Παραμονή Χριστουγέννων (ἤ Πρωτοχρονιάς).
Ξύπνημα από τις 6. Ντυνόμασταν ζεστά.
Φοράγαμε τα σκουφάκια που μας είχε πλέξει η μάνα μας με τεράστιες φούντες στην κορυφή και αφού πίναμε γρήγορα-γρήγορα το Νουνού φεύγαμε για τα κάλαντα.
Θέλαμε να είμαστε από τις πρώτες που θα χτύπαγαν το κουδούνι.
Ναι, κινδυνεύαμε να μην μας ανοίξουν πρωί-πρωί, όμως αν, θα ήμασταν εμείς που θα κάναμε το ποδαρικό και θα παίρναμε επαξίως τον καλύτερο μπουναμά.
Συνήθως, η εμπειρία μας είχε δείξει, δηλαδή, ότι όλοι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, άνοιγαν διάπλατα την πόρτα τους για να «τα πούμε».