
π. Ἀνανίας Κουστένης
Ο Ιωάννης προσπαθούσε με καλό τρόπο, με υπομονή, και αγάπη και το υπέροχο παράδειγμά του να βοηθήσει τους ταλαίπωρους Έλληνες, που ‘χανε βγει από την μεγαλύτερη περιπέτεια του Ελληνικού Έθνους. Κι είχαν γίνει σχεδόν άγριοι, και δυσκολεμένοι, και τον κατηγορούσαν αυτοί που σας ανέφερα προχθές, και το επέκριναν. Και σχηματίστηκε και αντιπολίτευση εναντίον του, Έγραφαν οι εφημερίδες οι αντιπολιτευόμενες πολλά και μεγάλα ψέμματα και συκοφαντίες εναντίον του. Και του έλεγαν οι δικοί του, Μα, δεν απαντάτε Ιωάννη; Άστους, σιγά-σιγά θα καταλάβουν, θα δούνε, θα τους φωτίσει ο Θεός, ας τους πάρουμε με το καλό, ταλαιπωρημένοι είναι, δυσκολεμένοι είναι.
-Μα, σας εχθρεύονται. Δεν σας αγαπούν. Θα σας κάνουν κακό.
– Ε, αν θέλουν να μου κάνουν κακό, ας το κάνουν. Εγώ πιστεύω στο Θεό μου. Κι εδώ που είμαι, είμαι μόνο γιά καλό. Και μόνο από αγάπη ήλθα εδώ να βοηθήσω όσο μπορώ με τη Χάρη του Χριστού και της Παναγιάς, την πληγωμένη Πατρίδα μου. Το μέγαν ερείπιον. Και καθώς πήγαινε στην εκκλησία ο σκύλος του έσκισε το παντελόνι . Θεία Πρόνοια ήτο; Σίγουρα. Και γύρισε άλλαξε και προχώρησε. Η βουβή ζητιάνα του έκλεινε το δρόμο, μα ο Ιωάννης προχωρούσε. Ο Σμυρνιός ντελάλης φώναζε Που πας μπαρμπα-Γιάννη θα σε σκοτώσουν. Κι η Μαντώ η Μαυρογένους του είπε μη πάει για θα το βρει κακό. Αλλά εκείνος προχωρούσε, γιατί είχε μέσα του αγαθή συνείδηση, και τη πληροφορία ότι αυτό που κάνει είναι καλό γιά τη Πατρίδα. Γιά τη Πίστη. Και γιά το Γένος. Και προχωρούσε. Έφτασε κοντά μετ’ ολίγον εκτελεστάς του. Τους χαιρέτισε εγκάρδια. Και καθώς πήγαινε να μπει στην εκκλησιά του άδειασάν τα όπλα επάνω του. Τον χτύπησαν και στο κεφάλι και στη κοιλιά, έπεσε ημίθνητος, κι ένας απ΄αυτούς για να τον αποτελειώσει έβγαλε και την μάχαιρα και τον εφόνευσε. Θρήνος, λοιπόν, κακό μέγα. Ο σοφός Ιωάννης-Γαβριήλ Ευνάρδος, ελβετός, οικονομολόγος, σοφός, είπε μόλις έμαθε το θάνατο του Ιωάννου Καποδίστρια ότι εκείνοι που δολοφόνησαν τον Καποδίστρια, εδολοφόνησαν την Ελλάδα. Και το έκαναν τα τότε διαπλεκόμενα. Γιατί ο Ιωάννης ήταν άνθρωπος του Θεού, άνθρωπος της Πατρίδος, άνθρωπος του καλού, άνθρωπος του ωραίου. Και οι εχθροί του καλού και του ωραίου, οι άνθρωποι του σκότους και της τότε διαπλοκής κατάφεραν και έβγαλαν τον Ιωάννη από την μέση. Και δεν μπόρεσε να συνεχίσει το μεγάλο του έργο. Τον έκλαψε ο λαός τον εθρήνησε, τον επένθησε. Όλοι έβαλαν τα μαύρα. Βυθίστηκαν στο πένθος. Δεν ήξεραν τί να κάνουν. Απελπίστηκαν. Έχασαν τον πατέρα τους. Τον προστάτη τους. Τον αγαθότερο Έλληνα, όπως είχε γράψει κι ο Κασομούλης στα ιστορικά ενθυμήματα, και τον πατέρα του Έθνους. Αν και είχε μερικά ανθρώπινα ελλατώματα, γράφει ο δίκαιος Κασομούλης. Και περισσότερο απ’ όλους τονε πόνεσε ο μέγας Κωλοκοτρώνης κι ο μέγιστος Νικηταράς. Που του ήσαν οι πιο αφοσιωμένοι , τον βοηθούσαν στο έργο του όσο κανείς άλλος. Κατάλαβαν την ψυχή και το άδολον του μεγάλου Κυβερνήτη. Κι έθεσαν τους εαυτούς τους στην διάθεσή του. Και τον αγαπούσαν και τον συμβούλευαν, και τον προστάτευαν , και τον άκουγαν, και τον φρουρούσαν. Κι ήταν γι’ αυτούς ένα μεγαλείο. Ο Θοδωράκης Κολοκοτρώνης όταν τόμαθε ήταν στη Τριπολιτσά. Καβαλάει το άλογο και έρχεται στ’ Ανάπλι. Και τον κλαίει από τη μιά μεριά, κι από την άλλη προσπαθεί να κρατήσει τον κόσμο από την δίκαιη αγανάκτηση κι οργή του εναντίον εκείνων που εφόνευσαν τον μεγάλο Κυβερνήτη. Θα ξέσπαγε εμφύλιος πόλεμος . Έγινε λίγο, αλλά το πολύ το συγκράτησε ο μεγάλος Κολοκοτρώνης, πούχε τον τρόπο νε εξισορροπεί τα πάντα. Κι είχε την αγάπη και την πειθώ, γιατί παρείχε πάντοτε υπέροχο παράδειγμα, και ανιδιοτελείας και αγάπης. Και προπαντός όπως πολλάκις έχουμε τονίσει απ’αυτή τη θέση, παράδειγμα μακροθυμίας, μεγαλοψυχίας και συγχωρητικότητος.
Κράτησε λοιπόν, σε μιά ισορροπία τον κόσμο για αρκετό καιρό. Και πήρε τους στρατιώτες του και βγήκε στο Μοριά ξανά, και προστάτευε από την αυθαιρεσία των φονευτών του Ιωάννου Καποδίστρια τον λαό.
Ὁ μέγας Ἰωάννης Καποδίστριας κι
ὁ καπετάν Κώττας μὲ τὴν ὑπέροχη Ἑλληνικὴ ψυχή!!
π. Ἀνανίας Κουστένης
27 Σεπτεμβρίου 1831, ἐμαρτύρησε, ἔτσι θὰ τὸ πῶ ἐγώ, ὄχι ἐδολοφονήθη— ἐμαρτύρησε ὁ πρῶτος κυβερνήτης της Ἑλλάδος μας. Ὁ μέγας Ἰωάννης Καποδίστριας. Σαν αὐτόν δὲν θὰ ξαναπεράσει οὔτε στὴν Ἑλλάδα οὔτε στὸν κόσμο ὅλο! Δὲν ἔχω χρόνο, νὰ σᾶς ἀναλύσω. Τα ‘χουμε ἀναλύσει σὲ ἐκπομπές.
Ἐφονεύθη, λοιπόν, ὁ ἅγιος, γιὰ μένα, Ἰωάννης Καποδίστριας, ὁ νεομάρτυς, ἀπὸ τοὺς μέσα καὶ τοὺς ἔξω ἐχθρούς. Τὸ αἷμα του, όμως, ἐπότισε τὸ δέντρο τῆς ἐλευθερίας της Ἑλλάδος. Καὶ τὰ θεμέλια, ποὺ ἔβαλε, γιὰ τὴν πίστη καὶ τὴν πατρίδα, συνεχίζονται. Ἀπέφεραν καρπούς. Ἀπέφεραν καρπούς! Ἔβαλε το μινιστέριο τῆς Θρησκείας, -το Ὑπουργεῖο, δηλαδή – μὲ τὸ μινιστέριο τῆς Παιδείας. Μὲ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας. Γι’ αὐτὸ ἔχουμε Ὑπουργεῖο Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων. Πάει ἡ κυρία τώρα, πού ‘ναι ἐκεῖ, ποὺ προῆλθε ἀπ’ τὰ Κατηχητικά, δυστυχῶς, νὰ τὰ ἀλλάξει ὅλα. Ἂν προλάβει κι ἂν τὴν ἀφήσει ὁ Θεούλης. Λογαριάζει χωρὶς τὸν ξενοδόχο. Μπορεῖ νὰ γίνει κάτι καὶ νὰ μὴ φανεῖ οὔτε ὁ τόπος ποὺ ἦσαν. Γιατὶ ὁ Ναζωραίος ξέρει καὶ φροντίζει. Ξέρει νὰ περιμένει, ξέρει νὰ συγχωράει, ξέρει, ξέρει, ἀλλὰ ποιούς συγχωράει, ποιούς φροντίζει; Τοὺς μετανοημένους. Τοὺς ἄλλους τοὺς μεριάζει.
Ἕνας βοσκός, ὅταν ἔμαθε τὸν θάνατό του, παράτησε τὰ πρόβατά του καὶ πῆγε καὶ πέθανε ἀπ’ τὴ λύπη του. Τὸν θάνατο τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια! Τὸν σκύλευσαν κι αὐτόν. Τὸν ἔβρισαν κι αὐτόν. Τί δὲν εἶπαν! Ἂς ἦσαν, ὅμως,στη θέση του καὶ στὴν ἐποχή του, νὰ ἀντιμετωπίσουν την Ἑλλάδα, τὸ μέγα ἐρείπιον! Μέσα κι ἔξω δεινά! Κι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἔβαλε τὰ στήθια του. Καὶ πήγαινε στὴν ἐκκλησία, ἤξερε, ὅτι θὰ τὸν σκοτώσουν! Πήγαινε εξήμισυ τὸ πρωί, για νὰ διαβάσει τὸν Ἑξάψαλμο ὁ κυβερνήτης. Γιατὶ στήριζε τὴν τύχη καὶ τὴν πρόοδο τοῦ νεοπαγούς ἑλληνικοῦ κράτους στὴ Θεία Πρόνοια. Σὲ μιὰ εἰκόνα προσωπική του, τὴ Γλυ κοφιλοῦσα, ποὺ εἶναι στὸ Μουσεῖο τῆς Κορίνθου, γράφει, «Βοήθησε, Παναγία Γλυκοφιλοῦσα, τὸν δοῦλον σου Ἰωάννη. Καὶ παρακάλεσε τὸν Υἱόν σου νὰ κυβερνήσει ὁ Ἰωάννης με φόβο Θεοῦ, μὲ ἀγάπη καὶ δικαιοσύνη.» Ὁ μεγάλος Ἰωάννης Καποδίστριας! Ἂς ἔχουμε τὴν εὐχή του. Κι ἡ πατρίδα μας κι οἱ κυβερνῶντες κι ὁ καθένας μας.
Καὶ 27 ἔχω ἕνα – δυὸ λεπτά, ἀκόμη, θὰ τοὺς κάνουμε μνημόσυνο την Κυριακή, γι’ αὐτὸ κάνουμε Λειτουργία την Κυριακή, θὰ σᾶς πῶ στὸ τέλος 27 Σεπτεμβρίου 1905, στὰ Βιτόλια, στὸ Μοναστήρι, ἐκεῖ πού ‘ν’ τὰ Σκόπια σήμέρα, Ἑλληνικότατη πόλις, στην πλατεῖα τοῦ Ἀτ-παζάρ, οἱ Τοῦρκοι ἀπηγχόνισαν τὸν μεγαλύτερο Μακεδονομάχο. Τὴν ἀρχὴ τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνος, τὸν καπετάν Κώττα. Κώττας εἶναι στὰ Ἠπειρώτικα Κώστας. Κωνσταντίνος. Τον καπετάν Κώττα! Τί ὑπέροχος άνθρωπος! Αὐτὸς ἔφερε τὸν Παῦλο Μελᾶ ἀπὸ τὴν Αθήνα στη Μακεδονία. Καπετὰν Κώττας! Καὶ πέθανε Ὀρθόδοξος, παρότι δὲν γνώριζε Ἑλληνικά! Εἶχε, ὅμως, Ἑλληνικὴ ψυχή! Δεν εἶναι ἡ γλῶσσα. Εἶναι τὸ αἷμα. Εἶναι τὸ γένος. Καπετάν Κώττας! Αἰωνία του ἡ μνήμη. Ἕνας γυιός του, ὁ Σωτήρης, τὸ 1940, ἀξιωματικός, ὅταν ἔσπασε τὸ μέτωπο, κι οἱ ἀξιωμα τικοὶ οἱ περισσότεροι φύγαν κι ἄφησαν τὸν στρατό, ἔκατσε κάτω! Μάζεψε τους στρατιώτες, τα παιδιά του, βρήκε αυτοκίνητα καὶ τοὺς κουβάλησε στην Αθήνα καὶ σ’ ὅποιους προορισμούς. Γιατί ήτανε γυιὸς τοῦ ἀείμνηστου καπετάν Κώττα, Κωνσταντίνου. Αἰωνία ἡ μνήμη κι ἐκείνου.
“Λόγοι Ενιαυτού”Τόμος Α · Αρχιμανδρίτης Ανανίας Κουστένης Εκδότης: Κυπρής,
***
Βλέπετε τί γίνεται. Τὸ πῶς στεκόμαστε, γιὰ νὰ τελειώσω, τὸ πῶς στεκόμαστε εἶναι θαῦμα. Ὁ μεγαλομάρτυς τῆς πολιτικῆς τῆς νεοτέρας Ἑλλάδος, Ἅγιος γιὰ μένα, Ἰωάννης Καποδίστριας, ἔχει πεῖ: «Ὁ Θεὸς σώζει διὰ θαυμάτων τὴν Ἑλλάδα». Αὐτὸ εἶναι. Κι ὁ Μακρυγιάννης, ὁ συνώνυμός του, μέγας ἀγωνιστής, τί λέει; «Τρῶν ὅλα τὰ θεριὰ ἀπὸ ἐμᾶς καὶ στὸ τέλος μένει καὶ μαγιά», εἶπε στὸν Γάλλο ναύαρχο Δεριγνύ ἢ Ντερνύς, ὅπως τὸν λέει στὰ «Απομνημονεύματα. » Τοῦ ‘πε κι ἄλλα. Ἐκεῖνος, πιστεύω, δὲν κατάλαβε. Καὶ τοῦ ἀπήντησε τὸ γνωστό: «Τρὲ μπιέν. » – «Πολύ καλά!»
Λόγοι Αλωσης Β’· Αρχιμανδρίτης Ανανίας Κουστένης
πηγή: https://romioitispolis.gr/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου