Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2020

Η ορθόδοξη Πίστη μας του Αρχιμ. Επιφανίου Κ. Χατζηγιάγκου (17ο ΚΕΦ)

 


17. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

9. «Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν»

 

17.1. ΕΝΝΟΙΑ, ΙΔΡΥΣΗ, ΣΚΟΠΟΣ, ΕΡΓΟ

 

Ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας

Τὸ 9ο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως ἀναφέρεται στὴν Ἐκκλησία. Ἐκκλησία (ἀπὸ τὸ ρῆμα ἐκ-καλῶ) σημαίνει πρόσκληση, συγκέντρωση. Στὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Πίστη, Ἐκκλησία εἶναι τὸ σύνολο τῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶναι βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, πιστεύουν ὀρθόδοξα σὲ ὅλες τὶς ἀλήθειες ποὺ μᾶς ἀποκάλυψε ὁ Θεός, ἀναγνωρίζουν τὸν Ἰησοῦν Χριστὸ ὡς Θεὸ καὶ Σωτήρα τους, τρέφονται μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἁγιάζονται μὲ τὰ Μυστήρια, λατρεύουν ὀρθόδοξα τὸν Θεό, ἀγωνίζονται νὰ ἐκτελοῦν τὶς ἐντολές του, καὶ ποιμαίνονται ἀπὸ τὸν ἱερὸ κλῆρο, ἐπισκόπους καὶ ἱερεῖς κανονικὰ χειροτονημένους.

 

Ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας

Ἱδρυτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Κύριός μας  Ἰησοῦς Χριστός (βλ. Ματθ. 16,18). Εἶναι καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀποτέλεσμα τῆς σταυρικῆς του Θυσίας (βλ. Πράξ. 20,28). Θὰ μπορούσαμε ὅμως νὰ ποῦμε ὅτι ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάδα συμμετέχει στὴ δημιουργία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως συμμετεῖχε καὶ στὴ δημιουργία τοῦ κόσμου.

Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, δὲν εἶναι ἀνθρώπινο κατασκεύασμα· εἶναι θεοσύστατος ὀργανισμός.

 

Ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὶς ρίζες της πρὸ Χριστοῦ (βλ. Ἐφ. 2,19-20). Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἔχυνε τὸ τίμιο Αἷμα του πάνω στὸν Σταυρό, δὲν θὰ ὑπῆρχε ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν πλήρη της ἔννοια. Καὶ ὅπως μὲ τὴν ὕπνωση τοῦ Ἀδὰμ προῆλθε ἀπὸ τὴν πλευρά του ἡ Εὔα, ἔτσι καὶ μὲ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴν πλευρά του ἡ Ἐκκλησία. Διότι τὸ νερὸ καὶ τὸ αἷμα, ποὺ βγῆκαν ἀπ’ αὐτήν, δηλώνουν τὰ δύο βασικὰ Μυστήρια, τὸ Βάπτισμα καὶ τὴ Θεία Κοινωνία, στὰ ὁποῖα στηρίζεται ἡ Ἐκκλησία. 

Ὅμως ἡ ἐπίσημη ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας ἔγινε, ὅπως εἴπαμε, τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Αὐτὴ θεωρεῖται ἡ «γενέθλια ἡμέρα» τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ὅπως τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δημιούργησε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὰ πάναγνα αἵματα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἔτσι δημιουργεῖ καὶ τὸ πνευματικὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.

Ἡ πλήρης ἀποκάλυψη τῆς Ἐκκλησίας θὰ γίνει τὴν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου, ὁπότε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ θὰ ἀποκτήσει πλήρη ἑνότητα καὶ κοινωνία μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό.

 

Σκοπὸς τῆς Ἐκκλησίας

Σκοπὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ ἀξιοποιήσει τὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὸ συνεχίσει μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Δηλαδή, αὐτὸ ποὺ θὰ ἔκανε ὁ Χριστὸς ἂν ἔμενε στὴ γῆ, τὸ κάνει ἡ Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος λέει ὅτι «Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστὸς παρατεινόμενος εἰς τοὺς αἰῶνας».

 

Μέσα ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία

Ἡ Ἐκκλησία, ὡς συνεχιστὴς τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, ἐργάζεται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἐργάστηκε ὁ Χριστὸς ὅταν ἦταν στὴ Γῆ, καὶ χρησιμοποιεῖ τὰ ἴδια μέσα ποὺ Αὐτὸς χρησιμοποίησε γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο.

α) Τὸ πρῶτο μέσο ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ διδασκαλία, τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Διότι γιὰ νὰ πιστέψει κάποιος καὶ νὰ σωθεῖ πρέπει πρῶτα νὰ ἀκούσει τὸ Εὐαγγέλιο (βλ. Ρωμ. 10,17). Αὐτὸ εἶναι τὸ διδακτικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας.

β) Τὸ δεύτερο μέσο εἶναι ἡ Θεία Χάρη, ποὺ μεταδίδει μὲ τὰ ἱερὰ Μυστήρια. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἁγιαστικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἐὰν μὲ τὸ κήρυγμα φωτίζει τοὺς πιστούς, μὲ τὰ Μυστήρια τοὺς ἁγιάζει.

γ) Τὸ τρίτο μέσο εἶναι ἡ διαποίμανση τῶν πιστῶν. Τὸ ποιμαντικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὀνομάζεται, εἶναι ἐξ ἴσου σημαντικὸ μὲ τὰ δύο προηγούμενα. Ὁ καλὸς ποιμένας (ὁ ἱερέας, ὁ ἐπίσκοπος) θὰ παρηγορήσει τὸν πονεμένο, θὰ στηρίξει στὴν πίστη αὐτὸν ποὺ κλονίζεται, θὰ τρέξει νὰ βρεῖ τὸν πλανεμένο κ.λπ..

Στὸ ποιμαντικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ κοινωνικὸ ἔργο·  ἡ φιλανθρωπία, ἡ δημιουργία κοινωφελῶν ἱδρυμάτων (γηροκομείων, ὀρφανοτροφείων, νοσοκομείων) κ.ἄ..

Ὅπως βλέπουμε δηλαδή, ἡ Ἐκκλησία συνεχίζει τὸ τριπλὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ· προφητικό, ἀρχιερατικό, βασιλικό.

                                                                                  

17.2. ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΤΑΞΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

Φύση τῆς Ἐκκλησίας

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει, ὅπως καὶ ὁ Χριστός, δύο φύσεις, δύο πλευρές· τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη. Ἡ θεία φύση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μυστικὴ καὶ ἀόρατη, εἶναι ὁ Χριστός, τὸ  Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ Θεία Χάρη ποὺ ἁγιάζει τοὺς πιστούς. ἀνθρώπινη φύση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁρατὴ πλευρά της, εἶναι τὰ μέλη της, εἶναι κάθε τὶ ποὺ ἀκοῦμε καὶ βλέπουμε· ὁ ναός, οἱ εἰκόνες, τὰ ἱερὰ βιβλία, κ.λπ..

Σὲ κάθε Μυστήριο ἢ τελετὴ ὑπάρχει τὸ ὁρατὸ καὶ τὸ ἀόρατο στοιχεῖο. Π.χ. στὸ Βάπτισμα ὁρατὸ στοιχεῖο εἶναι τὸ νερό, τὸ λάδι κ.λπ.· ἀόρατο εἶναι τὸ  Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ ἁγιάζει τὸ νερὸ καὶ τὸ λάδι.

 

Στρατευομένη καὶ Θριαμβεύουσα Ἐκκλησία

Μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κατ’ ἀρχὴν οἱ πιστοὶ ποὺ ζοῦν ἐπὶ τῆς Γῆς. Αὐτοὶ ἀποτελοῦν τὸ ἕνα μέρος, τὴ «Στρατευομένη Ἐκκλησία». Εἶναι οἱ στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀγωνίζονται ἐδῶ στὴ Γῆ «τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως» (Α΄ Τιμ. 6,12). Τὸ δεύτερο μέρος εἶναι ὅλοι ὅσοι ἔφυγαν ἀπ’ αὐτὸ τὸν κόσμο. Αὐτοὶ ἀποτελοῦν τὴ «Θριαμβεύουσα Ἐκκλησία». Εἶναι οἱ πιστοὶ ποὺ βρίσκονται θριαμβευτὲς στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Μεταξὺ τῶν δύο τμημάτων ὑπάρχει στενὴ σχέση. Οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἅγιοι στὸν Οὐρανὸ διαρκῶς πρεσβεύουν στὸν Θεὸ γιὰ τοὺς ἀδελφούς τους ποὺ ἀγωνίζονται στὸν κόσμο. Παράλληλα καὶ ἡ Στρατευομένη Ἐκκλησία, ποὺ βρίσκεται στὴ Γῆ, τιμᾶ τοὺς ἁγίους μὲ ναούς, ἑορτές, εἰκόνες, καὶ προσφέρει τὴ Θεία Εὐχαριστία «εἰς τιμὴν καὶ μνήμην αὐτῶν». Ἀλλὰ καὶ στοὺς κεκοιμημένους ἀδελφοὺς καὶ πατέρες μας τελεῖ μνημόσυνα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τους.

 

Κλῆρος καὶ λαὸς

Ὅπως στὸν στρατὸ ὑπάρχουν οἱ στρατιῶτες καὶ οἱ ἀξιωματικοί, ἔτσι καὶ στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχει ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαός. Ὁ κλῆρος (τὸ ἱερατεῖο) εἶναι μιὰ εἰδικὴ τάξη ποὺ πῆρε τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης. Ὑπάρχουν τρεῖς βαθμοὶ στὴν ἱερωσύνη· ὁ διάκονος, ὁ πρεσβύτερος (ἱερέας) καὶ ὁ ἐπίσκοπος (ἀρχιερέας).

Ὁ κλῆρος συνεχίζει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔχει τὰ τρία ἀξιώματά του· τὸ κηρυκτικό, μὲ τὸ ὁποῖο διδάσκει τὸν λαό, τὸ ἀρχιερατικό, μὲ τὸ ὁποῖο εὐλογεῖ καὶ ἁγιάζει τὸν λαό, καὶ τὸ βασιλικό, μὲ τὸ ὁποῖο ποιμαίνει καὶ διοικεῖ τὸν λαό.

λαὸς δέχεται τὶς εὐλογίες τοῦ κλήρου, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ τιμᾶ, νὰ σέβεται καὶ νὰ ὑπακούει. Ἐπὶ πλέον ὁ λαὸς συμμετέχει κι αὐτὸς στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ βοηθᾶ τοὺς ἱερεῖς στὸ ἔργο τους.

 

Τὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας

Τὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἱεραρχικό. Ὁ ἱερὸς κλῆρος εἶναι ἡ πνευματικὴ ἡγεσία τοῦ λαοῦ. Σὲ κάθε ἐπαρχία ὁ ἐπίσκοπος ἔχει ὅλη τὴν ποιμαντικὴ καὶ διοικητικὴ ἐξουσία.

Τὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἱεραρχικό, ὄχι ὅμως ἱεροκρατικό. Ὁ κλῆρος ἔχει σκοπὸ νὰ ὑπηρετεῖ καὶ ὄχι νὰ ὑπηρετεῖται ἀπὸ τοὺς πιστούς. Τέλειο παράδειγμα καλοῦ ποιμένος μᾶς ἄφησε ὁ Χριστός (βλ. Ματθ. 20,28), ποὺ ἔπλυνε τὰ πόδια τῶν μαθητῶν του.

 

Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι

Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνώτατη πνευματικὴ καὶ διοικητικὴ ἀρχὴ εἶναι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Σ’αὐτὴν λαμβάνουν μέρος ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐκεῖ ἀσχολοῦνται μὲ μεγάλα καὶ κρίσιμα θέματα σχετικὰ μὲ τὰ δόγματα, τὴ ζωὴ καὶ τὴ διοίκηση. Οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκ. Συνόδων θεωροῦνται θεόπνευστες καὶ ἀλάθητες, ἐφ’ ὅσον τοὺς συνοδικοὺς ἐπισκόπους φωτίζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκ. Συνόδων διακρίνονται σὲ ὅρους καὶ κανόνες. Οἱ ὅροι ἔχουν σχέση μὲ τὰ δόγματα καὶ οἱ κανόνες ρυθμίζουν ζητήματα ζωῆς, διοικήσεως καὶ ἐκκλησιαστικῆς τάξεως.

Ὅπως ἀναφέραμε πιὸ πάνω, Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο ὁ κλῆρος, εἶναι καὶ ὁ λαός. Ἔτσι στὶς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων ὁ πιστὸς λαὸς συμμετέχει καὶ πολλὲς φορὲς τὶς διαμορφώνει ἢ καὶ τὶς ἀκυρώνει, ὅπως συνέβη σὲ διάφορες περιπτώσεις στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας.

 

17.3. ΤΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

«εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν

καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν»

 

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ

Τὸ πρῶτο γνώρισμα ποὺ χαρακτηρίζει τὴν Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἑνότητα, τὸ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ μόνο μία. Ἐφ’ ὅσον ὁ Χριστὸς ποὺ εἶναι ἡ κεφαλή της εἶναι ἕνας, καὶ ἡ Ἐκκλησία ποὺ εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία. Οἱ διάφορες τοπικὲς Ἐκκλησίες ποὺ γνωρίζουμε, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, τῆς Ρωσίας κ.ο.κ., δὲν εἶναι διαφορετικὰ σώματα ἀλλὰ μέλη τοῦ ἑνὸς σώματος. Ἡ διαίρεση αὐτὴ ἔγινε γιὰ λόγους διοικητικούς.

Ὅταν λέμε «μία» ἐννοοῦμε ὅτι στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχει ἑνότητα σὲ τρία βασικὰ θέματα· στὸ δόγμα (τὴν πίστη), στὸ ἦθος (τὸν τρόπο ζωῆς) καὶ στὴ λατρεία.

 

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΑΓΙΑ

Δεύτερο γνώρισμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἁγιότητα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἁγία, διότι ἡ κεφαλή της, ὁ Χριστός, εἶναι ἅγιος. Καὶ ἀφοῦ ἡ κεφαλὴ εἶναι ἁγία, καὶ τὸ σῶμα μὲ τὸ ὁποῖο εἶναι ἑνωμένη ἁγιάζεται.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἁγία, καὶ διότι ὁ σκοπός της εἶναι ἅγιος. Καὶ σκοπός της εἶναι νὰ κάνει τὰ μέλη της ἅγια. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔπαψε οὔτε θὰ πάψει νὰ δημιουργεῖ καὶ νὰ παράγει ἁγίους, εἴτε φανεροὺς εἴτε ἀφανεῖς.

 

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΚΑΘΟΛΙΚΗ

Τρίτο γνώρισμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ καθολικότητα. Ὅταν λέμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι καθολική, ἐννοοῦμε κατ’ ἀρχὴν ὅτι ἔχει προορισμὸ καὶ ἀποστολὴ νὰ ἐπεκταθεῖ σὲ ὅλο τὸν κόσμο· νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ σ’ ὅλα τὰ ἔθνη (Πράξ. 1,8). Τὸ ἔργο αὐτὸ τῆς ἱεραποστολῆς ἐξακολουθεῖ νὰ ἀσκεῖ ἡ Ἐκκλησία μέχρι σήμερα.

Καθολικὴ ὅμως ὀνομάζεται καὶ ὑπὸ ἔννοια τροπική, διότι κατέχει ὅλη τὴν ἀλήθεια. Ἐπίσης παρουσιάζει παντοῦ μιὰ ὁμοιομορφία· σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη τὰ μέλη της ἔχουν τὴν ἴδια ὀρθόδοξη πίστη, τὸ ἴδιο ἦθος, τὴν ἴδια λατρεία, τὴν ἴδια ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση.

Θὰ πρέπει, τέλος, νὰ τονίσουμε ὅτι καθολικὴ εἶναι μόνο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, διότι διατηρεῖ τὰ στοιχεῖα τῆς καθολικότητος. Ἡ παπικὴ κακῶς ὀνομάζεται «Καθολική» καὶ κακῶς «Ἐκκλησία», διότι δὲν διαφύλαξε τὰ στοιχεῖα τῆς καθολικότητος, ἐφ’ ὅσον ἔχει περιπέσει σὲ πολλὲς αἱρέσεις καὶ κακοδοξίες,ὅπως θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια.

 

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ

Τέταρτο γνώρισμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἀποστολικότητα. Καὶ εἶναι ἀποστολική, διότι οἰκοδομήθηκε «πάνω στὸ θεμέλιο τῶν ἀποστόλων» (Ἐφ. 2,20). Ἐπίσης κατέχει καὶ διαφυλάσσει καθαρὴ καὶ ἀνόθευτη τὴν ἀποστολικὴ διδασκαλία.

Ἐπὶ πλέον εἶναι ἀποστολική, διότι συνδέεται μὲ τοὺς ἀποστόλους μέσω τῆς λεγομένης ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Δηλαδὴ οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι διάδοχοι τῶν ἀποστόλων. Οἱ ἀπόστολοι χειροτόνησαν ἐπισκόπους, αὐτοὶ ἄλλους κ.ο.κ., ὥσπου τελικὰ φτάσαμε στοὺς σημερινοὺς ἐπισκόπους μας. Ἡ σειρὰ αὐτὴ μαρτυρεῖται ἱστορικὰ καὶ φυλάσσεται στοὺς ἱστορικοὺς ἐπισκοπικοὺς καταλόγους κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ αἱρετικοὶ δὲν ἔχουν ἀποστολικότητα. Ἡ ἱστορία τους ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ ἀρχηγοῦ τους, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὴν ἀρχή της στοὺς ἀποστόλους. Οἱ αἱρετικοὶ εἶναι φυτεῖες ποὺ δὲν φύτεψε ὁ Θεὸς Πατέρας (Ματθ. 15,13).

 

17.4. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

Ἕνα ἐρώτημα

Στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμε ὅτι πιστεύουμε «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Ποιά ὅμως εἶναι αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία; Σήμερα ἐπικρατεῖ μιὰ σύγχυση στὸν χριστιανικὸ κόσμο. Ἕνα πλῆθος ἀπὸ χριστιανικὲς κοινότητες καὶ ὁμολογίες, μὲ σημαντικὲς διαφορὲς μεταξύ τους, ἀποκαλοῦνται «ἐκκλησίες». Ἀκοῦμε γιὰ «Καθολικὴ Ἐκκλησία», γιὰ «Ἀγγλικανική», γιὰ «Λουθηρανή» κ.ο.κ.. Ποιά ἀπ’ ὅλες αὐτὲς κατέχει τὴν ἀλήθεια; Ποιά εἶναι ἡ μία ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ Κιβωτός τῆς Σωτηρίας; Τὸ σπουδαῖο αὐτὸ ἐρώτημα θὰ πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσουμε μὲ προσοχὴ, διότι ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία μας.

 

Ἡ Ὀρθοδοξία διατηρεῖ ἀναλλοίωτη τὴν πίστη

Ἂν μελετήσει κανεὶς ὅλες αὐτὲς τὶς ὁμολογίες, θὰ διαπιστώσει ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία καὶ μόνο ἡ Ὀρθοδοξία παρέμεινε πιστὴ στὴν ἀλήθεια ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ Χριστὸς καὶ οἱ ἀπόστολοι. Μόνο αὐτὴ κρατᾶ ἀναλλοίωτα ὅλα τὰ δόγματα καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καὶ παρέμεινε σταθερὴ στὴν πίστη ποὺ εἶχε ἡ Ἐκκλησία μέχρι τὸ Σχίσμα. Ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα δὲν πρόσθεσε οὔτε ἀφαίρεσε τὸ παραμικρὸ στὴν πίστη αὐτή. Ἀντίθετα, ὅπως θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια, ὅλες οἱ ἄλλες ὁμολογίες ἄλλαξαν τὶς ἀλήθειες τῆς πίστεως.

Ἐπὶ πλέον, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει καὶ ἀποστολικὴ διαδοχή. Δηλαδὴ τὸ ἱερατεῖο της ἀποτελεῖ συνέχεια μιᾶς ἀδιάσπαστης ἁλυσίδας, ποὺ ἔχει ὡς ἀρχὴ τοὺς Ἀποστόλους.

Ἂς δοῦμε ὅμως καὶ τὶς ἄλλες χριστιανικὲς ὁμολογίες.

 

Ὁ Παπισμὸς

 

Ἱστορικὴ ἀναδρομὴ

Ὅπως εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, μέχρι τὸν 11ο αἰώνα ὅλος ὁ χριστιανικὸς κόσμος ἦταν ἑνωμένος. Τὸ 1054 μ.Χ. ἔγινε τὸ λεγόμενο Σχίσμα. Ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ δυτικοῦ χριστιανικοῦ κόσμου μὲ ἀρχηγὸ τὸν πάπα τῆς Ρώμης ἀποκόπηκε ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία καὶ ἀποτέλεσε τὴ λεγομένη «Καθολικὴ Ἐκκλησία» ἤ, ὀρθότερα, τὸν Παπισμό.

Τὰ αἴτια τοῦ Σχίσματος ἦταν α) θεολογικά (ἡ προσθήκη στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τοῦ Filioque κ.ἄ.), β) ἐκκλησιολογικά (τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα καὶ ἡ φιλοδοξία του νὰ ἐξουσιάζει ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία) καὶ γ) πολιτικά (ἡ ἐπιδίωξη τῶν Φράγκων νὰ δημιουργήσουν μιὰ δική τους αὐτοκρατορία).

Μετὰ τὸ Σχίσμα, ὁ Παπισμὸς ἀπομακρύνθηκε ἀκόμα περισσότερο ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ ὁδηγήθηκε σὲ πλῆθος θεολογικὰ καὶ ἐκκλησιολογικὰ σφάλματα.

 

Οἱ κακοδοξίες τοῦ Παπισμοῦ

 Ἂς δοῦμε στὴ συνέχεια μερικὲς ἀπὸ τὶς κακοδοξίες τοῦ Παπισμοῦ.

α) Τὸ Filioque (Φιλιόκβε). Γιὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀναφερθήκαμε στὸ κεφάλαιο 16.2..

β) Τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλάθητο τοῦ πάπα. Ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ πάπας, ὡς διάδοχος τοῦ ἀπ. Πέτρου, εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ στὴ Γῆ, καὶ εἶναι ἡ ὁρατὴ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως ὁ ἀπ. Πέτρος, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ποὺ δὲν εἶναι καὶ βέβαιο ὅτι αὐτὸς τὴν ἵδρυσε, ἵδρυσε καὶ ἄλλες ἐκκλησίες.

Τὸν 13ο αἰώνα διατυπώθηκε ἡ θεωρία ὅτι ὁ πάπας εἶναι ἀλάθητος. Δηλαδή, ὅταν μιλᾶ ἀπὸ καθέδρας γιὰ ζητήματα πίστεως, κάθε τὶ ποὺ λέει θεωρεῖται ἀλάνθαστο καὶ ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία νὰ τὸ δεχθεῖ. Θεωρεῖται ἀνώτερος καὶ ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Ὅμως στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας πολλοὶ πάπες ὑπῆρξαν αἱρετικοὶ καὶ καταδικάστηκαν ἀπὸ Συνόδους. Ἄρα δὲν εἶναι ἀλάθητοι. Ἀλάθητος εἶναι μόνο ὁ Θεός.

γ) Οἱ κτιστὲς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ κτιστὴ χάρη. Οἱ Παπικοί δὲν δέχονται ὅτι οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστες. Γι’ αὐτοὺς οἱ θεῖες ἐνέργειες, ὅπως καὶ ἡ Θεία Χάρη, εἶναι κτιστά. Ἡ διδασκαλία αὐτὴ ἔχει ὀλέθριες συνέπειες στὴ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ. Γιατὶ ἂν ἡ Θεία Χάρη εἶναι κτιστή, ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει στὸν ἁγιασμὸ καὶ στὴ θέωση.

δ) Μιὰ ἄλλη κακοδοξία εἶναι ἡ διδασκαλία γιὰ τὶς ἀξιομισθίες τῶν ἁγίων. Σύμφωνα μ’ αὐτήν, οἱ ἅγιοι ἔπραξαν στὴ ζωή τους περισσότερα καλὰ ἔργα ἀπ’ ὅσα χρειάζονταν γιὰ νὰ σωθοῦν. Τὰ ἐπὶ πλέον ἔργα τὰ διαχειρίζεται ὁ πάπας, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ τὰ διαθέσει σὲ ἄλλους ποὺ τοὺς λείπουν.

Ἡ θεωρία αὐτὴ εἶναι τελείως ἀντιευαγγελική. Ὅλοι σώζονται μὲ τὴ Χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Κανένας ἅγιος δὲν ἔκανε ἢ μποροῦσε νὰ κάνει περισσότερα ἀπ’ ὅσα χρειαζόταν γιὰ τὴ σωτηρία του (βλ. Φιλιπ. 3,12). 

ε) Διδάσκουν ἀκόμα ὅτι μεταξὺ Παραδείσου καὶ Κολάσεως ὑπάρχει μιὰ ἐνδιάμεση κατάσταση, τὸ Καθαρτήριο Πῦρ. Σ’ αὐτὸ πηγαίνουν οἱ ψυχὲς αὐτῶν ποὺ πέθαναν καί, παρ’ ὅλο ποὺ εἶχαν τὴ διάθεση, δὲν πρόλαβαν νὰ ἐξομολογηθοῦν, ἢ δὲν πρόλαβαν νὰ ἐκπληρώσουν τὸν κανόνα ποὺ τοὺς ἔβαλε ὁ πνευματικός. Ἐκεῖ βασανίζονται γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα καὶ κατόπιν πηγαίνουν στὸν Παράδεισο. Αὐτὸ τὸ διάστημα μπορεῖ νὰ τὸ συντομεύσει ὁ πάπας ἐκδίδοντας τὰ λεγόμενα συγχωροχάρτια τὰ ὁποῖα ἀγοράζουν οἱ συγγενεῖς τῶν ἀποθανόντων.

Πουθενὰ ὅμως στὴν Ἁγ. Γραφὴ δὲν ἀναφέρεται κάποια ἐνδιάμεση κατάσταση. Ὑπάρχει μόνο ἡ Κόλαση καὶ ὁ Παράδεισος (βλ. Ματθ. 25,46 κ.ἀ.).

ς) Τὸ 1854 οἱ Παπικοὶ εἰσήγαγαν τὸ δόγμα περὶ τῆς Ἀσπίλου Συλλήψεως τῆς Θεοτόκου, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἡ Παναγία γεννήθηκε χωρὶς τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Τὸ 1950 πρόσθεσαν καὶ τὸ δόγμα περὶ τῆς Ἀναλήψεως τῆς Θεοτόκου, κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ Παναγία ἀνελήφθη στοὺς οὐρανοὺς χωρὶς νὰ γνωρίσει θάνατο. Καὶ τὰ δύο εἶναι κακοδοξίες.

ζ) Καινοτομίες στὰ μυστήρια. Ἀπὸ τὸν 14ο αἰώνα ἡ «Καθολικὴ Ἐκκλησία» κατάργησε τὴν τριπλὴ κατάδυση στὸ νερὸ καὶ τελεῖ τὸ Βάπτισμα μὲ ραντισμὸ ἐπίχυση.

Στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας χρησιμοποιοῦν ἄζυμο ψωμί. Ἀπὸ τὸν 12ο αἰώνα στοὺς λαϊκοὺς μεταδίδουν μόνο «σῶμα» (ὄστια) ὄχι καὶ «αἷμα», παρὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…» (Ματθ. 26,27).

Καινοτομίες ὑπάρχουν καὶ στὰ ἄλλα μυστήρια, τὶς νηστεῖες κ.λπ..

 

Ἡ καταδίκη τοῦ Παπισμοῦ

Ὁ Παπισμὸς ἔχει καταδικαστεῖ κατὰ καιροὺς ἀπὸ διάφορες Συνόδους. Ἡ Γ΄ καὶ Δ΄ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι (431, 451) καταδικάζουν ὡς αἱρετικὸ ὅποιον προκαλέσει ἀλλαγὴ στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Οἱ Παπικοὶ τὸ ἄλλαξαν προσθέτοντας τὸ Filioque. Ἡ Σύνοδος ἐπὶ Μ. Φωτίου τὸ 879-880 καταδίκασε τὴν αἵρεση τοῦ Filioque. Ἡ Σύνοδος ἐπὶ ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ τὸ 1351 καταδίκασε τὴν αἵρεση γιὰ τὴ «κτιστὴ χάρη». Στὰ νεώτερα χρόνια οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς καταδίκασαν ἐπανειλημμένως τὸν Παπισμὸ σὲ Συνόδους ποὺ ἔγιναν στὴν Κωνσταντινούπολη (1722, 1727, 1755, 1838, 1848, 1895).

 

Ὁ Προτεσταντισμὸς

 

Γενικὰ

Τὸ 1517 μ.Χ. ξέσπασε τὸ κίνημα τῶν Προτεσταντῶν (Διαμαρτυρομένων) ἀντιδρώντας στὶς αὐθαιρεσίες τοῦ πάπα, στὸν πλουτισμὸ μὲ τὰ συγχωροχάρτια, στὴ διαφθορὰ τῶν ἠθῶν κ.ἄ.. Σύντομα τὸ κίνημα ἐπικράτησε καὶ ἕνα μεγάλο μέρος τῆς Εὐρώπης ἀποσχίσθηκε ἀπὸ τὸν Παπισμό.

Δυστυχῶς ὅμως ὁ Προτεσταντισμός, ἐνῶ στὴν ἀρχὴ ξεκίνησε σὰν μιὰ δίκαιη διαμαρτυρία κατὰ τοῦ Παπισμοῦ, τελικὰ βρέθηκε στὸ ἀντίθετο ἄκρο. Προχώρησε σὲ καινοτομίες ποὺ τὸν ἀπομάκρυναν ἀκόμα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια.

 

Κακοδοξίες τῶν Προτεσταντῶν

Τὸ πρῶτο λάθος τῶν Προτεσταντῶν ἦταν ὅτι ἀπέρριψαν τὴν Ἱερὰ Παράδοση. Κράτησαν μόνο τὴν Ἁγ. Γραφή, τὴν ὁποία ἑρμηνεύει ὁ καθένας ὅπως θέλει. Αὐτὸ εἶχε ὡς συνέπεια τὴ συνεχὴ διάσπασή τους καὶ τὴ δημιουργία πολλῶν «ἐκκλησιῶν». Σήμερα τὰ τριακόσια περίπου ἑκατομμύρια Προτεσταντῶν, ποὺ ὑπάρχουν σ’ ὅλο τὸν κόσμο, εἶναι χωρισμένα σὲ ἑκατοντάδες ὁμάδες, οἱ ὁποῖες παρουσιάζουν μεταξύ τους μεγάλες δογματικὲς διαφορές. Ἂς δοῦμε στὴ συνέχεια μερικὲς ἀπὸ τὶς κακοδοξίες τους.

Κατ’ ἀρχήν, ὑπερτονίζουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ (κήρυγμα) καὶ ὑποτιμοῦν, ἢ καὶ ἀπορρίπτουν τελείως τὰ Μυστήρια.

Ἀπορρίπτουν τὴν Ἐξομολόγηση διδάσκοντας ὅτι ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ ὁμολογοῦμε τὶς ἁμαρτίες μας στὴν προσευχή μας καὶ τότε αὐτὲς συγχωροῦνται. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὅμως, ὅρισε ἁρμόδιους νὰ συγχωροῦν ἁμαρτίες τοὺς Ἀποστόλους (βλ. Ἰωάν. 20,22-23), καὶ οἱ ἀπόστολοι μετέδωσαν τὸ χάρισμα αὐτὸ στοὺς διαδόχους τους, ἐπισκόπους καὶ ἱερεῖς.

Ὅσον ἀφορᾶ στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, κατὰ τὸ ὁποῖο κοινωνοῦμε Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, σύμφωνα μὲ τὴ σαφὴ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου «Λάβετε, φάγετε, … τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου… Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου…» (Ματθ. 26,26-28), οἱ Προτεστάντες θεωροῦν ὅτι εἶναι μιὰ ἁπλὴ τελετὴ κατὰ τὴν ὁποία θυμόμαστε τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὅτι ἡ Θεία Κοινωνία δὲν εἶναι Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ ἀλλὰ εἶναι ψωμὶ καὶ κρασί, ποὺ ἁπλῶς συμβολίζει τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Οἱ περισσότερες προτεσταντικὲς ὁμάδες κατάργησαν ἐντελῶς τὴν Ἱερωσύνη. Ἀντὶ γιὰ ἱερεῖς ἔχουν τοὺς πάστορες, ποὺ εἶναι μᾶλλον κήρυκες τοῦ θείου λόγου. Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὅρισε νὰ ὑπάρχουν ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς, γιὰ νὰ προσφέρουν δῶρα καὶ θυσίες ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ (βλ. Ἐξόδ. 29,4-10. Λευϊτ. 8,1-36). Στὴν Καινὴ Διαθήκη πρῶτοι ἀρχιερεῖς ὑπῆρξαν οἱ ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι ἀργότερα μετέδωσαν καὶ σὲ ἄλλους τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης. Στὴν ἀποστολικὴ Ἐκκλησία συναντοῦμε καὶ τοὺς τρεῖς βαθμοὺς τῆς ἱερωσύνης (βλ. Φιλιπ. 1,1· Πράξ. 20,17-28. Τίτ. 1,5. Ἀποκ. κεφ. 2,3 κ.ἀ.).

Ὑποστηρίζουν ὅτι δὲν χρειάζονται τὰ ἔργα γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ὁ ἄνθρωπος, λένε, σώζεται μόνο μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Φτάνει μόνο ἡ πίστη στὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ. Βεβαίως ἡ πίστη εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴ σωτηρία μας, ἀλλὰ δὲν φτάνει μόνο αὐτή. Χρειάζονται καὶ τὰ καλὰ ἔργα διότι «πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι» (Ἰακ. 2,26). Τὴ σημασία τῶν ἔργων τονίζουν τόσο ὁ Χριστὸς ὅσο καὶ οἱ ἀπόστολοι (βλ. Ματθ. 7,21· 16,27. Ρωμ. 2,6. Α΄ Κορ. 13,2. Ἰακ. 2,14-26. Ἀποκ. 22,12).

Σὲ ἀντίθεση πρὸς τοὺς Παπικούς, ποὺ ἔχουν ὑπερτιμήσει τὴν Παναγία, οἱ Προτεστάντες τὴν ὑποτιμοῦν. Κάποιοι ἀρνοῦνται τὴν ἀειπαρθενία της καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἀπέκτησε καὶ ἄλλα παιδιὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Χριστό. Δὲν εἶναι ὅμως ἔτσι. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ «κεχαριτωμένη» καὶ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί» (Λουκ. 1,28), ἀφοῦ κρίθηκε ἄξια νὰ γεννήσει τὸν Θεάνθρωπο Κύριο. Γέννησε χωρὶς νὰ γνωρίσει ἄνδρα, «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου», ὅπως ἀποκάλυψε καὶ ὁ ἄγγελος στὸν Ἰωσήφ (Ματθ. 1,20). Ἡ Παναγία δὲν εἶχε ἄλλα παιδιά. Οἱ λεγόμενοι «ἀδελφοὶ τοῦ Ἰησοῦ» (Ματθ. 13,55-56) ἦταν παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ ἄλλη γυναίκα.

Οἱ Προτεστάντες δὲν τιμοῦν τοὺς ἁγίους οὔτε ἔχουν γιορτὲς γι’ αὐτούς. Δὲν προσεύχονται σ’ αὐτούς. Προσεύχονται μόνο στὸν Χριστό. Ἡ Ἁγ. Γραφή, ὅμως, ἀναφέρει πολλὲς περιπτώσεις ὅπου ἅγιοι ἄνθρωποι, ὅπως ὁ Ἀβραάμ, ὁ Μωυσῆς, οἱ προφῆτες, οἱ ἀπόστολοι κ.ἄ., προσευχήθηκαν γιὰ ἄλλους καὶ εἰσακούστηκαν (βλ. Γεν. 20,7. Ἀριθμ. 11,1-3. Πράξ. 9,36-42. Ἰακ. 5,16. Ἀποκ. 5,8 κ.ἄ.). Συνεπῶς, μποροῦμε νὰ ζητοῦμε τὶς πρεσβεῖες τῶν ἁγίων.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς πλάνες αὐτές, ἀπορρίπτουν τὴ χρήση εἰκόνων, δὲν πιστεύουν στὴ χάρη τοῦ Ἁγιασμοῦ, ἀρνοῦνται τὴν ὠφέλεια ποὺ προσφέρουν στὶς ψυχὲς τὰ ἱερὰ Μνημόσυνα, καὶ πολλὰ ἄλλα. Τέλος, ἔχουν μιὰ πολὺ περίεργη θεωρία περὶ «Ἀοράτου Ἐκκλησίας» ἡ ὁποία, ὅπως λένε, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἅγια μέλη ποὺ ἀνήκουν σὲ ὅλες τὶς ὁρατὲς «ἐκκλησίες». 

 

Συμπέρασμα

Σήμερα, ὅπως ἀναφέραμε, ὑπάρχουν ἑκατοντάδες προτεσταντικὲς ὁμάδες. Κάποιες ἀπ’ αὐτές, ὅπως οἱ Ἀγγλικανικοί, χειροτονοῦν γυναῖκες ἱέρειες καὶ τελοῦν «γάμους» ὁμοφυλοφίλων. Εἶναι φανερό, πὼς ὅλες αὐτὲς οἱ ὁμάδες δὲν ἔχουν καμμιά σχέση μὲ τὴν πίστη καὶ τὸ ἦθος ποὺ μᾶς παρέδωσαν ὁ Χριστός, οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἅγιοι πατέρες.

Μετὰ τὴ σύντομη αὐτὴ ἀνάλυση ποὺ κάναμε, καταλήγουμε στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ  Ἐκκλησία ποὺ ἵδρυσε ὁ Χριστός, γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλεῖ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας· ἡ Ἐκκλησία ποὺ πιστεύει σήμερα αὐτὸ ποὺ πίστευε καὶ πρὶν εἴκοσι αἰῶνες. Αὐτὸ ὁμολογοῦν καὶ πολλοὶ ἑτερόδοξοι οἱ ὁποῖοι ἀσπάζονται τὴν Ὀρθοδοξία, βαπτίζονται καὶ γίνονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου