε από κοντά. Είναι ντροπή μας να μείνετʼ έξω.

Ο αξιωματικός δεν έφερε πολλές άλλες δυσκολίες και μπήκε μέσα με συνοδεία δυο λοχιών. Οι άλλοι άνδρες έμειναν στις θέσεις τους καταμαγεμένοι ίσως κι αυτοί απʼ τη μελωδία των τραγουδιών και του χορού.

Επάνω στη σκάλα τον περίμενε η νύφη με μια λάμπα στο χέρι. Ήταν ένα ολόδροσο και χαριτωμένο κορίτσι, που η αθωότητά του ήταν περιχυμένη επάνω του, όπως κι η άσπρη νυφική του στολή. Του έδωσε χαμογελώντας το χέρι και του είπε ελληνικά, «στις χαρές σου, μπέη».

- Ευχαριστώ, απάντησε εκείνος. Ήξευρε λίγα ελληνικά.

Μπροστά η νύφη με τη λάμπα στο χέρι τον οδήγησε στο δωμάτιο που ήταν τα κορίτσια, οι νέες γυναίκες και οι νέοι. Ο υπολοχαγός βρέθηκε σε στενόχωρη θέση. Είχʼ ἐλθει με διαθέσεις κάθε άλλο παρά καλές ύστερα απʼ την πληροφορία που του έδωσε αργά τη νύκτα ένας Ρουμάνος, πως στον γάμο ήταν κι εχόρευαν τρεις αντάρτες, που ο ένας ήταν μονόφθαλμος. Έβλεπε τώρα την προθυμία, την ευγένεια και την καλοσύνη των ανθρώπων αυτών και συγκινήθηκε. Οι παραδόσεις των παλαιών Τούρκων κι Αλβανών, που δεν επέτρεπαν νʼ αγγίξουν ούτε τρίχα από το σπίτι που φιλοξενούντανε, ξύπνησαν μέσα του. Ίσως οι πληροφορίες του Ρουμάνου ήταν γέννημα της φαντασίας του, της φυλετικής έχθρας. Έκαμε την απρατήρηση στο γαμπρό να μη σταματήσει ο χορός εξ αιτίας της παρουσίας του.

- Όχι, βέβαια. Θα χορέψετε μάλιστα και σεις.

- Εγώ δεν ξέρω χορό. Ζούμε βλέπετε στα βουνά απασχολημένοι με άλλα πράγματα.

- Δεν μπορείτε να μη ξέρετε. Στη σχολή μαθαίνετε. Το ξέρω καλά. Εμείς ράβουμε τα ρούχα των μαθητών της στρατιωτικής σχολής. Η συνήθεια μας είναι να χορέψουν όλοι όσοι είναι στον γάμο.

Ήρθε και τον σήκωσε. Στη σχολή είχε πάρει πραγματικά κι αυτός μαθήαμτα χορού. Αφʼ ότου όμως αποφοίτησε κι έγινε αξιωματικός, μια φορά μόνο είχε αξιωθεί να χορέψει μεθυσμένος σʼ ένα καφεσαντάν με μια Αυστριακιά τραγουδίστρια. Τώρα πρώτη φορά έπρεπε να χορέψει με μια γυναίκα από σπίτι. Θα προτιμούσε νʼ αρνηθεί. Μα φοβήθηκε μήπως χαρακτηρισθεί στα μάτια των πολιτισμένων αυτών χωρικών βάρβαρος κι αυτός όπως οι άλλοι Τούρκοι. Αναγκάστηκε λοιπόν να υποκύψει με την ψυχική διάθεση καταδίκου, που πηγαίνει στην κρεμάλα. Είχε γίνει περισσότερο άσπρος κι απʼ το νυφικό φόρεμα της ντάμας του. Ευτυχώς η νύφη χόρευε και τον οδηγούσε καλά. Ύστερα απʼ τους πρώτους γύρους ξαναβρήκε το ηθικό του κι άρχισε να τα καταφέρνει. Δυο άλλα κορίτσια, φίλες της νύφης, τον χόρεψαν διαδιχικά. Κάθησε σε μια καρέκλα να πιει ένα κρασί και νʼ ανάψει ένα τσιγάρο. Ήταν πληρέστατα ικανοποιημένος. Είχε αποδείξει πως ήταν καλός αξιωματικός και καλός χορευτής. Δεν του χωρούσε πια καμιά αμφιβολία πως οι πλούσιοι αυτοί νοικοκυραίοι δεν μπορούσαν να έχουν μέσα στο σπίτι τους και στο γάμο τους λησταντάρτες. Πως ήταν δυνατό να κρατήσουν την ψυχραιμία όλοι τους, ακόμα κι η νύφη και τα κορίτσια και να συνεχίσουν αδιάκοπα ένα τόσο αθώο και πολιτισμένο γλέντι; Ασφαλώς ο Ρουμάνος καταδότης τον γέλασε.

Σηκώθηκε και κάλεσε λίγο παράμερα έναν απʼ τους δυο λοχίες για να τον στείλει να λύσει την πολιορκία. Κείνη όμως τη στιγμή έπεσε το μάτι του σʼ έναν άνθρωπο μονόφθαλμο που ʼταν χωμένος σε μια άλλη κάμαρα ανάμεσα σε γέρους και γριές. Ξύπνησαν τότε μέσα του όλες οι υποψίες και τʼ άγρια ένστικτα του. Αγανακτούσε ιδίως κατά του εαυτού του, διότι λίγοι έλειψε να τον κοροϊδέψουν οι πονηροί αυτοί ραγιάδες με την ψευτοπεριποιητικότητα και την απίστευτη ψυχραιμία τους. Πέταξε τώρα το προσωπείο του πολιτισμένου και παραγγέλνει τον πατέρα του γαμπρού να καλέσει τον μονόφθαλμο. Ήταν ένας ψηλός ηλιοκαμένος άνδρας 25-30 το πολύ χρονών. Φορούσε ρούχα από ντόπιο σαγιάκι.

- Τον ξέρεις αυτόν τον άνθρωπο;

- Πως όχι; Αφού τον έχω καλεσμένο στον γάμο... Είναι χωριανός μας. Ζήσης Κόλας.

Ο υπολοχαγός του μίλησε τούρκικα κι αρβανίτικα.

- Μπέη μου, δεν ξέρει παρά μόνο βλάχικα κι ελληνικά, όπως κι όλοι οι χωριανοί μας, όσοι δεν δουλεύουν στο Μοναστήρι. Το παιδί εδώ έλειπε πολλά χρόνια στη Ρουμανία. Εκεί έχασε και το μάτι του και τώρα δεν μπορεί ο καημένος να παντρευτεί.

- Αυτά δεν μʼ ενδιαφέρουν. Έχει επάνω του το διαβατήριο ή το νοφούσι του; (πιστοποιητικό ταυτότητος).

- Κουβαλούν τέτοια πράγματα στους γάμους, μπέη μου;

- Τότε θα περάσει την αποψινή νύχτα στον στρατώνα.

- Αμάν, μπέη μου! Λογάριασε την προσβολή που γίνεται σε μένα και στο σπίτι μου.

- Δεν είναι μονάχα αυτός. Είναι κι άλλοι δυο ύποπτοι. Μήπως υπάρχουν κι άλλοι δω μέσα που κατά τύχη δεν ξέρουν ούτε τούρκικα, ούτʼ αρβανίτικα, ούτε βουλγάρικα;

- Πολλοί, μπέη μου. Οι περισσότεροι χωριανοί μας δεν ξέρουν παρά μόνο βλάχικα κι ελληνικά.

- Το λέτε γιατί ξέρετε πως ούτʼ εγώ ούτε κανένας απʼ τους στρατιώτες μου ξέρουμε βλάχικα. Όλοι οι καλεσμένοι σου είναι απʼ το Μεγάροβο;

- Είναι κι απʼ άλλα χωριά˙ το Τύρνοβο, την Νιζόπολη, την Μυλόβιστα και το Μοναστήρι.

Πως να κάμω λοιπόν την εκκαθάριση; Δεν μου μένει παρά να σας οδηγήσω όλους απόψε στον στρατώνα. Αν προτιμάτε, μένομε όλη την νύχτα εδώ μέσα και το πρωί βλέπομε. Στέλνω τώρα δυο στρατιώτες στο Μοναστήρι, ώστε το πρωί να βρίσκονται αστυνόμοι κι άλλοι που να ξέρουν και βλάχικα και να γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα. Σας ειδοποιώ μονάχα πως οι άνδρες μου κάτω έχουν διαταγή να πυροβολήσουν όποιον επιχειρήσει να βγει από δω χωρίς την άδεια μου.

- Όπως διατάξετε, μπέη μου. Αλλά γάμος με πολιορκία γίνεται; Κρίμα σε μένα που ράβω τόσα χρόνια τα ρούχα της στρατιωτικής σχολής.

Τα τραγούδια κι ο χορός είχαν πια ξεψυχήσει. Ολόγυρα απʼ το σύμπλεγμα του αξιωματικού, του πεθερού, του μονόφθαλμου και των δυο λοχιών παράστεκαν όλοι και όλες περίλυποι και πικραμένοι.

Τη στιγμή κείνη μπήκε μέσα ο μουχτάρης (πρόεδρος) του χωριού μαζί με δυο αζάδες (συμβούλους).

- Πήγαμε τα παιδιά σπίτι να κοιμηθούν κι εμείς ξαναγυρίζουμε πίσω για να ξεφαντώσουμε ως το πρωί. Καλά που ʼσαι και συ εδώ, Ετέμ-μπέη.

- Άφʼστα αυτά, κύριε μουχτάρη. Έχομε τώρα κάτι σπουδαιότερο.

- Τι συμβαίνει λοιπόν; Και στον γάμο έρχεσαι για σοβαρά πράγματα;

- Δεν θα ʼρχόμουνα στον γάμο για κέφι τα μεσάνυκτα. Ούτε συ έρχεσαι για ξεφάντωμα. Σε ξεσήκωσαν γιατί ακριβώς ήμουν κι εγώ εδώ.

- Στοιχηματίζω πως κάποιος απʼ τους φίλους σου τους Ρουμάνους θα σʼ έχει κοροϊδέψει πάλι.

Δεν θέλω να προσποιούμαι. Έχω πληροφορίες πως δω μέσα στον γάμο βρίσκονται μεταμφιεσμένοι τρεις αντάρτες. Και χορεύουν κι αυτοί σαν καλοί ραγιάδες.

- Για τόσο κουτούς μας πήρες, μπέη μου; Να φέρουμε αντάρτες σε γάμο, μέσα σε διακόσιους ανθρώπους, άνδρες γυναίκες και παιδιά, που αρκετοί είναι ξένοι από άλλα χωριά απλώς και μόνο για να χορέψουν; Και πότε όλα αυτά; Την εποχή που είσαι συ στο χωριό μας που φυλάγεις όσο δεν θα το έκαμαν δέκα τάγματα.

- Αυτό το σκέφτηκα, είνʼ αλήθεια κι εγώ, απάντησε ο αξιωματικός κολακευμένος απʼ το δίκαιο εγκώμιο. Μα κάποτε τα φέρνει έτσι ο διάβολος. Σεις πολλές φορές το παρακάνετε. Έχετε αποπθρασυνθεί. Η παρουσία του μονόφθαλμου αυτού που δεν ξέρει παρά μόνο ελληνικάκαι όπως λέγει βλάχικα και δεν καταλαβαίνει καμιά απʼ τις άλλες γλώσσες, που είναι τόσο κοινές στα μέρη αυτά, δεν είναι για να διαλύσει τις υποψίες μου.

- Αν είνʼ αυτό μπέη μου, σου φέρνω εγώ απʼ το χωριό μας εκατό άνδρες και τριακόσιες γυναίκες που ξέρουν μόνο βλάχικα.

- Οπωσδήποτε ο μονόφθαλμος, ο κυρ-Νάκης, όπως τον λέτε, θα περάσει την αποψινή νύχτα στον στρατώνα. Το ζήτημα είναι πως θʼ ανακαλύψω τους άλλους δυο υπόπτους.

- Δεν μένει παρά να μας οδηγήσεις όλους μας, μαζί με τον γαμπρό και τη νύφη, στο στρατώνα, εκεί να κάνουμε τον γάμο, γιατί όλοι είμεθα συνένοχοι, αφού χορεύουμε με αντάρτες.

- Αυτό είπα κι εγώ, είπε ο πεθερός.

- Υπάρχει και κάτι, απάντησε ο αξιωματικός. Να στείλω τον μονόφθαλμο στον στρατώνα και να μείνουμε όλοι δω μέσα ως ότου έλθουν αύριο αστυνομικοί απʼ το Μοναστήρι. Έχω έτοιμους δυο στρατιώτες να τους στείλω να ειδοποιήσουν. Ο γάμος θα εξακολουθήσει έτσι ελεύθερα.

- Μαύρος γάμος που θα γίνει μέσα σε κλουβί. Εγώ προτείνω κάτι άλλο καλύτερο. Θα σου δώσω έγγραφο υπογραμμένο και σφραγισμένο από μένα και τους δυο αζάδες πως εγγυούμεθα με το κεφάλι μας και μʼ όλη την περιουσία μας πως δεν υπάρχει ούτε στο χωριό όλο, ούτε σʼ αυτό εδώ το σπίτι κανένα ξένο κι ύποπτο πρόσωπο κι αναλαμβάνουμε να σου φέρουμε αύριο το πρωί, ή όποτε θελήσεις, τον περίφημο αυτό μονόφθαλμο κι όποιον άλλο απʼ αυτούς που είναι στο γάμο, ζητήσεις.

Ο αξιωματικός δεν απαντούσε. Βαριά σιωπή και αγωνία βασίλευε σʼ όλα τα πρόσωπα.

Άξαφνα ακούστηκαν δυνατά κλάματα της νύφης που είχε σωριασθεί σε μια καρέκλα στη γωνία.

- Μα τι έχει η νύφη; Γιατί κλαίει; Δεν έχει να πάθει τίποτε. Δεν πρέπει να φοβάται, είπε ταραγμένος ο αξιωματικός. Είχε συμπαθήσει το ολόδροσο, ευγενικό και αθώο αυτό κορίτσι.

Δεν φοβάται, μπέη μου, απάντησε ο πεθερός της, έτοιμος κι αυτός να κλάψει. Αλλά θεωρεί κακό σημάδι στη νέα ζωή της όλʼ αυτά που γίνονται απόψε την νύκτα του γάμου της.

Ο υπολοχαγός κλονίστηκε.

- Μου δίνεις, μουχτάρη, είπε του προέδρου, το πιστοποιητικό που είπες; Σκέψου καλά. Με ξέρεις.

- Σου το δίνω και το παραδίνω αμέσως, απάντησε πρόθυμα εκείνος. Το υπογράφω με τα δυο μου χέρια. Πίστεψε με. Δεν έχομε τίποτε. Με ξέρεις. Οι Ρουμάνοι σου είπαν τα παραμύθια αυτά για να μας χαλάσουν τον γάμο. Κάτσε ήσυχος να γλεντήσουμε.

Ο υπολοχαγός υπαγόρεψε κι ένας λοχίας έγραψε το περίφημο έγγραφο. Ο πρόεδρος κι οι δυο σύμβουλοι υπέγραψαν κι έβαλαν τις σφραγίδες τους.

Ο γάμος εξακολούθησε ως το πρωί. Οι στρατιώτες κι οι δυο λοχίες έφυγαν να κοιμηθούν. Ο υπολοχαγός εχόρεψε κι άλλες πόλκες. Εχόρεψε κι ο μονόφθαλμος.

Την άλλη μέρα παρουσιάζονται στο παλιό σχολείο, που εχρησίμευε τώρα για στρατώνας, ο πρόεδρος, οι δύο σύμβουλοι κι ο πατέρας του γαμπρού.

- Σου φέραμε, μπέη, τομ μονόφθαλμο.

Ο μπέης μόλις τον είδε κιτρίνισε και πρασίνισε.

- Αυτός είναι;

- Αυτός, μπέη μου.

- Αυτό βάλλαχι δεν το περίμενα... Το θράσος σας δεν έχει όρια... Φέρνετε ένα γέρο στη θέση ενός νέου και ψηλού.

- Δεν έχομʼ άλλο μονόφθαλμο στο χωριό, μπέη. Ίσως τα μάτια σας ήσαν ζαλισμένα στον γάμο απʼ τα πολλά φώτα. Ίσως κι απʼ το κρασί.

- Με κάμετε λοιπόν μεθυσμένο!... Αυτόν τον παλιόγερο τον ξέρω, είναι ο πατέρας του Νάκη Κολίντσα. Έως ψες είχε τα γένεια για το πένθος του προκομμένου του γιου του. Τον βάλατε να τα ξουρίσει και να φορέσει τα ρούχα αυτά για πρώτη φορά ενώ φορούσε πάντα τσιπούνια. Αυτός ξέρει και τούρκικα κι αρβανίτικα και βουλγάρικα. Τι θα γύρευε στον γάμο; Προχθές μόλις έθαψε τον γιο του...

- Μην στεναχωριέσε, μπέη. Κάποια σύγχυση παθαίνετε. Αυτό που σας λέμε είναι αλήθεια... Πίστεψε μας.

- Σκασμός... Φθάνει πια... Αν δεν ήταν μέρα και κόσμος απʼ έξω θα σας διόρθωνα. Το έγγραφό σας, βλέπετε, το κάνω κομμάτια. Καθώς καταλαβαίνετε και σεις καλύτερα από μένα δεν έχω διάθεση να ρεζιλευθώ στο Μοναστήρι για τη ψεσινή μου βλακεία. Αλλά βάλλαχι μπίλλαχι σας ορκίζομαι και στη στρατιωτική μου τιμή θα μου το πληρώσετε όλοι σας ακριβά.

Την ίδια μέρα ο πρόεδρος, οι δύο σύμβουλοι κι ο πατέρας του γαμπρού έφευγαν μʼ όλες τις οικογένειες τους στο Μοναστήρι όπου έμειναν έως ότου παρέμενε στο Μεγάροβο ο Ετέμ-μπέης. Ο γέρο-μονόγθαλμος γύρισε στο φτωχόσπιτό του, όπου η γριά του κι η χήρα του Νάκη με τα δυο μικρά κορίτσια της με πολλή έκπληξη είδαν την μεταμόρφωσή του.

Δεν πέρασαν όμως πολλές μέρες κι ο γερο-Κολίντσας βρέθηκε σκοτωμένος στο δάσος όπου είχε πάει με το γαϊδούρι του για ξύλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου