Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Το Πάσχα του Μεχμέτ Μπέη (κρυφός χριστιανός). Μία συγκλονιστική ιστορία με κρυπτοχριστιανούς!


Ἀπὸ τὸ Ἀναγνωστικό τῆς Στ’ Δημοτικοῦ τοῦ 1947

Εἶναι τρεῖς ἡ ὥρα μετὰ τὰ μεσάνυχτα καὶ σπάνιοι οἱ διαβάτες στὸ δρόμο. Εἶναι οἱ τελευταῖοι ποὺ γυρίζουν ἀπὸ τὴν πρώτη Ἀνάσταση καὶ πηγαίνουν βιαστικοὶ στὰ σπίτια τους. Σὲ λίγο τίποτε πιὰ δὲν ἀκούεται καὶ νεκρικὴ σιγὴ βασιλεύει σ’ ὅλη τὴν τουρκική συνοικία τοῦ Ἡρακλείου. Ξαφνικά, ἀνοίγει ἀθόρυβα ἡ αὐλόπορτα ἑνὸς μεγάλου σπιτιοῦ καὶ προβάλλει ἀνθρώπινο… κεφάλι. Γυρίζει δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ παρατηρεῖ μὲ προσοχὴ μέσα στὰ σκοτάδι. Τραβιέται μέσα καὶ πάλι ξαναφαίνεται καὶ κοιτάζει μὲ προσοχή.

-Ἐλᾶτε, δὲν εἶναι κανένας, ἀκούεται χαμηλὴ φωνή.

Τρεῖς σκιές, ἡ μιὰ μεγάλη καὶ οἱ δύο μικρότερες, βγήκανε στὸ δρόμο.

-Πᾶμε γρήγορα, ψιθύρισε ὁ ψηλὸς ἄντρας πᾶμε γρήγορα, γιατί ἀργήσαμε καὶ θὰ μᾶς περιμένει. Σκέπασε τὸ πρόσωπο μὲ τὸ μαντήλι σου, Ἑσμέ! Ρεσίτ, δός μου τὸ χέρι σου!

Περπατούσανε κι οἱ τρεῖς σιωπηλοὶ στὸ σκοτάδι. Μόλις ὅμως ἔστριψαν τὸ στενὸ σοκάκι, βρήκανε μιὰ γριά, ποὺ κρατοῦσε στὸ χέρι της ἀναμμένη λαμπάδα. Περπατοῦσε μὲ κόπο, γιατί ἦταν πολὺ γριά. Καὶ φρόντιζε μὲ τὸ ἀδειανὸ χέρι νὰ προφυλάξει τὴ λαμπάδα της ἀπὸ τὸν ἀέρα, γιὰ νὰ φέρει στὸ σπίτι τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ πῆρε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιά. Ὅταν εἶδαν τὸ φῶς τῆς λαμπάδας οἱ τρεῖς νυχτερινοὶ διαβάτες, γύρισαν ἀλλοῦ το κεφάλι τους, γιὰ νὰ μὴν γνωριστοῦν. Τοῦ κάκου ὅμως. Ἡ γριὰ σήκωσε τὴ λαμπάδα της καὶ τοὺς φώτισε.

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Πραγματική Ιστορία: Μεγάλη Σαρακοστή με κρυπτοχριστιανούς της Πόλης. Οι Κρυπτοχριστιανοί σε μία εκκλησία του Γαλατά την Μεγάλη Σαρακοστή του 1954...


Κρυπτοχριστιανοί τη Μεγάλη Σαρακοστή στην Πόλη. Ἦλθον τμηματικά καί μέ προφυλάξεις τό βράδυ πρός τό σουρούπωμα, ἕως ὅτου καθησυχάση ὁ κόσμος. Ἐξωμολογήθηκαν καί αἵ γυναῖκες, καί πρό τοῦ μεσονυκτίου ἐγένετο καί ἡ βάπτισις, τό μύρωμα καί ὁ Ἐκκλησιασμός τῶν παιδίων εἰς τό Παρεκκλήσιον…

Οι Κρυπτοχριστιανοί σε μία εκκλησία του Γαλατά την Μεγάλη Σαρακοστή του 1954
(Μία πραγματική ιστορία με κρυπτοχριστιανούς της Πόλης – Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου)


Κρυπτοχριστιανοί τη Μεγάλη Σαρακοστή στην Πόλη

Σέ μία Ἐκκλησία τοῦ Γαλατά στήν Πόλη, ὅπου συχνάζουν οἱ ναυτικοί καί ταξιδιῶται ν’ ἀνάψουν τό κεράκι τους γιά τούς δικούς τους καί τό καλό ταξείδι πρός τίς φουρτουνιασμένες θάλασσες τοῦ Πόντου. Ἐκεῖ τή Μεγάλη Σαρακοστή τοῦ 1954 πῆγε νά λειτουργήση καί νά ξομολογήση τούς Χριστιανούς κάποιος Γέρων Πνευματικός*, γιά πρώτη φορά ἐπισκεπτόμενος τήν Πόλη.

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2021

Ἀληθινὴ ἱστορία «Μᾶς νίκησες, μάνα»




Ἦταν, τελικά, τοῦ Θεοῦ μεγάλο δῶρο τοῦτο: Νά ʼχει στὸν κόσμο σταυρό˙ ἄνδρα σκληρὸ καὶ ἀτίθασο, ὅλο πίκρα, ἀντίδραση. Δὲν ἦταν τέτοιος ὁ Δημήτρης, ὅταν τὸν πρωτογνώρισε. Ἤρεμος ἦταν˙ γλυκύς, εὐγενής. Ἀλλὰ τί τὰ θές; Βάσανα, κόποι καὶ χρέη πολλά, ἄν καὶ εἶχε καλὸ μισθὸ Διευθυντοῦ τῆς ΔΕΗ. Ἔφταιγε γιὰ ὅλα ἐκεῖνο τὸ ἔρμο τὸ πάθος ποὺ εἶχε τελευταῖα ἀποκτήσει, ποὺ τοῦ ʼτρωγε τόσα λεφτὰ καὶ τὸ σῶμα του τό ʼφθειρε: ἔπινε. Κάποια βραδιὰ μάλιστα γινόταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος γιὰ τὰ τέσσερα παιδιά του, ποὺ ἦταν ὅλα τους τόσο καλόγνωμα. Ὤ! Ἄν ἔλειπε ἡ Εὐτυχία, ἡ χρυσή του γυναίκα, δὲν θὰ μποροῦσε τοῦτο τὸ σπίτι νὰ ζήσει. Ἔκανε τόση ὑπομονὴ αὐτὴ ἡ γυναίκα! Τὶς δύσκολες ὧρες τῶν ἐκρήξεων ἔκλεινε πάντα τὸ στόμα της. Τότε ἄνοιξε ἡ Εὐτυχία διάλογο μὲ τὸν Ἕνα, τῆς καρδιᾶς της τὸν πλοῦτο. Καὶ ἦταν αὐτὸς ὁ Χριστός, ὁ ἐσταυρωμένος Χριστός, ποὺ καὶ μόνο ἡ θέα του τὴν ὅπλιζε μὲ τέτοια ἀντοχή, ὥστε καὶ αὐτὴ ἀποροῦσε.

Κατάφερνε ἡ Εὐτυχία μὲ τὴν πίστη της νὰ σβήνει γρήγορα τὶς φωτιὲς ἀπὸ τὶς φωνὲς τοῦ συζύγου. Ἔτρεχε κατόπιν στὰ μικρά της, τὰ φοβισμένα. Μὲ λόγια στοργῆς τὰ γαλήνευε. Πάντα τὰ στήριζε. Ποτὲ δὲν γκρέμιζε στῆς λεπτῆς τους καρδιᾶς τὸ κύρος τοῦ πατέρα τους.

Τὰ χρόνια πέρασαν. Τὰ παιδιὰ μεγάλωσαν. Ἔκαναν δικές τους φωλιές. Διάλεξαν καλοὺς γαμπροὺς καὶ νυφάδες˙ ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πρῶτο, τὸν Μάρκο της. Ἡ Εὐτυχία πάντα σεβόταν τοὺς δρόμους καὶ τοὺς τρόπους ζωῆς τῶν παιδιῶν της. Ἔστεκε δίπλα τους μὲ διάκριση λεπτή. Τὰ δεχόταν στὸ σπίτι μὲ ἀγάπη πολλή, ὅποτε τό ʼθελαν˙ καὶ παιδιὰ καὶ νύφες καὶ ἐγγόνια. Πέντε τὰ εἶχε καὶ χαιρόταν μαζί τους. Ἀπὸ κοντά καὶ ὁ Δημήτρης, παπποὺς τώρα. Ἔβλεπαν τὰ παιδιὰ κεῖνες τὶς ὧρες τὴν Εὐτυχία τὴ μάνα τους στὰ μάτια κι ἔνιωθαν πὼς ὁ πικρός της πόνος ἀκόμα δὲν εἶχε στεγνώσει. Θυμόταν χωρὶς νὰ τὸ λένε ὅσα εἶχαν βιώσει στὰ μαθητικά τους χρόνια, τὶς ἀπίστευτες ὧρες μὲ τὶς φωνὲς καὶ βλαστήμιες τοῦ πατέρα. Γιʼ αὐτὸ φρόντιζαν καὶ ἔφευγαν γρήγορα. Μὴ μείνουν ἀργὰ καὶ τύχει νὰ δοῦν τὰ παιδιά τους τοῦ παπποῦ τὴν ὀργὴ καὶ τὸ πάθος. Καὶ ὅταν ἔφευγαν ὅλοι, παιδιὰ καὶ ἐγγόνια, ἡ γιαγιὰ Εὐτυχία πονοῦσε πολύ. Ἄνθρωπος ἦταν κι αὐτή. Πόσο ἀκόμη ἀτσάλι ἀντοχῆς νὰ εἶχε ἡ καρδιά της;

Συνέχιζε λοιπόν, ἄς εἶχαν περάσει τὰ χρόνια, τὸν μεγάλο ἀνήφορο, τὸν σκληρὸ Γολγοθᾶ της˙ μέσα σὲ χρέη καὶ φτώχεια καὶ γκρίνια. Ἦταν κάποια βράδια ποὺ ὁ πειρασμὸς τὴν τυραννοῦσε.

Πόσο θὰ ἀντέξεις; τῆς ἔλεγε. Βγάλε του ἐπιτέλους φωνή. Τόσα πικρὰ καὶ ἄδικα λόγια σοῦ λέει. Τόσο πλήγωμα καὶ τραῦμα βαθὺ προξενεῖ στὴν ψυχή σου. Ἀλλὰ ὄχι. Δὲν ἄφηνε αὐτὲς τὶς φωνὲς ποὺ μʼ ἀγκάθια αἰχμηρὰ ἔπνιγαν τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς νίκης τὰ ρόδα. Ὅταν ὅλα ἡσύχαζαν καὶ ὁ σύζυγός της κοιμόταν βαθιά, λέγοντας μέσα της τὴν «εὐχὴ» πήγαινε ἁπαλά–ἁπαλὰ καὶ τὸν σταύρωνε. Τὸ πρωῒ τοῦ ʼδινε Ἁγιασμό. Τὸν ἔπινε ἐκεῖνος χωρὶς νʼ ἀντιδρᾶ. Τότε ἡ Εὐτυχία τὰ ξεχνοῦσε ὅλα τὰ πικρά του καὶ βλάσφημα λόγια.

Πόσες ἦταν οἱ φορὲς ποὺ τὸν συνόδευε σὲ γιατροὺς καὶ Νοσοκομεῖα! Ἄλλωστε τόσες ἀρρώστιες τὸν ἔζωναν. Σὰν ἄγγελος πάντα πρόσχαρα αὐτὴ ἡ γυναίκα δὲν ἔπαυε στοργικὰ νὰ βοηθᾶ καὶ νὰ τὸν στηρίζει. Ἔτσι σιγά-σιγὰ ἡ σκληρὴ καρδιὰ τοῦ Δημήτρη ἄρχιζε νὰ μαλακώνει καὶ στὰ μάτια του κρυφὰ κάποια δάκρυα μυστικὰ νὰ κυλοῦν. Δὲν μποροῦσε νὰ μὴ γίνει τὸ θαῦμα. Τὸ θυμᾶται ὁ Δημήτρης. Ἔγινε τώρα κοντά.

Σὲ νοσοκομεῖο συνέβη. Νύχτα ἦταν ποὺ ἄκουσε μέσα του κάποια φωνή. Κάτι σὰν ψίθυρο. Ἦταν ἀγγέλου φωνή; ἦταν Θεοῦ; Ποῦ νὰ τὸ ξέρει. Πάντως κεῖνα τὰ λόγια χαράχθηκαν βαθιὰ στὴν καρδιά του κείνη τὴ νύχτα: «Δημήτρη, ἔχεις δίπλα σου χρυσὸ θησαυρό. Μὴ βασανίζεις ἄλλο τὴν καλή σου γυναίκα. Θεῖο δῶρο. Οὐράνιο εἶναι γιὰ σένα...».

Αὐτὸ ἦταν. Ἀπὸ τότε μαλάκωσε ἡ καρδιά του.

- Εὐτυχία μου, τῆς λέει μιὰ ἡμέρα μὲ σπασμένη φωνή, συγχώρεσέ με. Ὅλα τοῦτα τὰ χρόνια ἤμουν βάσανό σου πικρό. Θέλω γρήγορα ἐξομολόγο παπᾶ νὰ βρεῖς, νὰ μιλήσω, νὰ πῶ, νὰ ἠρεμήσω.

Καὶ ἔγινε σύντομα τὸ θαῦμα. Ὁ Δημήτρης ἐξομολογήθηκε, γαλήνεψε, ἄλλαξε. Τό ʼβλεπαν τοῦτο τὸ θαῦμα τὰ παιδιά. Δὲν ἦταν ἔτσι πρὶν ὁ δικός τους πατέρας.

Μιὰ μέρα ὁ Γιάννης, ὁ δεύτερός της γιός, σὲ κάποια ἐπίσκεψη δὲν ἄντεξε καὶ τό ʼπε κρυφὰ στὴ μητέρα:

- Δὲν μοῦ λές, μάνα, τί συμβαίνει μὲ τὸν μπαμπά; τὸν ἔκανες θρῆσκο;

- Ὄχι ἐγώ, καλό μου παιδί. Κάποιος Ἄλλος τοῦ ἄλλαξε τρόπο καὶ σκέψη.

- Ναί, ἀλλὰ κι ἐσύ, μάνα, τὸν ἄλλαξες. Θὰ σʼ τὸ πῶ. Δὲν ξεχνῶ, θὰ σʼ τὸ πῶ. Σὲ θυμᾶμαι τὴ συγκεκριμένη ἡμέρα. Κάθε Παρασκευὴ ἦταν ποὺ ζύμωνες τὸ πρόσφορο καὶ θύμιαζες ἔπειτα ὅλο τὸ σπίτι κι ἐμᾶς. Ἔτσι παίρναμε κεῖνο τὸ ἄρωμα τὴς μεγάλης σου ἀπροσποίητης πίστεως, καθὼς σὲ βλέπαμε νὰ σκύβεις μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα καὶ νὰ μιλᾶς μυστικά. Τί νὰ ἔλεγες ἐκεῖ μπροστὰ στὸν Θεό; Τὸν ἄλλαξες τὸν πατέρα μας μὲ τὴν προσευχή σου, τὴν ὑπομονή σου, τὴ σιωπὴ καὶ τὴν πίστη.

- Ὄχι ἐγώ, ὁ Θεὸς τὸν μαλάκωσε, Γιάννη. Δικό του εἶναι τὸ θαῦμα...

Ὅμως ὅση καὶ ἄν εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ σπιτιοῦ, ὑπάρχει κάτι ποὺ «τρώει» ἀκόμη τὴν καρδιὰ τῆς Εὐτυχίας. Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ πεῖ˙ παρὰ μονολογεῖ: «Εὐτυχία, τί θὰ ἀπογίνεις ἐσὺ μόνη, ἄν φύγει μπροστὰ ἀπὸ σένα ὁ Δημήτρης γιὰ τὴν ἄλλη ζωή; Πῶς θὰ ζήσεις μὲ τόσα δυσβάσταχτα χρέη; Σπίτι δὲν ἔχεις νὰ μείνεις. Νά, ὅλα τὰ σκόρπισες σὲ γιατροὺς καὶ σὲ φάρμακα, σὲ δόσεις γραμματίων καὶ ἐνοίκια».

Ὅμως ἦρθε ἡ λύση. Πρὶν κἄν μιλήσει στὸν Θεὸ γιὰ τὸ πρόβλημα, ἦρθε ἀπάντηση θεία. Θαῦμα καὶ τοῦτο καινούργιο;

Ἡ νύφη της ἡ Θεανώ, τοῦ πρώτου παιδιοῦ τους τοῦ Μάρκου ἡ γυναίκα, ποὺ συνήθως δὲν ἤθελε σχέσεις μαζί της καὶ συχνὰ τὴν παρεξηγοῦσε, ἔτσι ἀπρόσμενα τὴν πῆρε τηλέφωνο.

- Μάνα, τῆς λέει, ποὺ ποτὲ δὲν τὴν ἔλεγε ἔτσι. Μάνα, μὴ σκέφτεσαι τὸ μετά. Μὲ τὸν Μάρκο συμφωνήσαμε καὶ σοῦ τὸ λέω ἐγὼ μὲ χαρά: στὸ δικό μας τὸ νέο σπίτι θὰ ζήσει, ὅταν φύγει ὁ παππούς. Μὲ μᾶς καὶ τὰ δύο σου ἐγγονάκια. Σὲ δωμάτιο ξεχωριστὸ θὰ εἶσαι ἐσύ. Τὸ ἑτοιμάζουμε γιὰ σένα. Νὰ ἀπολαύσεις ὅσα χρόνια θὰ ζήσεις ὅ,τι δὲν χάρηκες σʼ αὐτὴ τὴ ζωή. Δὲν σοῦ τὸ κρύβω. Μᾶς νίκησες, μάνα. Μὲ τὴ δική σου σιωπή, μὲ τὴν ἀληθινή σου πίστη καὶ τὴν ἁγία σου ὑπομονή!



Ἀπὸ τὸ Ὀρθόδοξο Χριστιανικὸ Περιοδικὸ ''Ὁ Σωτήρ'', τεῦχος 2244 (1 Ἰουνίου 2021) σελ. 261-262.

Τρίτη 8 Ιουνίου 2021

Ο ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΠΟΥ ΕΛΕΓΕ ΜΟΝΟ ΤΟ "ΧΑΙΡΕ ΜΑΡΙΑ"-ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

 Κάποιος αγράμματος μοναχός δεν ήξερε καμία προσευχή να πει. Του λέει ο γέροντας:

- Αφού δεν μπορείς να μάθεις κάποια προσευχή να λες το: "Θεοτόκε Παρθένε Χαίρε"
- Γέροντα, ούτε αυτό μπορώ να το πω...
- Ε, τότε λέγε μόνο το: "Χαίρε Μαρία"...
- Αυτό μπορώ να πω! Αυτό μπορώ να το μάθω, είπε ο μοναχός.
''Χαίρε Μαρία'' έλεγε ο μοναχός καθημερινά, χιλιάδες φορές.

Ο διάβολος του παρουσιάστηκε μια μέρα και του είπε:
- Σταμάτα να λες αυτήν την προσευχή, γιατί δεν μπορώ να σε πλησιάσω..
Κοιμήθηκε ο γέροντας και το θάψανε. Στο τάφο του μετά από καιρό άνθισε μόνο του ένα λουλούδι. Ανοίξανε τον τάφο να δούνε και είδαν παραδόξως, ότι είχε ρίζα την καρδιά του μοναχού, η οποία δεν είχε λιώσει και έγραφε πάνω σε αυτήν: "Χαίρε Μαρία" με χρυσά γράμματα!
Έμεινε στην ιστορία ο μοναχός αυτός ως ο "Χαίρε Μαρίας".


Εκείνος που εγκωμιάζει την Παναγία χαριτώνεται και κάθε φορά που την εγκωμιάζει, κάθε φορά προβιβάζεται.


Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα

Πηγή:https://orthodoxhporeiakaizwh.blogspot.com/

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

Κάποιος που θα καταλαβαίνει... Διδακτικές Ιστορίες


 


Πήγε κάποτε ένας πιτσιρίκος να αγοράσει ένα σκυλάκι από petshop. Μπαίνει, λοιπόν, στο μαγαζί και ρωτάει τον ιδιοκτήτη πόσο στοιχίζει ένα κουταβάκι. «100 ευρώ» του λέει εκείνος. 

«Τι κρίμα», λέει ο μικρός, «δεν έχω τόσα χρήματα.» 

Ψάχνει τις τσέπες του και βλέπει ότι έχει 7,58 ευρώ. 

«Έχω μόνο τόσα», λέει.


 «Μπορώ με αυτά να δω τουλάχιστον τα κουτάβια και να τα χαϊδέψω λιγάκι;

Ο καταστηματάρχης το σκέφτεται λίγο, σφυρίζει, και τα κουτάβια έρχονται τρέχοντας κοντά του. Ένα από τα κουτάβια κούτσαινε λίγο και ήρθε τελευταίο στην παρέα. Μόλις το είδε ο μικρός, είπε: «Αυτό θέλω να αγοράσω!» 

«Μα, αυτό είναι ανάπηρο ξέρεις και δε θα μπορέσει ποτέ να παίξει μαζί σου όπως τα άλλα», του λέει ο κύριος. «Εγώ δε σου συνιστώ να πάρεις αυτό, διάλεξε κανένα άλλο.» 

«Όχι», λέει ο μικρός, «εγώ αυτό θα αγοράσω όταν μαζέψω τα χρήματα.»

Αφού με τα πολλά ο καταστηματάρχης βλέπει ότι ο μικρός δεν αλλάζει γνώμη, του λέει: «Εντάξει, μπορείς να πάρεις αυτό το κουτάβι δωρεάν, δε θέλω χρήματα.»

 Έξαλλος ο μικρός τού αποκρίνεται: «Όχι, αυτό το κουτάβι αξίζει τα ίδια χρήματα με τα άλλα, έχει την ίδια αξία.» Βγάζει, λοιπόν, τα 7,58 ευρώ που είχε πάνω του, τα δίνει στον κύριο και του λέει: «Τα υπόλοιπα θα σου τα δίνω ένα ευρώ την ημέρα, ώσπου να σε ξεχρεώσω.»

Ο καταστηματάρχης δεν κατάλαβε την εμμονή του μικρού να αγοράσει ένα ανάπηρο ζώο και τότε ο μικρός σηκώνει το παντελόνι του και δείχνει το πόδι του που ήταν τεχνητό (πρόσθετο μεταλλικό) και λέει:

 «Δε χρειάζομαι ένα σκύλο να τρέχει γιατί και εγώ δεν μπορώ να τρέξω βλέπετε, και νομίζω ότι ο σκύλος χρειάζεται κάποιον που θα τον καταλαβαίνει!»

Επιμέλεια: Παναγιώτης Χαντόγλου

Πηγή::https://agiameteora-friends.net/

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2021

Ο ευλαβέστατος ιερέας και η θυγατέρα του … Διδακτικές Ιστορίες


Σ’ ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί ζούσε προ ετών ένας ιερέας ευλαβέστατος. Η ψυχούλα του ήταν γεμάτη στοργή για το ποίμνιό του και ειδικά για τους πονεμένους. Έφτασε όμως η μέρα που δοκιμάστηκε κι εκείνος και πόνεσε πολύ. Η κόρη του, μια εξαιρετική κοπέλα, είχε παντρευτεί πρόσφατα μ’ ένα νοικοκυρεμένο παλληκάρι. Έφτασε, λοιπόν, ο καιρός να φέρει στον κόσμο το πρώτο παιδάκι της. Κατά τον τοκετό όμως, πέθανε! Πήγε Μάρτυρας να συναντήσει τον Πλάστη της, αφήνοντας πολύ πόνο πίσω της. Ο ιερέας πατέρας της πόνεσε κι αυτός πολύ στο χωρισμό, αλλά με ακλόνητη Πίστη στο Θεό πρόσφερε δοξολογία στο άγιο όνομά Του. Την αγάπη του δε, για την θυγατέρα του εξέφραζε με θερμές προσευχές για την ψυχή της και με κρυφές ελεημοσύνες. Ο ιερέας είχε έναν αδελφό καπετάνιο που, απόμαχος πια της θάλασσας, είχε γίνει στεριανός για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Είχε δημιουργήσει περιουσία κι απολάμβανε πλέον τους κόπους του. Δυστυχώς όμως ήταν σχεδόν άπιστος, παρ’ όλο που είχε καλή καρδιά.

Τα βραδάκια, όταν μαζεύονταν στο φιλόξενο σπίτι του παπά μαζί με μερικούς φίλους, κάποιους αγαθούς νησιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εκκλησία, έπιναν το ζεστό τους φασκόμηλο και κουβέντιαζαν. Ο καπετάνιος ένα βράδυ ειρωνεύτηκε τον ιερέα και του είπε:

- Σιγά καημένε παπά, μην υπάρχει άλλη ζωή και σε βλέπει η κόρη σου τι λέμε και τι κάνουμε! Ο ιερέας με πραότητα προσπάθησε να τον βοηθήσει ν’ αποβάλει την απιστία, γιατί ήξερε πως κατά βάθος υπέφερε η ψυχή του μέσα στη θανατερή παγωνιά της.

Εκείνος όμως δε φάνηκε να επηρεάζεται. Ένα βράδυ, λοιπόν, ο ιερέας βλέπει τη θυγατέρα του στον ύπνο του. Ήταν ολόφωτη. Λευκοντυμένη, χαρούμενη, και του λέει: “Πατέρα, σ’ ευχαριστώ για όλα. Για την αγάπη σου, τις προσευχές σου, και τις ελεημοσύνες που κάνεις για την ψυχή μου. Πες, σε παρακαλώ, και στον θείο μου (τον καπετάνιο) ότι τον ευχαριστώ για το ψάρι που μούστειλε!”. Αυτά είπε κι ενώ χαμογελούσε αγγελικά, τ' όνειρο έσβησε…

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2021

Όταν «ΕΞΑΝΑΓΚΆΖΕΙΣ» τον Θεό...(Διδακτικές ιστορίες)

 



Μ

ὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἄρχισε ὁ γέροντας Πνευματικὸς νὰ διηγεῖται στὸ πνευματικοπαίδι του μιὰ προσωπική του ἐμπειρία ἀπὸ κάποιον θεοφοβούμενο ἄνθρωπο παλαιὰ στὴ Μυτιλήνη. –Ποὺ λές, Μιχάλη τὸν λέγανε. Τὸν ἤξερα ἐγὼ προσωπικά. Στὴ Μυτιλήνη ζοῦσε, σ’ ἕνα κεφαλοχώρι. Ἄνθρωπος τίμιος, ἐργάτης, μὲ φόβο Θεοῦ πάνω του. Οἰκοδόμος ἦταν. Μεροδούλι – μεροφάι. Ὅλη τὴ μέρα στὴ δουλειά, καὶ τὸ βρά­δυ στὸ σπίτι, στὴν οἰκογένειά του. Εἶ­χε γυναίκα καὶ ὀχτὼ παιδιά. Οὔτε ἕνα, οὔτε δύο. Ὀχτὼ τοῦ Θεοῦ τὰ εἶχε. 

Ἡ γυναίκα του δὲν ἐργαζόταν. Καὶ νά ’θελε, ποῦ νὰ εὐκαιρήσει μὲ ὀχτὼ παιδιά; Ἕνα ἡμερομίσθιο, καὶ μ’ αὐτό, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τά ’βγαζαν πέρα. Δὲν τοὺς ἄφηνε ὁ Θεός. . Δὲν τοὺς ἄφηνε ὁ Θεός, γιατὶ ἐκεῖνοι δὲν Τὸν ἄφηναν. Κατάλαβες; Ἦταν θεοσεβούμενη οἰκογένεια ἡ οἰκογένεια τοῦ κυρ-Μιχάλη, παιδί μου. Ἀπὸ τὴν ἐκκλησία δὲν ἔλειπαν Κυριακές, γιορτές, καὶ στὴ ζωή τους πολὺ προσεκτικοί. Καὶ μὲ ἐλεημοσύνες ἐπιπλέον, ὅσο μπο­ροῦ­σαν. Τί νὰ μποροῦσαν δηλαδή; ἀπ’ τὸ ὑστέρημά τους οἱ ἄνθρωποι… Κυλοῦσε ἡ ζωή τους ἥσυχα, κι αὐτοὶ δόξαζαν τὸν Θεό.

 Κάποτε ὅμως ἦρθαν μέρες δύσκολες. Ἀναδουλειὲς στὸ νησί. Ἄρχισε νὰ στενεύεται ὁ κυρ-Μιχάλης. Πῶς νὰ τὰ καταφέρνει δέκα στόματα νὰ τρέφει καθημερινά; Κι ἡ καημένη ἡ γυναίκα ἀπὸ τὴν ἄλλη πιὸ πολὺ δυσκολευόταν. Ξέρεις τί ’ναι νὰ ξημερώνει, καὶ νὰ μὴν ξέρει ἡ μάνα ἂν θὰ βρεῖ νὰ ταΐσει τὰ μικρά της; Μαρτύριο σωστὸ γιὰ τὴ μητρικὴ καρδιά. Καὶ ἔφτασε κι ἡ μέρα ποὺ δὲν εἶχε τίποτε στὸ σπίτι νὰ δώσει στὰ παιδιά. Ἀδειανὰ ὅλα τὰ ράφια. Κοίταξε χλωμή, πανιασμένη τὸν ἄντρα της:

 –Ἂν σήμερα δὲν φέρεις κάτι στὸ σπίτι, τοῦ ’κανε, νὰ ξέρεις, τὰ παιδιὰ θὰ μείνουν νηστικά. Οὔτε ψίχουλο δὲν ὑπάρχει. 

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

Διδακτικές Ιστορίες-Προσευχή στις δυσκολίες (αληθινή ιστορία)

Η ιστορία, που θα σας αφηγηθώ είναι πέρα για πέρα αληθινή όσα απίστευτα στοιχεία και αν έχει…. ήταν αρχές Δεκέμβρη 2007. Οι έννοιες και οι φροντίδες της καθημερινότητας με είχαν καταβάλει εκείνο τον καιρό και ιδιαίτερα κάποιες οικογενειακές υποθέσεις μου είχαν προκαλέσει μεγάλη στεναχώρια. 

          Τέλος πάντων σκεφτόμουν, τα έχει αυτά η ζωή. Αυτό, όμως, που ένοιωσα εκείνο το πρωί ήταν για μένα -έτσι σκεφτόμουν τότε- τελειωτικό. Από την προηγούμενη είχα κάποιες εκκρεμότητες να φέρω σε πέρας και μάλιστα οικονομικές, που με είχαν στεναχωρήσει και με είχαν αγχώσει πολύ. Είχα πάει στο ταμείο των υπαλλήλων της υπηρεσίας που εργάζομαι και είχα εισπράξει το ποσό ενός δανείου 20.000 ευρώ, προκειμένου να εξοφλήσω την τράπεζα η οποία μας έβγαλε το εξοχικό σπίτι σε πλειστηριασμό και προχώρησε σε κατάσχεση. Ήμουν πολύ στεναχωρημένη, γιατί αυτό το σπίτι είχε φτιαχτεί με πολύ μόχθο και κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε με τα παιδιά εκεί για διακοπές. Δεν ήθελα με κανένα τρόπο να το χάσω, αν και οικονομικά ήμουν σε πολύ δύσκολη κατάσταση, αφού βασιζόμουν μόνο στο μισθό μου. Τέλος πάντων ζήτησα από τη υπηρεσία δάνειο, για το οποίο μου κρατάνε κάθε μήνα 250 ευρώ από το μισθό. Μόλις το εισέπραξα σε μετρητά πήγα στην τράπεζα και έστειλα 6.000 ευρώ σε έναν θείο, που είχε καταβάλει εγγύηση για να μη γίνει η κατάσχεση και τα υπόλοιπα 14.000 θα τα έβαζα σε λογαριασμό της τράπεζας τον οποίο όμως δεν είχα και έπρεπε να τηλεφωνήσω να μου τον πουν. Και ώσπου να τελειώσω με όλα αυτά η τράπεζα έκλεισε. Έτσι σκέφθηκα να αφήσω τα χρήματα, μαζί με όλα τα χαρτιά, όπως ήταν, μέσα στο αυτοκίνητό μου, στο τσεπάκι της πόρτας του οδηγού. Εκεί ποιος να τα πειράξει. Άλλωστε πρωί-πρωί θα πήγαινα να τα καταθέσω.

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020

Διδακτικές Ιστορίες-Γιορτάζετε για Μένα χωρίς Εμένα (Αληθινή Χριστουγεννιάτικη Ιστορία)



 Όπως θα ξέρεις, πλησιάζουμε ξανά στην ημερομηνία των γενεθλίων μου. Κάθε χρόνο γίνεται γιορτή προς τιμήν μου, έτσι και φέτος.

Αυτές τις μέρες ο κόσμος κάνει πολλά ψώνια, γίνονται διαφημίσεις μέχρι και στο ράδιο, την τηλεόραση και παντού κανείς δεν μιλά για κάτι άλλο εκτός από το τι λείπει μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα...
Είναι ευχάριστο να ξέρω ότι τουλάχιστον μία μέρα τον χρόνο κάποιοι με σκέφτονται.
Όπως θα γνωρίζεις πριν από πολλά χρόνια ξεκίνησαν να γιορτάζουν τα γενέθλιά μου. Στην αρχή φαινόντουσαν να καταλαβαίνουν και με ευχαριστούσαν γι' αυτό που έκανα για εκείνους. Όμως σήμερα κανείς δεν γνωρίζει τι γιορτάζουν.
Οι άνθρωποι συναντώνται και περνούν πολύ καλά όμως κανείς δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται....
Θυμάμαι πέρυσι, την ημέρα των γενεθλίων που έκαναν μια μεγάλη γιορτή προς τιμήν μου. Στο τραπέζι υπήρχαν τα πάντα, όλα ήταν διακοσμημένα όμορφα και υπήρχαν πολλά δώρα, αλλά ...; Ξέρεις τι;...
Ούτε που με κάλεσαν, ενώ ήμουν ο επίτιμος καλεσμένος κανείς δεν θυμήθηκε να με καλέσει. Και η γιορτή γινόταν για μένα...
Και όταν έφτασε η μεγάλη μέρα... με άφησαν απ' έξω, μου έκλεισαν την πόρτα... εγώ ήθελα να βρεθώ στο τραπέζι μαζί τους...

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

Διδακτικές Ιστορίες-Ένας Άγιος άστεγος - Αληθινή Ιστορία

 


Έ

νας Άγιος άστεγος - Η ματιά του με διαπερνούσε ενοχλητικά στο αργό περπάτημα μου λίγα μέτρα πιο πέρα… Αναζητούσα κάτι άλλο, αλλά προέκυψε αυτό το βλέμμα, που σαν να μου μιλούσε χωρίς ήχο με καθήλωσε και με γέμισε ενοχές… Εγώ κρατώντας μια τυρόπιτα και ένα μπουκάλι νερό αμέριμνος αλλά και ψυχρός, εκείνος ένας πεινασμένος και κομματιασμένος ψυχικά περίμενε όχι την τυρόπιτα, αλλά το τέλος που δεν ερχόταν… 

Τον κοίταξα άλλη μια φορά και του την πρόσφερα μαζί το νερό…Την πήρε στα χέρια αλλά δεν την έφαγε… «Ένα τσιγάρο έχεις να μου δώσεις;» «Δεν καπνίζω», του λέω, αλλά τρέχω στο περίπτερο δίπλα του και αγοράζω ένα πακέτο, δεν θυμάμαι και ποια μάρκα… Το προσφέρω χαμογελώντας και καθώς απομακρύνομαι μη έχοντας να δώσω κάτι άλλο, ξεκίνησε η δική του προσφορά!!! «Το τσιγάρο με σκοτώνει, ενώ η τυρόπιτα ανανεώνει το ραντεβού με την κόλαση για αργότερα…». Τον κοίταζα σιωπηλός και ακίνητος δείχνοντάς του το ενδιαφέρον που ζητούσε για να συνεχίσει… 

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2020

Διδακτικές Ιστορίες-Το σπουργιτάκι

 



Υ

πήρχε ένα σπουργιτάκι που, όταν άκουγε τη βροντή της θύελλας, ξάπλωνε στη Γη και σήκωνε τα μικροσκοπικά πόδια του προς τον Ουρανό.

 - Γιατί το κάνεις αυτό; το ρώτησε μια αλεπού. 

- Για να προστατέψω τη Γη, που έχει τόσα ζωντανά πλάσματα! απάντησε το σπουργιτάκι. Σηκώνω τα πόδια μου για να συγκρατήσω τον Ουρανό, σε περίπτωση που φανούμε άτυχοι και ο Ουρανός πέσει πάνω μας.

 - Τα καχεκτικά ποδαράκια σου να συγκρατήσουν τον απέραντο Ουρανό;! με απορία και ειρωνεία ρώτησε η αλεπού. 

- Ο καθένας εδώ κάτω στη Γη έχει το δικό του κομμάτι Ουρανού να συγκρατήσει, απάντησε το σπουργίτι.


Επιμέλεια Παναγιώτης Χαντόγλου
Πηγή:agiameteora.net

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020

Διδακτικές Ιστορίες-Ο παλιατζής




 Οδηγούσε στεναχωρημένος, φορτωμένος στο κεφάλι του από λάθη δικά του. Αμαρτίες, ιστορίες, υπερβολές και πασαλείμματα.

Κολλημένος, όπως ήταν μέσα του, κόλλησε και πίσω από τον παλιατζή, σ’ ένα στενάκι της πόλης, μην μπορώντας να φύγει με ταχύτητα.

«Παλιατζής!» έλεγε ο άλλος από μπροστά. «Φώναξε τον παλιατζή να σου καθαρίσει την αυλή! Υπόγεια, ταράτσες, αποθήκες, αυλές!».

Το στενάκι ατέλειωτο. Το κοντέρ στα είκοσι. Ο παλιατζής τα ίδια τα δικά του.

«Φώναξε τον παλιατζή να σου καθαρίσει την αυλή! Υπόγεια, ταράτσες, αποθήκες, αυλές!».

 

Σηκώνει το χειρόφρενο, κατεβαίνει κάτω, πηγαίνει με ορμή στο τζάμι του παλιατζή.

«Πάρε εμένα, ρε!» του λέει. «Βάλε με από πίσω και πάρε με! Καθάρισε μου υπόγεια, ταράτσες, αποθήκες, αυλές! Τα μέσα μου, ρε! Έχω αμαρτίες, ρε! Με φορτώνεις, ρε, από πίσω;».

Τον κοιτούσε ο παλιατζής. Τι να του πει;

«Εγώ σίδερα παίρνω, κύριε. Για την ψυχή θέλει παπά».

Πάγωσε ο άνθρωπος μπροστά στον παλιατζή. Φτερούγισε, όμως, παγωμένος. Δεν το είχε σκεφτεί. «Σωστά» είπε μετά. «Σ' ευχαριστώ πολύ» .

Σε δέκα λεπτά, είχε βρει έναν παπά της ενορίας του. Ξομολογήθηκε, ξαλάφρωσε.

Τι ωραία που ήταν μετά…

Πηγή:agiameteora-friends.net

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2020

Διδακτικές Ιστορίες- Το τζάμι

 


Κ

άποτε ήταν ένα νέο ζευγάρι που μετακόμισε σε καινούργια γειτονιά. Καθώς έτρωγαν το πρώτο τους πρωινό στο νέο τους σπίτι, η γυναίκα κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε τη γειτόνισσα που εκείνη την ώρα άπλωνε την μπουγάδα της.

 «Ά, τα ρούχα δεν είναι και πολύ καθαρά», σχολίασε, «η γειτόνισσα δεν ξέρει να πλένει καλά. Μάλλον χρειάζεται να χρησιμοποιεί περισσότερο σαπούνι». Ο σύζυγος κοίταξε την μπουγάδα αλλά δε είπε τίποτα. Κάθε φορά που η γειτόνισσα άπλωνε την μπουγάδα της, η γυναίκα έκανε τα ίδια σχόλια. 

Ένα μήνα αργότερα, ένιωσε μεγάλη έκπληξη, όταν είδε ότι τα ρούχα που είχε απλώσει η γειτόνισσα ήταν πιο καθαρά και είπε στον άντρα της : «Για δες! Η γειτόνισσα έμαθε επιτέλους να πλένει! Αναρωτιέμαι ποιος την έμαθε». 

«Ξέρεις ξύπνησα νωρίς σήμερα το πρωί και καθάρισα τα τζάμια μας!» γύρισε και της είπε ο άντρας της.

Επιμέλεια Παναγιώτης Χαντόγλου
Πηγή:agiameteora.net

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2020

Διδακτικές Ιστορίες-Με τα μάτια της ψυχής

 


Δ

ύο άντρες πολύ σοβαρά άρρωστοι, ήταν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Στον έναν επιτρεπόταν να μένει καθιστός μία ώρα το απόγευμα γιατί τον βοηθούσε να φύγουν τα υγρά από τους πνεύμονες. Το κρεβάτι του βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο παράθυρο του δωματίου. Ο άλλος άντρας έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια ξαπλωμένος σε ακινησία και ένας μεσότοιχος που βρισκόταν μεταξύ των κρεβατιών δεν του επέτρεπε να κοιτάει έξω από το παράθυρο. Οι άντρες κατέληξαν να μιλούν ατελείωτα. Μιλούσαν για τις συζύγους τους, τις οικογένειες τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τη θητεία τους στον στρατό, ακόμα και για το που είχαν πάει διακοπές. 

Κάθε απόγευμα, ο άντρας που του επιτρεπόταν να μένει καθιστός περιέγραφε στον συγκάτοικό του όλα όσα έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου. Ο άντρας που βρισκόταν σε αναγκαστική ακινησία άρχιζε να καταλαβαίνει πως ζει γι’ αυτές τις μοναδικές απογευματινές ώρες που η άποψη του μεγάλωνε και ζωντάνευε από όλη την δραστηριότητα και τα χρώματα του έξω κόσμου. Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια θαυμάσια λίμνη. Πάπιες και κύκνοι κολυμπούσαν εκεί, και τα παιδιά έπαιζαν με μικρά μοντέλα σκαφών στο νερό. Νεαρά ζευγάρια περπατούσαν πιασμένα χέρι χέρι μέσα στα υπέροχα λουλούδια που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Τεράστια παλιά δέντρα στέκονταν με χάρη επάνω στο έδαφος και μια υπέροχη θέα του ουρανοξύστη της πόλης φαινόταν από μακριά. Καθώς ο άντρας δίπλα στο παράθυρο εξηγούσε όλες αυτές τις όμορφες λεπτομέρειες, ο άντρας στο διπλανό κρεβάτι φαντάζονταν όλα αυτά που άκουγε.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020

Διδακτικές Ιστορίες- Το νόμισμα της καλοσύνης

 


Κ

άποτε, ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκυ βγήκε στον απογευματινό του περίπατο. Ενώ η ημέρα έφθανε στο σούρουπο ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι και ζητούσε βοήθεια. Ο Ντοστογιέφσκυ ψάχνει τις τσέπες του να βρει κανένα κέρμα, αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Ψάχνει το ρολόι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του. Ο μεγάλος αυτός συγγραφέας κοκκίνισε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε: 

 - Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω. Και ο γέρο ζητιάνος απαντά: 

- Ευχαριστώ πολύ. Το πήρα. Αυτό που μου έδωσες δεν μπορούσα να το βρώ αλλού. Το νόμισμα της καλοσύνης σπάνια το βρίσκω.

Επιμέλεια Παναγιώτης Χαντόγλου
Πηγή:agiameteora.net

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2020

Διδακτικές Ιστορίες- Το δώρο των προσβολών

 


Κ

άποτε ζούσε ένας σπουδαίος πολεμιστής. Παρά την προχωρημένη ηλικία του, μπορούσε να νικήσει οποιονδήποτε τον προκαλούσε. Η φήμη του έφτασε πολύ μακριά και πολλοί μαθητές έρχονταν για να μαθητεύσουν πλάι του. Μια μέρα, ένας ασήμαντος πολεμιστής έφτασε στην πόλη, αποφασισμένος να γίνει αυτός που θα νικήσει τον σπουδαίο δάσκαλο. Μαζί με την δύναμή του, είχε το ταλέντο να εντοπίζει τις αδυναμίες του αντιπάλου του. 

Περίμενε πάντα τον αντίπαλο να κάνει την πρώτη κίνηση, αποκαλύπτοντας έτσι την αδυναμία του, και μετά του επιτιθόταν ανελέητα και με τρομερή ταχύτητα. Κανείς δεν είχε αντέξει μαζί του, πέραν του πρώτου γύρου της μάχης. Παρά τις συμβουλές των μαθητών του, ο γέρος δάσκαλος δέχτηκε με χαρά την πρόκληση του νεαρού πολεμιστή. Καθώς λοιπόν είχαν λάβει τις θέσεις τους, ο νεαρός πολεμιστής άρχισε να προσβάλλει τον γέρο πολεμιστή, να του πετάει χώμα και να τον φτύνει στο πρόσωπο. 

Για πολλές ώρες συνέχισε να τον προσβάλλει, με κάθε γνωστή κατάρα και προσβολή. Μα ο γέρος πολεμιστής παρέμενε ατάραχος και ακίνητος, μέχρι που τελικά ο νεαρός πολεμιστής εξουθενώθηκε και αναγνωρίζοντας την ήττα του, έφυγε ντροπιασμένος. Οι μαθητές του γέρου πολεμιστή, λίγο απογοητευμένοι που δεν έγινε μάχη, μαζεύτηκαν γύρω του και τον ρώτησαν "πως άντεξες τέτοιο εξευτελισμό; Πως κατάφερες να τον διώξεις;" "Εάν κάποιος σου προσφέρει ένα δώρο, κι εσύ αρνηθείς να το δεχτείς" είπε ο δάσκαλος "σε ποιόν ανήκει το δώρο;"

Επιμέλεια Παναγιώτης Χαντόγλου
Πηγή:agiameteora.net

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

Διδακτικές Ιστορίες-Μια ιστορία από το Harvard

 


Μ

ία γυναίκα που φορούσε ένα ξεθωριασμένο καρό φουστάνι με το σύζυγό της, ντυμένο με ένα φτωχικό κοστούμι, κατέβηκαν από το τρένο στη Βοστώνη και κατευθύνθηκαν προς το γραφείο του προέδρου του Πανεπιστημίου Harvard. Δεν είχαν ραντεβού. Η γραμματέας μπορούσε να καταλάβει από την πρώτη στιγμή ότι τέτοιοι επαρχιώτες δεν είχαν καμία δουλειά στο Harvard. "Θα θέλαμε να δούμε να δούμε τον πρόεδρο" είπε ο άντρας με χαμηλή φωνή. "Θα είναι απασχολημένος όλη μέρα" απάντησε  η γραμματέας κοφτά. "Θα περιμένουμε" απάντησε η γυναίκα.

 Για ώρες η γραμματέας τους αγνοούσε, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα απογοητευτούν και θα φύγουν. Καθώς όμως είδε ότι δεν έφευγαν, η γραμματέας αποφάσισε να ενοχλήσει τον πρόεδρο, παρόλο που δεν το ήθελε με τίποτα. "Ίσως αν τους δείτε για ένα λεπτό, να φύγουν" του είπε! Εκείνος αναστέναξε με αγανάκτηση και έγνεψε θετικά. Κάποιος τόσο σημαντικός όσο αυτός σίγουρα δεν είχε το χρόνο να δέχεται ανθρώπους ντυμένους με ξεθωριασμένα καρό φουστάνια και φτωχικά κοστούμια. 

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

Διδακτικές Ιστορίες- Ο γέροντας και το άλογο


Κάποτε ζούσε σ’ ένα χωριό κάποιος φτωχός γέροντας, ο οποίος είχε ένα όμορφο άλογο που τον βοηθούσε στις γεωργικές του ασχολίες και το οποίο ήταν τόσο όμορφο και δυνατό, ώστε ήταν γνωστό σε όλη τη γύρω περιοχή. Κάποια μέρα, ένας πρίγκιπας που εντυπωσιάστηκε από τη φήμη και το παρουσιαστικό του αλόγου, θέλησε να το αγοράσει, προσφέροντας στον γέροντα ένα υπέρογκο ποσό. Αυτός, όμως, αρνήθηκε να πουλήσει το αγαπημένο του άλογο, µε το οποίο είχε δεθεί τόσα χρόνια, και επέστρεψε στο χωριό του.
-“Μα καλά είσαι ανόητος;” ρωτούσαν οι συγχωριανοί του. “Πούλα το άλογο για το καλό σου, θα πιάσεις πολλά χρήματα και θα είσαι ευτυχισμένος!”
-“Ααα, εμένα το άλογο με βοηθά στην εργασία μου.. Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό;” απαντούσε ο γέροντας, “Μόνο Ο Θεός το ξέρει!”
Οι μέρες περνούσαν και το άλογο παρέμενε αχώριστη συντροφιά του γέροντα. Ένα πρωί ξύπνησε και είδε ότι το άλογό του είχε φύγει. Οι συγχωριανοί του μαζεύτηκαν για να του εκφράσουν τη λύπη τους: