Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020

Πράξεις τῶν Αποστόλων: Πρῶτο Κεφάλαιο.


1.ΤΟΝ μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ ᾿Ιησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν

2 ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος ῾Αγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη· 

3 οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾿ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

 4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ ῾Ιεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου·

 5 ὅτι ᾿Ιωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας.

῾Η ἀνάληψις τοῦ Χριστοῦ

6 Οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ ᾿Ισραήλ; 

7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ,

8 ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ ᾿Ιουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς.

9 καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. 

10 καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ,

11 οἳ καὶ εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν.


Ερμηνεία από το βιβλίο: Πράξεις Αποστόλων. (Μαθήματα ᾿Αγιογραφικών Κύκλων)ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ι. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ - ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ. ΑΘΗΝΑΙ 1986 (σελ.13-20)

 

Στίχ. 1: Καὶ τὸ πρῶτο καὶ τὸ δεύτερο βιβλίο του, καὶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὶς Πράξεις δηλαδή, ὁ Λουκᾶς ἀφιέρωσε στὸ χριστιανὸ Θεόφιλο. Ὁ Θεόφιλος ἦταν πρόσωπο ἐπίσημο, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν προσφώνησι «κράτιστε Θεόφιλε» στὸ προοίμιο τοῦ Εὐαγγελίου (Λουκ. α΄ 3). Ἡ προσφώνησις αὐτὴ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ «ἐξοχώτατε Θεόφιλε» (Ἰδὲ καὶ Πράξ. κγ᾽ 26᾽ κδ΄ 3’ κστ΄ 25). ᾿Αλλ᾽ ἐνῷ στὸ προοίμιο τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Λουκᾶς προσφωνεῖ τὸ Θεόφιλο μὲ τὸν τίτλο του «κράτιστε», ἐδῶ στὶς Πράξεις παραλείπει τὸν τίτλο του καὶ τὸν προσφωνεῖ ἁπλῶς μὲ τὸ ὄνομά του. Καὶ τὸ πρῶτο καὶ τὸ δεύτερο εἶνε βεβαίως ὀρθό᾽ τὸ πρῶτο δεικνύει εὐγένεια καὶ σεβασμό, τὸ δεύτερο δεικνύει οἰκειότητα. Ὅταν ὁ Λουκᾶς ἔγραψε τὶς Πράξεις, ὁ Θεόφιλοςεἶχε γίνει πλέον οἰκεῖος στὸ Λουκᾶ καὶ ταπεινότερος καὶ δὲν ἀρεσκόταν σὲ κοσμικοὺςτίτλους. Ἂν λοιπὸν καὶ σήμερα λέμε «Ἐξοχώτατε», «Σεβασμιώτατε», «Πανοσιολογιώτατε» κιλπ., δὲν ἁμαρτάνουμε. Ἡ ἁπλότης ὅμως εἶνε καλύτερη, ἰδίως γιὰ τοὺς θρησκευτικοὺς ἄρχοντες. Ὅποιος ἀρέσκεται σὲ τίτλους καὶ κολακεύεται ἀπ᾿ αὐτούς, στερεῖται ἀπὸ περιεχόμενο. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι χάνουν τὴν οὐσία, δίνουν σημασία στοὺς τίτλους...

Στίχ. 3: Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἀπαιτεῖ τυφλὴ πίστι. Διότι τυφλὴ πίστις δὲν εἶνε ἀληθινὴ πίστις. Ὃ Χριστιανισμὸς ζητεῖ πίστι θεμελιωμένη σὲ ἐπιχειρήματα. Ἢ ἀνάστασις τοῦ Ἰησοῦ εἶνε βασικὸ δόγμα πίστεως. Διότι εἶνε ἡ δικαίωσις τῶν λόγων τοῦ ᾿Ιησοῦ γιὰ τὴ μεσσιακότητα καὶ τὴ θεότητά του, καθὼς καὶ τῶν ἔργων του, κυρίως τῆς σταυρώσεώς του, γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Καθ᾿ ἑαυτὴν ἡ ᾿Ανάστασις εἶνε βεβαίως ἀκατάληπτη, καθὼς καὶ τόσα ἄλλα πράγματα. ᾿Αλλ᾽ ἐνῷ ὁ τρόπος τῆς ἀναστάσεως εἶνε ἀκατάληπτος, τὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως ἀποδεικνύεται. Ὁ Ἰησοῦς μετὰ τὸ θάνατό του ἀπέδειξε τὸν ἑαυτό του ζωντανὸ σωματικῶς «ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις», μὲ πολλὲς ἀποδείξεις. Σὲ διάστημα 40 ἡμερῶν πολλὲς φορὲς φανερώθηκε στοὺς μαθητάς του, καθὼς καὶ σὲ ἄλλα πρόσωπα, ἄνδρες καὶ γυναῖκες. Οἱ μαθηταὶ καὶ τὰ ἄλλα πρόσωπα εἶδαν τὸν Ἰησοῦ. Ἐπίσης ἄκουσαν τὸν Ἰησοῦ. ᾿Αλλὰ καὶ ψηλάφησαν αὐτόν. Καὶ συνέφαγαν μαζί του. Ὅλες τὶς αἰσθήσεις τους ἱκανοποίησεν ὁ ᾿Αναστάς, ἐκτὸς ἴσως τῆς ὀσφρήσεως. Λέμε «ἴσως», γιατὶ δὲν ἀποκλείεται νὰ αἰσθάνθηκαν καὶ εὐωδία ἀπὸ τὸν ᾿Αναστάντα. ᾿Ανέστη ὁ Χριστὸςκαὶ γέμισε τὰ σύμπαντα ἀπὸ εὐωδία, ψάλλει ἡ Ἐκκλησία. Μερικὲς φορὲς καὶ ἡ πνευματικὴ εὐωδία γίνεται αἰσθητὴ στὴν ὄσφρησι. Ἐπὶ πλέον ὁ ᾿Αναστὰς ὑπενθύμισε πράγματα, ὅπως τὴν ἄρνησι τοῦ Πέτρου, ἀποκάλυψε διαλογισμοὺς καὶ λόγους, ὅπως τοῦ Θωμᾶ, καὶ θαυματούργησε, ὅπως πρίν. Τέλος ἔδωσε ὑποσχέσεις, οἱ ὁποῖες μετὰ τὴν ᾿Ανάληψί του ἐκπληρώνονται, ὅπως ἡ ὑπόσχεσις γιὰ τὴν ἀποστολὴ καὶ τὰ θαυμαστὰ χαρίσματα καὶ ἔργα τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος. Ἔχοντας πλῆθος ἀποδείξεων οἱ μαθηταὶ καὶ τὰ ἄλλα πρόσωπα, πίστευσαν στὴν ἀνάστασι. Καὶ μὲ τὴν ἀπότομη μεταβολή τους, τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου τους, τοὺς ὑπερανθρώπους κόπους καὶ ἀγῶνας τους, τὰ σοφὰ καὶ ἀσύγκριτα συγγράμματά τους, τὰ θαύματά τους στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὶς καταπληκτικὲς κατακτήσεις τους στὴν οἰκουμένη καὶ τὰ φρικτὰ μαρτύριά τους πρόσθεσαν νέες ἀποδείξεις γιὰ τὴν ἀνάστασι τοῦ Ἰησοῦ.

Στίχ. 4 - 5:Ὁ Θεὸς Πατὴρ ἤδη στὴν Παλαιὰ Διαθήκη διὰ μέσου τῶν προφητῶν, καὶ ἰδίως τοῦ Ιωήλ, εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ δώσῃ στοὺς πιστοὺς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, νὰ ἐκχύσῃ σ᾽ αὐτοὺς ἀφθόνως τὰ πνευματικὰ χαρίσματα. Γιὰ τὴν ἀποστολὴ τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος ἢ Παρακλήτου ὡμίλησε καὶ ὁ Χριστός, ἰδίως ὀλίγον προτοῦ παραδοθῇ, κατὰ τὴν περίφημη ἐκείνη ὁμιλία τῆς Μεγάλης Πέμπτης. Καὶ τώρα, μετὰ τὴν ᾿Ανάστασι, ἀνανεώνει τὴν ὑπόσχεσι τοῦ Πατρός, καὶ δική του ὑπόσχεσι, γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Λέγει στοὺς μαθητάς του, νὰ μὴ τολμήσουν νὰ ξεμυτίσουν ἀπ᾽ τὴν Ἰερουσαλήμ, προτοῦ λάβουν «τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρός», ὅ,τι ὑποσχέθηκε ὁ Πατήρ, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δηλαδή. Οἱ μαθηταί, πτωχοί, ἀγράμματοι, ἄσημοι καὶ δειλοί, ἐντὸς ὀλίγου θὰ ξεχύνονταν στὴ μεγαλύτερη μάχη τῶν αἰώνων᾽ μάχη μὲ τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς ᾿Εθνικούς" μὲ αἰωνόβια καθεστῶτα θρησκειῶν, φιλοσοφιῶν καὶ ἁμαρτιῶν᾽ μὲ ἄνομα καὶ ὠργανωμένα συμφέροντα: μὲ φανατικοὺς ὄχλους καὶ σκληροὺς ἄρχοντες. Καὶ πῶς θὰ πολεμοῦσανοἱ ἁπλοϊκοὶ Γαλιλαῖοι; Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος τοὺς εἶπε, νὰ περιμένουν, μέχρις ὅτου λάβουν τὸ παντοδύναμον Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ Ἰωάννης, τοὺς εἶπε, βάπτισε μὲ νερό, σεῖς ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγες ἡμέρες θὰ βαπτισθῆτε μὲ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἂν οἱ μαθηταὶ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς δὲν βαπτίζονταν μέσα στὴ Χάρι τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος, δὲν θὰ μποροῦσαν κατόπιν νὰ βαπτισθοῦν μέσα στὴ θάλασσα τῶν περιπετειῶν καὶ μαρτυρίων (Ἰδὲ Ματθ. κ΄ 22 - 23). Ἂν θέλωμε καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, νὰ κάνωμε πνευματικὸ πόλεμοκαὶ νὰ νικᾶμε τὸν κόσμο μὲ τὶς πλάνες, τὰ πάθη καὶ τὶς ἀντιδράσεις του, καὶ νὰ κερδίζωμε ψυχὲς γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐπίγεια καὶ τὴν ἐπουράνια Ἐκκλησία, πρέπει συνεχῶς νὰ ὁπλιζώμεθα μὲ «δύναμιν ἐξ ὕψους» (Λουκ. κδ΄ 49), μὲ τὴ χάρι τοῦ ᾿Αγ. Πνεύματος. Χωρὶς ὅπλα, χωρὶς δύναμι πυρός, δὲν γίνεται πόλεμος.Καὶ χωρὶς Ἅγιο Πνεῦμα, χωρὶς τὸ πῦρ τῆς Πεντηκοστῆς, δὲν γίνεται πνευματικὸς πόλεμος. Μὲ τὴ μελέτη τῆς Γραφῆς, μὲ τὴν προσευχή, μὲ τὴ νηστεία καὶ τὴν ἄλλη ἄσκησι, μὲ τὴ ἐλεημοσύνη καὶ μὲ τὰμυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἄνθρωπος λαμβάνει Πνεῦμα Ἅγιο καὶ γίνεται ἰσχυρὸς ἀπέναντι τοῦ κόσμου, πολεμιστὴς καὶ νικητής. Ὡς πρὸς τὸ χρόνο τῆς ἀποστολῆς τοῦ Παρακλήτου γεννῶνται οἱ ἀπορίες: Γιατί δὲν ἦλθε ἀμέσως ὁ Παράκλητος τὴν ἡμέρα τῆς ἀναλήψεως τοῦ Ἰησοῦ; Γιατί ἦλθε ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγες καὶ ὄχι ἔπειτα ἀπὸ πολλὲς ἡμέρες; Καὶ γιατί δὲν εἶπε ὁ Χριστός, ποία ἀκριβῶς ἡμέρα θὰ ἐρχόταν; ᾿Απάντησις: Σκοπίμως ὁ Παράκλητος δὲν ἦλθε τὴν ἡμέρα τῆς ἀναλήψεως τοῦ Ἰησοῦ. Μετὰ τὸν ἀποχωρισμὸ τοῦ Ἰησοῦ οἱ μαθηταὶ ἔπρεπε νὰ μείνουν μερικὲς ἡμέρες ὀρφανοί, γιὰ νὰ αἰσθανθοῦν τὴν ἀνάγκη τῆς ἐλεύσεως τοῦ Παρακλήτου, γιὰ νὰ ποθήσουν καὶ νὰ ζητήσουν ἐντόνως μὲ τὴν προσευχή τοὺς τὸν τρίτο τῆς Τριάδος. Ὅσο δὲ περισσότερο αἰσθάνεται κανεὶς τὴν ἀνάγκη τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος καὶ ποθεῖ καὶ ζητεῖ αὐτό, τόσο ἀξιώτερος τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος γίνεται. Δὲν ἄφησε δὲ ὁ Κύριος νὰ περάσουν πολλὲς ἡμέρες, μέχρι νὰ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, γιὰ νὰ μὴ καταληφθοῦν οἱ μαθηταὶ ἀπὸ ἀνυπομονησία καὶ ἀποθάρρυνσι. Καὶ δὲν προεῖπε τὴν ἀκριβῆ ἡμέρα τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Παρακλήτου, γιὰ νὰ βρίσκωνται σὲ διαρκῆ ἐγρήγορσι. Τὰ πάντα μέσα στὸ σχέδιο τοῦ Κυρίου εἶνε μὲ σοφία.

Στίχ. 6 - 8: Μετὰ ἀπὸ τριετῆ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ γιὰ πνευματικὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μέσα στὶς καρδιὲς καὶ ἀνάμεσα στοὺς πιστούς᾽ μετὰ ἀπὸ τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴ διάψευσι τῶν προσδοκιῶν τῶν Ἰουδαίων γιὰ κοσμικὴ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ οἱ μαθηταὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν κοσμικό, πολιτικό, σωβινιστικό, θὰ ἔλεγε κανείς, φρόνημα. Νόμιζαν, ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ ἐρχόταν γιὰ πολιτικὴ μᾶλλον ἀποκατάστασι τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ γι᾿ αὐτὸ ὅλοι μαζὶ προσῆλθαν στὸ Χριστὸ καὶ τὸν ρώτησαν᾽ «Κύριε, Θ᾽ ἀποκαταστήσῃς τώρα συντόμως τὴ βασιλεία τοῦ Ἰσραήλ;». Πόσο φοβερὸ εἶνε τὸ πολιτικὸ φρόνημα καὶ μικρόβιο! Πόσο δυσκόλως ἀποβάλλεταικαὶ ἀπ᾿ τὶς καλύτερες ψυχές! ὉΧριστὸς δὲν ἱκανοποίησε τὴν περιέργεια τῶν μαθητῶν. Δὲν τοὺς εἶπε, ὅτι τὸ Ἰσραὴλ θὰ γινόταν Κράτος στὶς ἡμέρες μας. ᾿Απέκρυψε τὸ χρόνο. Τοὺς εἶπε, ὅτι δὲν ἀνῆκε σ᾽ αὐτοὺς νὰ γνωρίζουν χρόνους καὶ καιρούς, τοὺς ὁποίους ὁ Πατὴρ ἔχει στὴ δική του ἐξουσία. Ποῦ εἶνε οἱ ψευδο - μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, ποὺ καθορίζουν χρόνους καὶ καιρούς; ᾿Απ᾿ τὸ ἀντικείμενο τῆς ἀνωφελοῦς περιεργείας τους ὁ Κύριος ἔστρεψε τὴν προσοχὴ τῶν μαθητῶν σὲ πνευματικὴ ὑπόθεσι καὶ πνευματικὸ συμφέρον. Τοὺς ὕψωσε σὲ ἀνώτερη σφαῖρα καὶ διηύρυνε τὸ στενὸ ὁρίζοντά τους. Ἡ προοπτικὴ τῶν μαθητῶν ἦταν ὁ Ἰσραήλ. Ἡ προοπτικὴ τοῦ Χριστοῦ ἦταν ὅλος ὁ κόσμος. Ἐκεῖνο ποὺ ἐνδιαφέρει, εἶπε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάς, εἶνε ὅτι θὰ ὁπλισθῆτε μὲ δύναμι τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος, θὰ καταστῆτε σοφοὶ καὶ ἀτρόμητοι, καὶ θὰ γίνετε μάρτυρές μου καὶ στὴν Ἰερουσαλὴμκαὶ σ᾽ ὁλόκληρη τὴν ᾿Ιουδαία, ἀλλὰ καὶ στὴ Σαμάρεια καὶ σ᾽ ὁλόκληρη τὴ γῆ. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ σᾶς κάνῃ παγκοσμίους μάρτυράς μου. Ποῦ εἶνε πάλι οἱ Χιλιασταί, ποὺ δὲν θέλουν νὰ ὀνομάζωνται μάρτυρες τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ; Ὁ Ἰησοῦς μᾶς θέλει ἰδικούς του μάρτυρας,διότι αὐτὸς εἶνε ὁ Ἰεχωβᾶ, αὐτὸς εἶνε ὅλη ἡ Θεότης (Κολ. β΄ 9), αὐτὸς εἶνε «ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος» (Α΄ Ἰωάν. ε᾽ 20).

Στίχ. 9 - 11: Στοὺς τρεῖς τούτους στίχους περιγράφεται τὸ ἔνδοξο γεγονὸς τῆς ἀναλήψεως. Καθὼς οἱ μαθηταὶ εἶχαν προσηλωμένα τὰ μάτια τους στὸν Κύριο, ὁ Κύριος ἄρχισε νὰ ὑψώνεται πάνω ἀπὸ τὴ γῆ, νὰ γίνεται μετέωρος μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς! Ὁ Θεὸς διὰ μέσου τοῦ προφήτου Ἡσαΐου εἶχε πεῖ γιὰ τὸν Μεσσία: «᾿Ιδοὺ συνήσει ὁ παῖς μου καὶ ὑψωθήσεται καὶ δοξασθήσεται καὶ μετεωρισθήσεται σφόδρα» (Ἡσ. νβ΄ 13). Καθὼς ὁ Ἰησοῦς ἀνέβαινε στὸν οὐρανό, μία νεφέλη, σύμβολο δόξης, παρουσιάσθηκε σὰν ὄχημα καὶ τὸν πῆρε ἀπὸ κάτω καὶ τὸν ἔκρυψε ἀπὸ τὰ μάτια τους. Καὶ καθὼς εἶχαν προσηλωμένα τὰ μάτια τους στὸν οὐρανό, παρακολουθῶντας τὴν ἔνδοξη πορεία τοῦ Κυρίουπρὸς τα ὑψη, μᾶλλον προς τὰ ὑψιστα δώματα τοῦ οὐρανοῦ, ἔξαφνα δύο ἄνδρες παρουσιάσθηκαν ὁ αὑτούς, ντυμένοι μὲ στολὴ λευκή, λαμπρὴ, ἀπαστράπτουσα. Προφανῶς ἦταν ἄγγελοι, ὅπωςοἱ δύο ἐκεῖνοι ἄνδρες, ποὺ παρουσιάσθηκαν στὸ μνῆμα κατὰ τὴν ἀνάστασι (Λουκ. κδ᾽ 4, Ἰωάν.κ΄ 12). Οἱ ἔνδοξοι ἄγγελοι διακονοῦν στὸ ἔνδοξο γεγονὸς τοῦ τρισενδόξου Κυρίου τους. Οἱ ἄγγελοι μίλησαν στοὺς μαθητάς, ποὺ κατάπληκτοι κρατοῦσαν καρφωμένατὰ μάτια τους στὸν οὐρανό, καθὼς ἡ νεφέλη μὲ τὸν Ἰησοῦ ὑψωνόταν, μίκραινε, γινόταν ἕνα μικρὸ φωτεινὸ σημεῖο στὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ καὶ χανόταν. Τί εἶπαν οἱ ἄγγελοι στοὺς μαθητάς; Νὰ τί εἶπαν, σὲ ἐλεύθερη ἀπόδοσι τῶν λόγων τους: Ἄνδρες Γαλιλαῖοι! Τί στέκεσθε ἐδῶ, κοιτάζοντας στὸν οὐρανό; Δὲν ὑπάρχει πλέον λόγος νὰ κοιτάζετε στὸν οὐρανό. Ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στὴ σφαῖρα τῆς οὐρανίας δόξης του. Τώρα δὲν μπορεῖτε πλέον νὰ τὸν βλέπετε μὲ τὰ σωματικά σας μάτια. Μὴ χάνετε λοιπὸν καιρό, κοιτάζοντας στὸν οὐρανό. ᾿Αλλ᾽ ἐπιστρέψετε στὴν Ἰερουσαλὴμ καὶ προετοιμασθῆτςε, γιατὶ σᾶς περιμένει ἔργο. Αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς, ποὺ ἔφυγε τώρα ἀπὸ σᾶς καὶ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, αὐτὸς στὸ μέλλον θὰ ἔλθῃ πάλι, γιὰ νὰ κρίνῃ τὰ ἔργα σας. Καὶ μὲ ὅποιο τρόπο τὸν εἴδατε τώρα νὰ ἀνεβαίνῃ στὸν οὐρανό, ἔτσι θὰ τὸν δῆτε τότε νὰ ἔρχεται πάλι. Μὲ ὁρατὸ τρόπο ἀνελήφθη, μὲ ὁρατὸ τρόπο θὰ ἐπανέλθῃ. Μὲ σῶμα ἀνελήφθη, μὲ σῶμα θὰ ἐπιστρέψῃ. Ἐνδόξως ἀνελήφθη πάνω σὲ νεφέλη, ἐνδόξως. θὰ ἐπανέλθῃ πάνω σὲ νεφέλη. ἶ Ποῦ εἶνε οἱ ψευδο - μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, ποὺ λένε, ὅτι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀναστήθηκε καὶ δὲν ἀναλήφθηκε καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἔρχεται στὴ δευτέρα παρουσία του κατὰ τρόπον ὁρατό, μὲ σάρκα; Ὁ Ἰωάννης. τοὺς ὀνομάζει ἀντιχρίστους (Β΄ Ἰωάν. 7). Ἡ σημασία τῆς ἀναλήψεως εἶνε πολλαπλῆ. Ὁ Χριστὸς ἔλεγε,ὅτι κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό. ᾿Αλλ᾽ αὐτὴ ἡ ἀλήθεια στοὺς Ἰουδαίους φαινόταν ἐξωφρενική. Γιὰ τοῦτο ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε: «Ἐὰν οὖν θεωρῆτετὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα ὅπου ἦν τὸ πρότερον;» (Ἰωάν. στ᾽62). Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Χριστὸς εἶπε: «Δὲν πιστεύετε, ὅτι κατέβηκα ἀπὸ τὸν οὐρανό, διότι δὲν μὲ εἴδατε νὰ κατεβαίνω. ᾿Αλλ᾽ ἐὰν μὲ δῆτε ν᾿ ἀνεβαίνω στὸν οὐρανό, τότε θὰ πιστεύσετε ὅτι κατέβηκα; Ἢ ἀνάβασίς μου θὰ σᾶς πείσῃ γιὰ τὴν κατάβασί μου;». Ἂν ὁ Χριστὸς ἔλεγε ψέματα, δὲν Θ᾽ ἀνασταινόταν καὶ θ᾽ ἀνέβαινε στὸν οὐρανό. Τὸ ὅτι ἀναστήθηκε καὶ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἔλεγε τὴν ἀλήθεια. Ὅπως μάλιστα ἀναστήθηκε αὐτεξουσίως, μὲ τὴ δύναμί του (Ἰωάν. β΄ 19’ ( 18), ἔτσι καὶ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό. Οἱ ἀστροναῦτες ἀνεβαίνουν μὲ τὴ δύναμι τῆς ἐπιστήμης. Ὁ Ἠλίας ἀνέβηκε μὲ τὴν δύναμι τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστὸς ἀνέβηκε ἀφ᾽ ἑαυτοῦ, μὲ τὴ δύναμί του, διότι εἶνε ὁ ἴδιος ὁ Θεός. «᾿Ανέβη ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῶ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος» (Ψαλμ. μστ΄ 6 ἦ μζ΄ 5). ᾿Ανεβαίνοντας ὁ Χριστὸς στὸν οὐρανό, ἀνέβασε ἐκεῖ τὴν ἀνθρωπίνη φύσι, ποὺ προσέλαβε μὲ τὴν ἐνανθρώπησί του. Μὲ ἄλλα λόγια, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ τελείου ᾿Ανθρώπου καὶ ᾿Αντιπροσώπου τῶν ἀνθρώπων, «δυνάμει» ἀνεβήκαμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στὸν οὐρανό,διότι ὅλοι κατὰ ἕνα τρόπο περιλαμβανόμεθα καὶ συνοψιζόμεθα στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι εἴμεθα «εἷς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. γ᾽ 28). Καὶ ὅλους ἐμᾶς τοὺς ξεπεσμένουςκαὶ νεκροὺς ὁ Θεὸς «συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Ἔφεσ. β΄ 6). Πόσο συγκινητικὰ ἐκφράζει τὴν ὑψηλὴ αὐτὴ ἀλήθεια ἡ λειτουργικὴ εὐχὴ πρὸς τὸν Θεὸν Πατέρα, «Σὺ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες καὶ παραπεσόντας ἀνέστησας πάλιν, καὶ οὐκ ἀπέστης πάντα ποιῶν, ἕως ἡμᾶς εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνήγαγες καὶ τὴν βασιλείαν σου ἐχαρίσω τὴν μέλλουσαν»! ᾿Αλλ᾽ ὅπως εἴπαμε, ἀνεβήκαμε στὸν οὐρανὸ «δυνάμει». Ὁ Χριστὸς δηλαδὴ μὲ τὴν ἀνάβασί του ἐξασφάλισε γιὰ μᾶς τὴ δυνατότητα νὰ εἴμεθα πολῖτες τοῦ οὐρανοῦ. ᾿Αλλὰ γιὰ ν᾿ ἀνεβοῦμε στὸν οὐρανὸ καὶ «ενεργείᾳ», προσωπικῶς ὁ καθένας, χρειάζεταιν᾿ ἀγωνιζώμεθα. Ὁ Ἰησοῦς εἰσῆλθεν «εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος», στὸν οὐρανὸ δηλαδή, ὡς «πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν» (Ἐβρ. στ΄ 19 - 20). Μὲ τὴν ἀνάληψί του ἄνοιξε δρόμο γιὰ μᾶς. Καὶ ὅλοι, ὅσοι ἀγωνιζόμεθα, θὰ τὸν ἀκολουθήσωμε  στὴν ἔνδοξη πορεία γιὰ τὸν οὐρανό. Θὰ γίνωμε πνευματικοὶ ἀστροναῦτες ἀσυγκρίτως ἀνώτεροιἀπὸ τοὺς ἐπιστημονικοὺς ἀστροναῦτες. Οἱ ἐπιστημονικοὶ ἀστροναῦτες ὑψώνονται ὀλίγο στὸ φυσικὸ τοῦτο οὐρανό. Οἱ πνευματικοὶ αὐστροναῦτες θὰ ὑψωθοῦν πάνω ἀπὸ τὸ φυσικὸ οὐρανό, θὰ εἰσέλθουν στὸν οὐρανὸ τοῦ οὐρανοῦ, στὴ μεταφυσικὴ σφαῖρα, στὴ χώρα τῶν πνευμάτων,καὶ θὰ γίνουν οὐρανοπολῖτες καὶ συνόμιλοι τῶν ἀγγέλων. ᾿Αφάνταστη δόξα ἀναμένει τοὺς πιστούς, τοὺς ἐκλεκτοὺς καὶ ἀγωνιστάς.


ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου Πρ. Ιερού Ναού Τιμίου Σταυρού Πειραιώς
Εν Πειραιεί τη 15η Απριλίου 2015. 
(2ον)
Πηγή:https://www.impantokratoros.gr/
Μετά τα εισαγωγικά της προηγούμενης δημοσιεύσεως, προχωρούμε στον ερμηνευτικό σχολιασμό της αποστολικής περικοπής της Κυριακής του Πάσχα.

«Τον μεν πρώτον λόγον εποιησάμην περί πάντων, ω Θεόφιλε, ων ήρξατο ο Ιησούς ποιείν τε και διδάσκειν» (Πρ.1,1).
Στον πρώτο αυτό στίχο ο ευαγγελιστής απευθύνεται προς τον Θεόφιλο, προς τον οποίο αφιέρωσε τον πρώτο λόγο του, το ευαγγέλιό του, και τώρα αφιερώνει και τον δεύτερο, τις Πράξεις. Η λέξη «λόγος» εδώ έχει την σημασία του έργου, της ιστορικής πραγματείας, του βιβλίου. Στο πρώτο μου έργο, το ευαγγέλιο, λέει ο Λουκάς, σου έγραψα «περί πάντων». Ο ευαγγελιστής δεν έγραψε λεπτομερώς τα πάντα, αλλά με περιληπτικό τρόπο τα κατεπείγοντα και αναγκαιότερα, δηλαδή κεφαλαιωδώς και αδρομερώς. Δεν έγραψε μιά πλήρη βιογραφία της ζωής του Χριστού, απλώς για να ικανοποιήσει την περιέργεια του Θεοφίλου. Διότι τούτο και αδύνατο είναι και περιττό, σύμφωνα με τον λόγο του ευαγγελιστού Ιωάννου: «Έστι δε και άλλα πολλά όσα εποίησε ο Ιησούς…» (Ιω.21,25). Το ίδιο κάνει τώρα και στις Πράξεις. Εκείνο που ενδιαφέρει τον Λουκά είναι να παρουσιάσει όχι την ζωή των αποστόλων, αλλά την ζωή και την δράση της πρώτης Εκκλησίας και σε τελική ανάλυση την δράση του αγίου Πνεύματος. Πώς δηλαδή η Εκκλησία που ξεκίνησε την ημέρα της Πεντηκοστής από μια χούφτα ανθρώπους, εξαπλώθηκε σ’ όλο τον κόσμο. «Ών ήρξατο ο Ιησούς ποιείν τε και διδάσκειν». Με την φράση αυτή συμπεριλαμβάνει όλο το απολυτρωτικό έργο του Κυρίου, δηλαδή τα θαύματα, τη διδασκαλία του, την όλη αγία και αναμάρτητη ζωή του, το πάθος, τον σταυρό και την ανάστασή του.

«Άχρι ης ημέρας εντειλάμενος τοις αποστόλοις διά Πνεύματος αγίου ους εξελέξατο ανελήφθη» (1,2). Αυτό το απολυτρωτικό έργο, που ξεκίνησε με το βάπτισμα, ολοκληρώθηκε την ημέρα της αναλήψεως. Προτού όμως αναληφθή, έδωσε κάποια πολύ σημαντική εντολή στους αποστόλους. Να μην απομακρυνθούν από την Ιερουσαλήμ, μέχρις ότου λάβουν το Πνεύμα το άγιο. Χωρίς Αυτό δεν θα μπορέσουν να επιτύχουν τίποτε. Ούτε σοφία έχουν, ούτε δύναμη, ούτε οπλισμό. Αλλά και αν ακόμη τα είχαν όλα αυτά, πάλι τίποτε δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν. Με το πρώτο φύσημα του εχθρού θα εξαφανιστούν. Μόνον αν οπλιστούν με το άγιο Πνεύμα, θα μπορέσουν να φέρουν εις πέρας το έργο αυτό, το οποίο καμία ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να πραγματοποιήσει. «Οις και παρέστησεν εαυτόν ζώντα μετά το παθείν αυτόν εν πολλοίς τεκμηρίοις, δι’ ημερών τεσσαράκοντα οπτανόμενος αυτοίς και λέγων τα περί της βασιλείας του Θεού» (1,3). Εδώ ομιλεί για την ανάσταση, προσθέτοντας ορισμένες ακόμη πληροφορίες για το διάστημα, που μεσολάβησε από την ανάσταση μέχρι την ανάληψη και στη συνέχεια περιγράφει, όπως θα δούμε παρά κάτω, για δεύτερη φορά το γεγονός της αναλήψεως. Έτσι συνδέει το πρώτο βιβλίο με το δεύτερο, το ευαγγέλιο με τις Πράξεις. Από την ανάσταση μέχρι την ανάληψη μεσολάβησαν 40 ημέρες, κατά την διάρκεια των οποίων «παρέστησεν εαυτὸν ζώντα», παρουσίασε δηλαδή τον εαυτό του ζωντανό. Είναι οι διάφορες εμφανίσεις, μερικές από τις οποίες παραθέτουν οι ευαγγελιστές. Στο 40ήμερο αυτό δεν έμενε συνεχώς μαζί τους, όπως πρό της αναστάσεως, για να τους δείξει, ότι τώρα δεν πρόκειται να συνεχίσει την παλαιά ζωή, αλλά ο σκοπός του είναι να τους διαβεβαιώσει, ότι όντως αναστήθηκε και μάλιστα «εν πολλοίς τεκμηρίοις», δηλαδή με πολλά τεκμήρια, με πολλές αποδείξεις, ντοκουμέντα. Τον είδαν με τα μάτια τους, τον άκουσαν με τα αυτιά τους, τον ψηλάφησαν με τα χέρια τους, συνομίλησαν μαζί του, οσφράνθηκαν την παρουσία του. Δεν ήταν στιγμιαίες και φευγαλέες εμφανίσεις. Κάθησε και έφαγε μαζί τους. Και όλα αυτά, διότι το γεγονός της αναστάσεως έπρεπε να βεβαιωθεί από πολλούς αυτόπτες μάρτυρες και με πολλούς τρόπους ως ένα αναντίρητο ιστορικό γεγονός. Και τούτο πάλι διότι η ανάσταση είναι το θεμέλιο της πίστεως. Δεν στηρίζεται η ανάσταση στην πίστη, αλλά η πίστη στηρίζεται στην ανάσταση. «Καὶ λέγων τὰ περὶ της βασιλείας του Θεού». Το σύνηθες αντικείμενο των συζητήσεων ήταν η βασιλεία του Θεού. Η βασιλεία του Θεού είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος δημιουργεί με την ένσαρκη οικονομία του μια καινή κτίση, νέα δημιουργία, νέα ανθρωπότητα. Προ της αναστάσεως τους δίδαξε πολλά με παραβολές, (βλ. Ματθ.13), για την βασιλεία του Θεού. Σε λίγο, μετά την Πεντηκοστή, αυτή η βασιλεία θα πάρει μια πιο συγκεκριμένη μορφή. Από δω και μπρός θα είναι η Εκκλησία του, η οποία είναι το σώμα του, το οποίο θα ζεί και θα κινείται με την δύναμη του αγίου Πνεύματος.

«Και συναλιζόμενος παρήγγειλεν αυτοίς από Ιεροσολύμων μη χωρίζεσθαι, αλλά περιμένειν την επαγγελίαν του πατρός ην ηκούσατέ μου» (1,4). Έτρωγε και έπινε μαζί τους. Μετά την ανάσταση ο Χριστός δεν είχε ανάγκη να φάει και να πιεί, αλλά το έκανε για να βεβαιώσει την ανάστασή του, να δούν ότι δεν είναι φάντασμα, αλλά ο ίδιος ο αγαπημένος τους διδάσκαλος. Έτσι αργότερα θα πεί ο Πέτρος: Εμείς φάγαμε και ήπιαμε μαζί του, (Πραξ.10,41). Και ο απόστολος Ιωάννης: «Ο ήν απ’ αρχής, ό ακηκόαμεν, ό εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς, ό εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν … μαρτυρούμεν και απαγγέλομεν υμίν» (Α΄ Ίω.1,1). Τους παρήγγειλε επίσης «απὸ Ιεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι», να μην απομακρυνθούν απὸ τα Ιεροσόλυμα, διότι εκεί θα έστελνε το άγιο Πνεύμα. Ο Χριστός ήθελε ακριβώς στον τόπο όπου σταυρώθηκε, όπου ονειδίστηκε, εμαστιγώθηκε κ.λ.π., εκεί να φανεί και η ολοκλήρωση της δόξης του, η οποία πραγματοποιήθηκε με την ανάληψη και την Πεντηκοστή. Θα έπρεπε λοιπόν να περιμένουν στα Ιεροσόλυμα, μέχρις ότου λάβουν «τὴν επαγγελίαν του πατρὸς» του. Η επαγγελία του Πατρός είναι η υπόσχεση, που έδωσε ο Θεός διά του προφήτου Ιωήλ, ότι θα στείλει το άγιο Πνεύμα: «Και έσται εν ταις εσχάταις ημέραις εκχεώ από του Πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα…» (κεφ.2). Αυτή την υπόσχεση ανανέωσε ο Κύριος κατά το τελευταίο δείπνο ολίγον πρό του πάθους. Για να έλθει όμως, πρέπει προηγουμένως να απέλθει ο Κύριος, για να μεσιτεύσει στον Πατέρα του δυνάμει της απολυτρωτικής του θυσίας. Μέσα στην παρουσία του αγίου Πνεύματος θα αισθάνονται οι μαθητές την παρουσία του ιδίου του Χριστού.

«Ότι Ιωάννης μεν εβάπτισεν ύδατι, υμείς δε βαπτισθήσεσθε εν Πνεύματι αγίω ου μετά πολλάς ταύτας ημέρας» (1,5). Όπως βαπτίσθηκαν με νερό στα νερά του Ιορδάνου, έτσι θα βαπτισθούν τώρα με έναν άλλο τρόπο όχι με νερό, αλλά με Πνεύμα άγιο. Όταν βαπτίσθηκαν στον Ιορδάνη, το νερό του βαπτίσματος έβρεξε μόνο εξωτερικά το σώμα τους. Τώρα που θα βαπτισθούν με Πνεύμα άγιο θα γίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο. Όλη η ύπαρξή τους, όλη η σκέψη τους, η καρδιά τους, θα γεμίσει και θα διαποτιστεί με Πνεύμα άγιο. Για παράδειγμα, αν βυθίσουμε στο νερό ένα μεταλικό αντικείμενο, τούτο βρέχεται μόνο εξωτερικά. Αν όμως βυθίσουμε ένα σφουγγάρι, τότε αυτό διαποτίζεται εξ’ ολοκλήρου με το νερό. Βλέπουμε επίσης ότι και εδώ στο χωρίο αυτό, αλλά και παντού στην Καινή Διαθήκη γίνεται λόγος για βάπτισμα, που σημαίνει εξ ολοκλήρου βύθισμα στο νερό και όχι για ράντισμα. Ωστόσο παρά τις ρητές αυτές μαρτυρίες της Γραφής οι Παπικοί ήδη από τον 13ον αιώνα έχουν εισαγάγει την καινοτομία του βαπτίσματος διά ραντίσματος, την οποία διατηρούν μέχρι σήμερα. Δυστυχώς όμως και πολλοί Ορθόδοξοι κληρικοί σήμερα τείνουν να μιμηθούν τους Παπικούς και όταν βαπτίζουν, δεν βυθίζουν το νήπιο εξ’ ολοκλήρου στο νερό, αλλά περιορίζονται απλώς να ρίξουν λίγο νερό με την χούφτα. 

«Οι μεν ουν συνελθόντες επηρώτων αυτόν λέγοντες, Κύριε, ει εν τω χρόνω τούτω αποκαθιστάνεις την βασιλείαν τω Ισραήλ;» (1,6). Του έκαναν όλοι μαζί αυτή την ερώτηση, διότι ήταν ένα θέμα, που τους έκαιγε, τους απασχολούσε όλους: Τώρα που σε βλέπουμε αναστημένο, ένδοξο, ήλθε πλέον ο καιρός να επανιδρύσεις την ένδοξη βασιλεία του Δαυΐδ; Συνδέουν την έλευση του αγίου Πνεύματος με την ανοικοδόμηση της βασιλείας του Δαυΐδ. Πιστεύουν βέβαια στο Χριστό και στη δύναμή του, αλλά περιορίζουν την βασιλεία του σ’ ένα επίγειο βασίλειο. Από τα λόγια αυτά των αποστόλων καταλαβαίνουμε τι θα πεί έλλειψη αγίου Πνεύματος. Ότι δηλαδή μετά από τόσες διδασκαλίες περί της βασιλείας του Θεού, δεν κατάλαβαν ακόμη ποιά είναι η φύση αυτής της βασιλείας, ότι δηλαδή έχει καθαρά πνευματικό χαρακτήρα.

«Είπε δε προς αυτούς. Ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους η καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (1,7). Δεν είναι θέμα δικό σας, δεν σας αφορά αυτό το πράγμα. Μην σας απασχολεί αυτό το ζήτημα, το οποίο ο Θεός προγραμμάτισε και καθώρισε με την εξουσία του και το οποίο δεν θέλησε να αποκαλύψει στους ανθρώπους. Διότι αυτή η περιέργεια δεν σας ωφελεί σε τίποτε. Εσείς θα έχετε εμπιστοσύνη στον Πατέρα και θα περιμένετε να κάνει ό,τι θέλει ο Πατήρ. Και στην παρούσα περίπτωση, όπως και σε άλλες, (όπως όταν τον ρώτησαν πότε θα γίνει η Δευτέρα παρουσία του), ο Κύριος αρνείται να τους δώσει περισσότερες εξηγήσεις. Περιορίζεται να τους αποκαλύψει μόνον ό,τι έχει σχέση με την σωτηρία των ανθρώπων και την μελλοντική τους αποστολή. Αλλά μήπως όταν ήρθε το Πνεύμα το άγιο την ημέρα της Πεντηκοστής, τους αποκαλύφθηκε ο χρόνος της δευτέρας παρουσίας του και γενικά οι «χρόνοι και οι καιροί» περί ους ο λόγος; Ούτε τότε. Διότι ναι μεν τους προανήγγειλε, ότι το Πνεύμα το άγιο θα τους οδηγήσει «εις πάσαν την αλήθειαν», αλλά εδώ ως «αλήθεια» εννοούσε την σωτηριώδη αλήθεια, αυτή που αφορά την σωτηρία των ανθρώπων.

«Αλλά λήψεσθε δύναμιν επελθόντος του αγίου Πνεύματος εφ' υμάς, και έσεσθέ μοι μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης» (1,8). Το Πνεύμα το άγιο, που θα έρθει, δεν θα ιδρύσει κάποια εγκόσμια βασιλεία, αλλά θα έρθει για να δώσει δύναμη σε σας. Διότι χωρίς Αυτό τίποτε δεν θα μπορέσετε να κάνετε. Αυτό είναι εκείνο, που θα πρέπει να σας απασχολεί, όπως επίσης και η μεγάλη αποστολή, την οποία σας έχω αναθέσει. «Καὶ έσεσθέ μοι μάρτυρες εν τε Ἱερουσαλὴμ». Θα είσθε δικοί μου μάρτυρες και θα μαρτυρείτε για μένα. Θα δώσετε την μαρτυρία του πάθους και της αναστάσεώς μου και θα αποστομώνετε με την σοφία των λόγων σας τους αντιλέγοντας. Το άγιο Πνεύμα θα σας εμπνέει κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διακηρύσσετε την ιδική μου Θεότητα και την ιδική μου διδασκαλία. Το κήρυγμα θα ξεκινήσει από την Ιερουσαλήμ. Ο λαός της πόλεως αυτής, που τον εσταύρωσε ως κακούργο, έπρεπε να πάρει το μάθημά του. Να καταλάβει από την έκβαση των γεγονότων, ποιός ήταν αυτός, τον οποίον εσταύρωσε και πόσο πλανήθηκε. Να συναισθανθεί το μεγάλο αμάρτημα, το οποίο διέπραξε και να μετανοήσει. Στη συνέχεια το κήρυγμα θα έπρεπε να επεκταθή παντού, σ’ όλο τον κόσμο, «εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης». Και τούτο διότι η σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός προορίζεται για όλους και όχι μόνο για τους Εβραίους.
«Και ταύτα ειπών βλεπόντων αυτών επήρθη και νεφέλη υπέλαβεν αυτόν από των οφθαλμών αυτών» (1,9). Και αφού έδωσε σ’ αυτούς τις τελευταίες του οδηγίες και παραγγελίες, που αφορούσαν την έλευση του αγίου Πνεύματος, άρχισε να ανυψώνεται μπροστά στα μάτια τους. Από την άλλη διήγηση του ιδίου γεγονότος της αναλήψεως στο κατά Λουκάν, πληροφορούμεθα ότι καθ’ όν χρόνον αποχωριζόταν από αυτούς και ανυψωνόταν, ύψωσε τα χέρια του και τους ευλόγησε. Έτσι μ’ αυτόν τον τρόπο με απλωμένα τα χέρια σε σχήμα ευλογίας, τους αποχαιρέτησε, ενώ συγχρόνως ανυψωνόταν προς τον ουρανό. Και ενώ τον έβλεπαν, ενώ ανυψωνόταν, στη συνέχεια ήρθε κάποια νεφέλη κάτω από τα πόδια του, η οποία τον παρέλαβε, σαν να ήταν κάποιο όχημα, κάποιο μεταφορικό μέσον. Στην Παλαιά Διαθήκη παρουσιάζονται τα χερουβίμ να είναι το όχημα, ή ο θρόνος, πάνω στον οποίο κάθεται ο Θέος: «Ο καθήμενος επί των χερουβίμ εμφάνηθι» (ψαλ.79,2). Άλλοτε παρουσιάζεται να κάθεται πάνω σε νεφέλες, σαν να είναι το άρμα του: «Ο τιθείς νέφη την επίβασιν αυτού, ο περιπατών επί πτερύγων ανέμων» (ψαλ. 103,3). Κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν εμφανίζεται και εδώ ο Κύριος καθισμένος πάνω σε νεφέλη με δόξα και μεγαλοπρέπεια, όπως ακριβώς και ο Πατέρας του, ενώ οι αγγελικές δυνάμεις τον υπηρετούν. Καθώς ανυψωνόταν, όλο και πιό δύσκολα μπορούσαν να τον διακρίνουν. Στη συνέχεια τον έχασαν από τα μάτια τους, δεν τον έβλεπαν πιά. Έμειναν εκεί εκστατικοί, έκθαμβοι, ακίνητοι, με καρφωμένα τα μάτια στον ουρανό για πολλή ώρα. Ήταν ένα γεγονός, που ποτέ δεν είχαν ξαναδεί στη ζωή τους. Ο Λουκάς στο ευαγγέλιό του συμπληρώνει, ότι τον προσκύνησαν και είχαν μεγάλη χαρά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου