Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Ειρηναίος Χατζηεφραιμίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Ειρηναίος Χατζηεφραιμίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

Ο Ιερός Χρυσόστομος περί σεισμού

 


Ἀρχιμ. Εἰρηναῖος Χατζηεφραιμίδης

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος βίωσε σεισμοὺς στὴν ἐποχή του, τόσο στὴν Ἀντιόχεια, ὅσο καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη. Μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν πνευματική του ἐμπειρία, ἔχει νὰ μᾶς διδάξει πολλὰ γιὰ τὸν σεισμό.

1. Ποιά εἶναι ἡ αἰτία τῶν σεισμῶν.

Σίγουρα οἱ σεισμοὶ εἶναι φυσικὸ φαινόμενο, ποὺ ἐξηγεῖται φυσιοκρατικῶς καὶ μὲ ἐπιστημονικὰ δεδομένα. Ἀλλὰ ποιά εἶναι ἡ αἰτία, κατὰ τὸν ἱερὸ Πατέρα μας; Γιατί ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ γίνονται σεισμοί; «Διὰ γὰρ τοῦτο ὁ σεισμός, διὰ τὴν ραθυμίαν τὴν ἡμετέραν˙ ἐρραθυμήσαμεν καὶ ἐκαλέσαμεν τὸν σεισμόν». Ὁ σεισμός, συνεχίζει ὁ ἅγιος, εἶναι σὰν κήρυκας, ποὺ προαναγγέλλει σὲ ὅλους τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, ὥστε μὲ τὸν φόβο νὰ γίνουμε καλύτεροι καὶ νὰ ἀποκρούσομε τήν «διὰ τῶν πραγμάτων τιμωρίαν» (PG 48, 1027-1028)1.

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021

ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΕΙΤΑΙ Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ; Ἀρχιμ. Εἰρηναῖος Χατζηεφραιμίδης, Ἱεροκήρυξ, Καθηγητὴς ΠΔΜ





Μία νέα πρόκληση στὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα δημιουργήθηκε προσφάτως: Πρόστιμο 1500 εὐρὼ ἐπιβλήθηκε σὲ ἱερέα στὸ Τσοτύλι Κοζάνης. Ποιό ἦταν τὸ παράπτωμά του; Τέλεσε λιτανεία στὴν ἑορτὴ τῆς ἁγίας Μαρίνης.

Νὰ εἶναι ἆραγε ἡ μόνη περίπτωση; Δὲν σύρθηκε στὰ δικαστήρια ὁ Μητροπολίτης Κερκύρας γιὰ τὸ ἴδιο “παράπτωμα”;

     Τελικά, ζοῦμε σὲ ὀρθόδοξη χώρα;  Ἤ μήπως ἡ πίστη διώκεται; Ἀκούσατε ποτὲ νὰ διώκονται οἱ ὀργανωτὲς συλλαλητηρίων; Ἀσφαλῶς ὄχι. Εἶναι δικαίωμα δημοκρατικό. Καὶ δὲν μπορεῖ ἕνας ἱερέας νὰ λιτανεύσει τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου ἤ τῆς ἁγίας; Τί εἶναι ἡ λιτανεία; «Παράκλησις πρὸς τὸν Θεὸν καὶ ἱκεσία κοινή», κατὰ τὸν ἅγιο Συμεὼν Θεσσαλονίκης. Μὰ δημιουργεῖται συνωστισμός, θὰ μοῦ πεῖτε. Στὰ συλλαλητήρια δὲν δημιουργεῖται; Ὁ κορονοϊὸς ὑπάρχει μόνο στὴν ἐκκλησία; 

 Πιστεύουμε ἤ δὲν πιστεύουμε στὴ δύναμη τῆς προσευχῆς. Ποῦ εἶναι ἐκείνη ἡ λιτανεία στὴν Ἀθήνα, ὅταν ἐνέσκηψε πανώλης, καὶ ἔπαυσε τὸ θανατικό; Μήπως αὐτὸ ποὺ ἔκαναν οἱ ὑπόδουλοι πρόγονοί μας ἐπὶ ὀθωμανοκρατίας, τὸ στερούμαστε μὲ τοὺς νεοταξικούς;  Ἤ γνωρίζετε ἂν ὁ τοῦρκος ἀγᾶς εἰσέρχονταν στὸν ναὸ καὶ ἔκανε παρατήρηση στὸν λειτουργὸ ἱερέα, ὅπως συνέβη σὲ κάποιους λειτουργούς; Εἴδατε ποτέ κάποιον μεγαλόσχημο πολιτικὸ νὰ συνοδεύει λιτανεία ἢ θρησκευτικὴ πομπή; Ὄχι. Στὴν Ἀλβανία τὸ εἴδαμε στὰ Θεοφάνια. Ἰδοὺ πῶς φθάσαμε στὰ χρόνια ποὺ ἔλεγε ὁ Σεφέρης: «νὰ ζῆς στὴν πατρίδα σου καὶ ν’ ἀναρωτιέσαι: Αὐτὴ εἶναι ἡ πατρίδα μου;».

Ὡς πότε, λοιπόν, ἀνεκτικοί; Ὡς πότε πτῶκες καὶ κύνες ἐνεοί, κατὰ τὸν προφήτη Ἠσαΐα; 



Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΤΟΥ Ε', Ἀρχιμ. Εἰρηναῖος Χατζηεφραιμίδης

 

Σήμερα, 10 Ἀπριλίου, τιμοῦμε τὴ μνήμη τοῦ Πατριάρχη, ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ε’. Σὰν σήμερα (π.ἡ.), τὸ 1821, οἱ Ὀθωμανοὶ ἀπαγχόνισαν τὸν μαρτυρικὸ Πατριάρχη στὴ μεσαία πύλη τῶν Πατριαρχείων, ἡ ὁποία μέχρι τὶς μέρες μας παραμένει κλειστή.

Ὁ ἐθνομάρτυς Πατριάρχης κατηγορήθηκε διότι ἀπὸ τὸ σουλτανικὸ φιρμάνι ἀναγκάσθηκε, στὶς 23 Μαρτίου 1821, ν’ ἀφορίσει τὴν ἐπανάσταση στὴ Μολδοβλαχία. Ὅμως ὅλοι οἱ ἐπικριτές του λησμονοῦν ὅτι:

1. Ὁ Πατριάρχης ἦταν μὲν ὁ πνευματικὸς ἡγέτης τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλὰ ἦταν καί -τρόπον τινά- ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῶν ὑποδούλων, ποὺ λογοδοτοῦσε στὸν σουλτάνο. Ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπογράψει κείμενο, στὸ ὁποῖο δὲν πίστευε. Ἀλλὰ ὡς ἀρχηγὸς ἔθνους ποὺ κινδύνευε, ὄφειλε νὰ κάνει πολιτικὸ ἑλιγμὸ καὶ νὰ στέρξει σὲ μέτρο, τὸ ὁποῖο ἔστω καὶ προσωρινὰ ἔσωζε τοὺς πληθυσμοὺς ἀπὸ τὴ σφαγή. Ἔκανε ὅ,τι ἔκαναν καὶ ἄλλοι πατριάρχες: Μὲ τὸ ἕνα χέρι ὑπέγραφαν τὸν ἀφορισμὸ καὶ μὲ τὸ ἄλλο εὐλογοῦσαν τοὺς ἀφορισμένους. Τὸ ἴδιο τὸ κείμενο κραυγάζει ὅτι εἶναι προϊὸν βίας καὶ ἐσχάτης ἀνάγκης.

2. Ὁ ἀφορισμὸς δὲν ἦταν ἐπινόημα τοῦ Πατριάρχη καὶ τῆς συνόδου, ἀλλὰ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης. Ἀκριβέστερα ἦταν σκευώρημα καὶ δημιούργημα τῆς αὐστριακῆς κυβέρνησης. Τὸ ὅτι ὁ ἀφορισμὸς δὲν ἦταν τοῦ Πατριάρχη ἐπινόημα μαρτυροῦν ὁ Ἰ. Φιλήμων, ὁ Σ. Τρικούπης, ὁ Ν. Σπηλιάδης. Τὸ ἐπιμαρτυρεῖ ἕνα ἔγγραφο τῆς Ὑψηλῆς Πύλης πρὸς τὸν ρῶσο πρεσβευτὴ Στρογανὼφ τὸν Ἰούνιο τοῦ 1821, κατὰ τὸ ὁποῖο «Ἡ Ὑψηλὴ Πύλη εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἐξολοθρεύση πᾶν τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, μακροθύμως φερομένη, διέταξε τὸν Πατριάρχην ἵνα καταπνίξῃ τὴν ἐπανάστασιν διὰ τοῦ ἀφορισμοῦ».

3. Τὸ δίλημμα ἦταν ἀδυσώπητο γιὰ τὸν Γρηγόριο: Ἢ ἐκδίδουμε ἀφορισμὸ καὶ ρίχνουμε στάχτη στὰ καχύποπτα μάτια τοῦ σουλτάνου˙ ἢ δὲν ἀφορίζουμε καὶ ἀφήνουμε τοὺς πληθυσμοὺς ἔκθετους στὴ μανία τοῦ δυνάστη˙ ὁπότε ὁ ἑλληνικὸς κόσμος θὰ ἦταν καταδικασμένος στὴν ἀπώλεια. Κάθε ἄλλη ἀπόφαση θὰ ἦταν παράλογη, ἄστοχη καὶ μὴ ρεαλιστική.

4. Στὴν οὐσία τὸ μέτρο τοῦ ἀφορισμοῦ δὲν εἶχε βάση. Ὁ ἀφορισμὸς εἶναι τὸ ἰσχυρότερο πνευματικὸ ὅπλο τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὸ ὁποῖο ἐκβάλλεται τῆς μάνδρας τοῦ Χριστοῦ ὅποιος παρέβη ἀσύστολα τὶς ἠθικὲς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀλλὰ ἡ Πύλη ἐπέβαλε πολλὲς φορὲς τὴν ἔκδοση ἀφορισμοῦ γιὰ πολιτικὴ ἐκμετάλλευση. Ὁπωσδήποτε δὲ ἔχει κάτι τὸ τραγελαφικὸ ὁ ἀφορισμὸς τῶν ὑπερμάχων τῆς πίστεως, γιὰ νὰ ἐπικρατήσουν οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως.

5. Ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ συμμορφώθηκε ἀπόλυτα πρὸς τὴ σταθερὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐνθάρρυνε ἀντίσταση ἢ ἐπανάσταση κατὰ τῶν ἀπίστων δυναστῶν. Στὴν ὀθωμανοκρατία τὸ Πατριαρχεῖο ἀκολούθησε πολιτικὴ νομιμοφροσύνης καὶ μὴ ἀναμίξεως στὶς ὑποθέσεις «τοῦ κόσμου τούτου», ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ μποροῦσε καὶ ὑπὸ τὴ δουλεία νὰ ἐπιτελέσει τὸ κύριο ἔργο του, τὴ σωτηρία τῶν πιστῶν. Οἱ θανάσιμοι κίνδυνοι, ποὺ ἐπὶ τέσσερις αἰῶνες διέτρεχαν τὸ Γένος καὶ ἡ Ὀρθοδοξία, δὲν στάθηκαν ἱκανοὶ νὰ ἐκτρέψουν τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ αὐτὴν τὴν πολιτικὴ τῆς συνέσεως ποὺ ἀνέκαθεν ἀκολουθοῦσε.

Ἡ Ἐκκλησία ζοῦσε ὑπὸ τοὺς μόνιμους φόβους, μήπως ἐκθέσει τὸν Ἑλληνισμὸ στὴν ἐκδικητικὴ μανία τῶν Τούρκων καὶ τελικὰ στὸν ἀφανισμό. Ἡ καταστροφὴ τοῦ 1922 δὲν τὴ διέψευσε.

6. Ὁ Πατριάρχης πίστευε ὅτι οἱ Ἕλληνες θὰ κατανοοῦσαν τὴ θέση του καὶ θὰ καταλάβαιναν ὅτι ὁ ἀφορισμὸς δὲν εἶναι ἔκφραση τῆς πατριαρχικῆς βουλήσεως. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀφορισμὸς δὲν εἶχε δυσμενῆ ἐπίδραση στὴν Πελοπόννησο. Οἱ ἴδιοι οἱ ἀφορισμένοι τὸν θεώρησαν ἄγραφο χάρτη. Ὅλοι γνώριζαν ὅτι εἶναι προϊὸν βίας, ἡ ὁποία ἀσκεῖται ὑπὸ τὸ ἀνελεύθερο καθεστὼς τοῦ σουλτάνου.

Εἶναι δὲ ἀξιοσημείωτο ὅτι, ὅταν ὁ Γρηγόριος ἐξέδωσε ἀφοριστικὴ ἐγκύκλιο ἐναντίον τῶν Σουλιωτῶν ποὺ βοηθοῦσαν τὸν Ἀλῆ-πασᾶ κατὰ τῶν σουλτανικῶν στρατευμάτων, ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης, ποὺ ἔπιανε τὸ νόημα αὐτῶν τῶν ἀφορισμῶν, ἔγραφε πρὸς τὸν Κολοκοτρώνη στὶς 29 Ἰανουαρίου 1821: «Ὁ μὲν Πατριάρχης, βιαζόμενος παρὰ τῆς Πόρτας, σᾶς στέλλει ἀφοριστικὰ καὶ ἐξάρχους, παρακινώντας σας νὰ ἑνωθῆτε μὲ τὴν Πόρταν. Ἐσεῖς, ὅμως, νὰ τὰ θεωρῆτε ταῦτα ὡς ἄκυρα, καθότι γίνονται μὲ βίαν καὶ δυναστείαν καὶ ἄνευ θελήσεως τοῦ Πατριάρχου».

7. Οὐδέποτε ὁ σουλτάνος πίστευσε ὅτι ὁ ἀφορισμὸς ἐξέφραζε τὶς πεποιθήσεις τῶν συντακτῶν του. Θεωροῦσε τὸν Πατριάρχη συνυπεύθυνο γιὰ τὴν ἐπανάσταση. Γι’ αὐτὸ καὶ στὴ θανατική του καταδίκη (γιαφτᾶ) ἔγραψε ὅτι ὁ Πατριάρχης συμμετέσχε κρυφὰ ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐπαναστάσεως.

8. Σύγχρονοι ἱστορικοί, ὅπως ὁ Μ. Οἰκονόμου καὶ ὁ Ν. Σπηλιάδης, παρουσιάζουν τὸν Πατριάρχη ὡς προσωπικότητα μὲ πατριωτισμό, πνεῦμα αὐτοθυσίας καὶ πολιτικὴ εὐθυκρισία. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀμφισβητεῖ τὸν πατριωτισμὸ τοῦ Γρηγορίου.

9. Ὁ ἀφορισμὸς ἐκδόθηκε ὄχι γιὰ ν’ ἀσφαλισθοῦν ἡ ζωὴ καὶ τὰ προνόμια τῶν συντακτῶν του -ἄλλως θὰ ἦταν ἡ πιὸ ἀνήθικη πράξη- ἀλλὰ γιὰ ν’ ἀποτραπεῖ ὁ γενικὸς κίνδυνος σφαγῆς τῶν Ὀρθοδόξων.

Τὸ καθῆκον του, λοιπόν, ἔπραξε ὁ Πατριάρχης. Τὸ καθῆκον του τὸν κράτησε στὴν Πόλη, ἐνῶ μποροῦσε νὰ διαφύγει. Αὐτὸ τὸ καθῆκον τὸν ἀνέβασε στὸ ἰκρίωμα καὶ στὶς συνειδήσεις τῶν Ἑλλήνων, ποὺ μαζὶ μὲ τὸν Βαλαωρίτη ὑψώνουν τὴ φωνή τους:

Τὸ λείψανό σου τὸ φτωχό,τὸ ποδοπατημένο,
τ’ ἀνάστησε ἡ ἀγάπη μαςκι’ ἐδῶ μαρμαρωμένο
θὰ στέκη ὁλόρθο, ἀκλόνητο
κι’ αἰώνιο θὲ νὰ ζήση
νἆναι φοβέρα ἀδιάκοπη
σ’ Ἀνατολὴ καὶ Δύση.

Εἶναι αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ τοῦ προδομένου, ποὺ ξέρει νὰ διακρίνει: Ποιοί εἶναι οἱ ἐθνοσωτῆρες καὶ ποιοί οἱ ὀλετῆρες˙ ποιοί οἱ ἐθνοπατέρες καὶ ποιοί οἱ ἐθνοκτόνοι˙ ποιοί θυσιάσθηκαν γι’ αὐτὸν καὶ ποιοί τὸν θυσίασαν.

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020

Ἦταν σωματικὴ ἡ “ἀσθένεια” τοῦ Ἀποστόλου Παύλου; Ἀρχιμ. Εἰρηναῖος Χατζηεφραιμίδης, Καθηγητὴς Ὀρθοδοξίας καὶ Πολιτισμοῦ, ΠΔΜ

 

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴ Β΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή, κεφ. 12, στ. 7-10,  μνημονεύει ἀκανθωτὸ ξύλο, “σκόλοπα τῇ σαρκί”, γιὰ τὸν ὁποῖο παρεκάλεσε  τὸν Κύριο τρὶς, δηλαδή, ἀναρίθμητες φορές, νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπ’ αὐτόν˙ ἀλλ’ ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε: Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρις μου, καθότι ἡ δύναμή μου ἀναδει κνύεται τέλεια «ἐν ἀσθενείᾳ». 

 Ποιός εἶναι αὐτὸς ὁ σκόλοπας; Ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ “ἀσθένεια”, στὴν ὁποία  ἀναφέρεται ὁ Ἀπόστολος; Πρόκειται γιὰ ἀσθένεια τοῦ σώματος;  Ὁδηγός μας ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὁ αὐθεντικώτερος καὶ θεοφώτιστος ἑρ μηνευτὴς τῆς Γραφῆς, ὁ ὁποῖος ἔλυσε τὴν συντριπτικὴ πλειονότητα τῶν ἁγι ογραφικῶν ζητημάτων. 

 Κατ’ ἀρχὴν ὁ ἱερὸς Πατέρας μνημονεύει ὅτι κάποιοι ἀποδίδουν τὸν σκό λοπα σὲ κεφαλαλγία ποὺ γινόταν ἀπὸ τὸν διάβολο, θεωρία ποὺ ἀπορρίπτει  κατηγορηματικά: «Ἀλλὰ μὴ γένοιτο». Ὡς ἄγγελο τοῦ σατανᾶ θεωρεῖ τὸν Ἀλέ ξανδρο τὸν χαλκέα, τὸ περιβάλλον τοῦ Ὑμέναιου καὶ τοῦ Φιλητοῦ˙ ὅλους ὅσοι  ἀντιτίθενταν στὸ κήρυγμά του, τὸν καταπολεμοῦσαν, τὸν φυλάκιζαν, τὸν  ἔδερναν, ἐπειδὴ ἦσαν ὄργανα τοῦ σατανᾶ. Ὡς ἄνθρωπος, ἐπισημειώνει ὁ Χρυσόστομος, ὁ Παῦλος δὲν ὑπέφερε τὶς ἐπιβουλές˙ ἀπέκαμνε καὶ χρειαζόταν νὰ παρακαλεῖ τὸν Κύριο νὰ τὸν ἀπαλλάξει˙ ἔνδειξη ταπεινοφροσύνης.   Ὅμως, μὲ τὴν ἄρνησή Του ὁ Κύριος ἦταν σὰν νὰ τοῦ ἔλεγε: Σοῦ ἀρκεῖ ὅτι  ἐπιτελεῖς θαύματα. Μὴ ζητᾶς νὰ κηρύττεις χωρὶς κίνδυνο, χωρὶς φόβο, χωρὶς  νὰ σ’ ἐνοχλεῖ κανένας. Μὴ νομίζεις ὅτι εἶναι Θεοῦ ἀδυναμία τὸ νὰ ἔχεις πολ λοὺς ποὺ σὲ ἐπιβουλεύονται, σὲ δέρνουν, σὲ διώκουν, σὲ μαστιγώνουν. «Ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Αὐτὸ ἀκριβῶς δείχνει τὴ δύναμή  μου: Ὅταν σᾶς διώκουν καὶ ὑπερισχύετε˙ ὅταν σᾶς κυνηγοῦν καὶ ἐπικρατῆτε˙ ὅταν σᾶς φυλακίζουν καὶ μεταβάλλετε τοὺς φύλακες. Ἑπομένως, λέγει  ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι δὲν ὁμιλεῖ γιὰ κεφαλαλγία, ἀλλ’  ὅτι κυνηγημένοι καὶ διωγμένοι ἐπικρατοῦσαν καὶ ἐπιβίωναν. Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ διαλάμπει στὸ ὅτι, ἐνῶ οἱ ψευδαπόστολοι δὲν εἶχαν τέτοιες περιπέτειες,  οἱ ἀπόστολοι διώκονταν. 

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

«Βαστᾶς τὴν Παρθένα καὶ φοβᾶσαι;» Τοῦ Γιάννη Τσαρούχη. Ἀρχιμ. Εἰρηναῖος Χατζηεφραιμίδης, Καθηγητὴς ΠΔΜ

 

 Φαντάρος τὸ ’40 ὁ ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης, πήγαινε, ὅπως ἀφηγήθηκε ὁ ἴδιος, μὲ μοτοσυκλέτα στὸν διοικητὴ τοῦ τάγματος, κρατώντας τὴν  εἰκόνα τῆς «Παναγιᾶς τῆς Νίκης». Ξαφνικὰ βάρεσε συναγερμός. Καὶ ἐνῶ αὐ τὸς καὶ ὁ μοτοσυκλετιστὴς ἔπεσαν πρηνεῖς, οἱ παρακείμενοι στρατιῶτες ἀπὸ τὴν Ἄρτα δὲν ἔκαναν τὸ ἴδιο. «Βρὲ συνάδελφε», τοῦ εἶπε ἕνας ἀπὸ δαύτους,  «βαστᾶς τὴν Παρθένα καὶ φοβᾶσαι;».  

 


 

Αὐτὰ ἀφηγεῖται ὁ Γιάννης Τσαρούχης καὶ εἶναι καταγεγραμμένα στὸ βιβλίο τοῦ Κ. Χατζηπατέρα “Μαρτυρίες ’40- ’41”.  Αὐτὰ διαβάζω καὶ ’γὼ καὶ ἀκούω τὸ πικρὸ παράπονο καὶ τὸ ἀμεἰλικτο ἐρώτημα τοῦ συνειδητοῦ Χριστιανοῦ:  


 -Βαστᾶς Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, καὶ φοβᾶσαι;  

 Δηλαδή:  

 -Φοβᾶσαι νὰ μεταδώσεις τὴ Θεία Κοινωνία σὲ πάνω ἀπὸ ἐννέα πιστούς;  

-Φοβᾶσαι μὴ συγκρουσθεῖς μὲ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία, ποὺ σήμερα εἶναι καὶ αὔριο ἐκλείπει, ἐνῶ Αὐτὸ ποὺ μεταδίδεις εἶναι φάρμακο ἀθανασίας; 

-Φοβᾶσαι μήπως κάνεις ἀνυπακοή… καὶ ἀναπαύεις τὴ συνείδησή σου,  λέγοντας ὅτι εἶμαι ὑπάκουος;

 -Φοβᾶσαι νὰ ἀντιπαρατεθεῖς, ὑπερασπιζόμενος αὐτὸ ποὺ σοῦ κληροδότησαν οἱ Πατέρες, καὶ δὴ τό: «Οὐ βασιλέως ἐστί τὸ νομοθετεῖν τῇ Ἐκκλησίᾳ»; 

-Φοβᾶσαι μήπως σὲ περιπαίξουν τὰ κανάλια ποὺ διαπνέονται ἀπὸ ἀντι εκκλησιαστικὸ πνεῦμα; 

 -Σὲ φοβίζει μήπως δὲν ἀποδέχεσαι τὸ κοσμικὸ πνεῦμα ποὺ εἰσέρχεται ὡς  ξένο καὶ ἀλλότριο στὴν Ἐκκλησία; 

 -Φοβᾶσαι νὰ ἐξεγερθεῖς, ὅταν βλέπεις νὰ μᾶς σέρνουν στὰ ἀστυνομικὰ τμήματα, ἐπειδὴ κρατήσαμε τὴ γαλανόλευκη, βαμμένη μὲ τὸ αἷμα μαρτύρων  καὶ ἡρώων; Σιωπᾶς, ἐνῶ βλέπεις νὰ παραβιάζεται κατάφωρα ἡ ἀρχὴ τῆς  ἀναλογικότητος

 -Γιατί μᾶς ἀφήσατε νὰ σκορπισθοῦμε καὶ νὰ γίνουμε «κατάβρωμα πᾶσι  τοῖς θηρίοις τοῦ ἀγροῦ», ὅπως διαβάζω στὸν προφήτη Ἰεζεκιἠλ; Ξεχνᾶτε ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μᾶς ἐκζητήσει ἀπὸ τὰ δικά σας χέρια, καθὼς λέγει ὁ ἴδιος προφήτης; 

-Φοβᾶσαι νὰ μᾶς κοινωνήσεις, ἐνῶ ἐμεῖς τολμήσαμε νὰ ἔρθουμε, ἔστω καὶ κρυμμένοι στὸ σκοτάδι, ἀκόμη καὶ στὰ μνήματα, γιατί ἀπέξω ἦταν τὰ ὄργανα  τῆς ἐξουσίας; 

 -Τελικὰ σὲ ποιὰ χώρα ζῶ; Ἀναρωτιέμαι: Ζῶ στὴν Πατρίδα μου καὶ δὲν τὸ ξέρω; Εἶναι ἔγκλημα νὰ ἐκκλησιάζομαι, νὰ κοινωνῶ; Ἤ εἶμαι στὴ διωκομένη  ἐκκλησία ποὺ μεγαλουργεῖ;  

 -Μήπως ὑπείκετε ἀκουσίως στὴν κοσμικὴ ἐξουσία, ποὺ δικαιώνει τὸ τοῦ Θουκυδίδη: «Καὶ τὴν εἰωθυῖαν ἀξίωσιν τῶν ὀνομάτων ἐς τὰ ἔργα ἀντήλλαξαν  τῇ δικαιώσει»˙ ποὺ σημαίνει: «Καὶ τὴν ἀνέκαθεν συνήθη σημασία τῶν λέξεων  μετέβαλαν ἐν τοῖς ἔργοις, κατὰ τὴ δική τους βούληση καὶ εὐχαρίστηση»; 

 -Φοβᾶσαι ν’ ἀνοίξεις τὰ φτερά σου καὶ σὰν χρυσαετὸς νὰ χαρεῖς τὴ θύελλα  ἢ προτιμᾶς νὰ εἶσαι λαγός, πτώξ, καὶ νὰ πτώσσεις, νὰ μαζεύεσαι˙ δηλαδή, νὰ εἶσαι πτωχός, φουκαρᾶς; 


 Ἐλπίζω πὼς δὲν φοβᾶσαι, γιατί κρατᾶς τὸ δισκοπότηρο σφικτὰ κι αὐτὸ σοῦ δίνει δύναμη, θάρσος. Δὲν εἶσαι τῆς «ὑποστολῆς», γιατί ὁ Θεὸς δὲν σοῦ ἔδωσε «πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ». Ἀλλιῶς, οὐαί «τοῖς δειλοῖς», κατὰ τὴν Ἀποκάλυψη.