Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Παμμακεδονικό αντάμωμα 2026 στην Φλώρινα - η ομιλία του π.Ειρηναίου (φωτό)

 

Το Σαββατοκύριακο 8&9 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε το ετήσιο αντάμωμα, από τις ανά τον κόσμο παμμακεδονικές οργανώσεις. Για την φετινή χρονιά το αντάμωμα έλαβε χώρα, όπως είχε κανονιστεί, στην Φλώρινα.



Οικοδέσποινα και παρουσιάστρια της κεντρικής εκδήλωσης ήταν η συντοπίτισσά μας, καθηγήτρια πανεπιστημίου στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας Δρ.Θωμαή Κακουλή, με αξιοσημείωτο έργο στην διακονία της εκεί ομογένειας.


Την κεντρική εκδήλωση παρακολούθησε πλήθος κόσμου,  Φλωρινιώτες, αλλά και επισκέπτες από άλλες περιοχές. Εκ μέρους του κοινοβουλευτικού κόσμου παρέστη και απηύθυνε χαιρετισμό μόνο ο Πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ κ.Δημήτριος Νατσιός. Επίσης και ο ευρωβουλευτής της Ελληνικής Λύσης κ.Φράγκος. Χαιρετισμούς επίσης απηύθυναν και εκπρόσωποι διαφόρων άλλων πολιτικών δυνάμεων και της τοπικής αυτοδιοίκησης.



Δυστυχώς οι τοπικοί βουλευτές έλαμψαν διά της απουσίας τους.

Κεντρικός ομιλητής ήταν συντοπίτης μας αρχιμανδρίτης π.Ειρηναίος Χατζηεφραιμίδης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, με μια βαρυσήμαντη και πολύ συγκινητική ομιλία, που “έκλεψε” τις εντυπώσεις. Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας του π.Ειρηναίου:


Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ:

ΤΟ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ

π. Ερηναῖος Χατζηεφραιμίδης


Ὁ Μακεδονικὸς Ἀγῶνας ὑπῆρξε ἀγῶνας ἰδιόμορφος καὶ πολύμορφος, βί­αιος ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ προπαντὸς ἀμυντικός. Ἀπέβλεπε στὴν ὑπερ­ά­σπιση τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου τῆς Μακεδονίας, τὸ ὁποῖο εἶχε ὑποστεῖ τὰ πάν­­δεινα ἀπὸ Τούρκους καὶ Βουλγάρους.

Ἦταν ὅμως καὶ ἀγῶνας πνευματικὸς καὶ καθολικός˙ ἀγῶνας ὅλων τῶν Μα­κε­δόνων, ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Ἦταν ἡ ἀντίσταση τῆς ἀδάμαστης ψυχῆς τῶν Ἑλλή­νων, ποὺ στάθηκε ὁλόρθη καὶ ἀλύγιστη στὰ πλήγματα τῶν ἐπίβου­λων τῆς Μακεδονι­κῆς γῆς. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔτρεξαν νὰ συμπαρασταθοῦν μὲ ὅ,τι μέσο διέθετε ὁ καθένας. Ὁ ἀγῶνας αὐτὸς συμπεριέλαβε ὅλες τὶς δυνάμεις, ὅ­λες τὶς βαθμῖδες ἀντιστάσεως τοῦ Γένους.

Αὐτὴ ἡ ἀντίσταση ὑπῆρξε τριττή: Ἠθική, πνευματική, μαρτυρική.

ἠθικὴ ἀντίσταση προβλήθηκε προπαντὸς μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατρι­αρ­χεῖο, «τὸν κοινὸν πατέρα πάντων τῶν ὀρθοδόξων, τὴν κεφαλὴν τῆς ὅλης Ὀρ­θο­δο­­ξίας», ὅπως ἔλεγε ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος˙ τὸ Πατριαρχεῖο, τὸ ὁποῖο, αἰ­ρόμενο στὸ ὕψος τῆς παγκοσμιότητος καὶ οἰκουμενικότητος τῆς Ὀρθοδο­ξί­ας, προσέβλεπε πρὸς ὅλους τοὺς ὑποδούλους ὀρθοδόξους λαοὺς ὡς τέκνα του ἀγα­πητά.

Ἀλλὰ δυστυχῶς στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο βρέ­­θηκε ἐνώπιον τῆς ἐπιβουλῆς τῶν ἐπεκτατικῶν σχεδίων τῶν πανσλα­βι­στῶν, ποὺ ἀπαιτοῦσαν τὴν ἵδρυση χωριστῆς βουλγαρικῆς ἐκκλη­σίας. Στόχος τους ἦταν, μέσῳ τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτονομίας, νὰ δοθεῖ ἐθνικὴ ὑπόσταση στοὺς Βουλγά­ρους, νὰ ἀναγνωρισθοῦν ὡς ἔθνος αὐτοτελές.

Παρὰ τὶς ἀκρότητες καὶ τὶς ὑπερβολικὲς ἀξιώσεις τῶν Βουλγάρων, καὶ πά­λι τὸ Πατριαρχεῖο ἐνεργεῖ ὡς φιλόστοργη μητέρα. Προτείνει σχέδιο, τὸ ὁποῖο, ὅπως τόνιζε ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος ΣΤ΄, μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια οἰκοδο­μοῦ­σε μία γέ­φυρα γιὰ τὴν πολιτικὴ ἀνεξαρτησία τῶν Βουλγάρων. Ἡ Πύλη ἀπέρ­ριψε αὐτὸ τὸ σχέδιο. Ἔτσι φθάσαμε στὴν πραξικοπηματική -κατὰ τὰ κανονι­κῶς ἰσχύοντα στὴν Ὀρθοδοξία τῆς Ἀνατολῆς- ἵδρυση τῆς Βουλγαρικῆς Ἐξαρ­χίας. Τὸ 1870 μὲ φιρμάνι ἡ Πύλη ἔδωσε νομικὴ ὑπόσταση στὴ βουλγαρικὴ ἐκ­κλη­σία, μὲ ἐπικεφαλῆς ἔξαρχο. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἔτος ἀρχίζει ὁ Μακεδονικὸς Ἀγῶ­νας.

Ἡ ἐξαρχικὴ ἐκκλησία εἰσῆγε θεσμοὺς ξενήκουστους καὶ δημιουργοῦσε δι­χο­­­στασίες καὶ διχόνοιες μεταξὺ τῶν ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι διίσταντο μεταξύ τους ὡς πρὸς τὴ διάλεκτο, ἀλλ’ οὐδέποτε φαντάσθηκαν κάποια ἐθνολογικὴ δι­­α­φορά. Ἦ­ταν ἐκκλησία καθαρὰ ἐθνοφυλετικὴ καὶ κάθε ὀπαδός της θεω­ροῦ­νταν Βούλγαρος στὴν ἐθνότητα.

Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, παρὰ τὸ ὅτι μένει πιστὸ στὶς ἀρχὲς τῆς οἰ­κουμε­νικότητος καὶ νομιμότητος, ἀντιδρᾶ μέσα στὰ ἐκκλησιαστικὰ πλαίσια. Τὸ 1872 συγκαλεῖ Πανορθόδοξο Σύνοδο καὶ καταδικάζει τὴν Ἐξαρχία γιὰ ἐ­θνοφυλετισμό, ὁ ὁποῖος κηρύσσεται ὡς αἵρεση.

Βέβαια, ὅπως ἀποδείχθηκε ἀπὸ τὴ μετέπειτα ἐξέλιξη τῶν γεγονότων, ἡ οἰ­κου­­μενικότητα καὶ ἡ νομιμότητα τοῦ Κλήρου δὲν προσδοκοῦσαν εὐοίωνα ἀ­πο­τελέ­σματα καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ προασπίσουν τὸ Γένος. Ἡ βία τῶν ἐξαρ­χι­κῶν σωμά­των καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀντίστοιχων ἑλληνικῶν καθιστοῦσαν ἐπι­τα­κτι­κὴ τὴ στρο­φὴ τῆς πολιτικῆς τοῦ Πατριαρχείου.

Ἡ Ἐκκλησία, στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος, ἀρχίζει ὄχι μόνο νὰ ἀμύνεται, ἀλ­λὰ καὶ νὰ ἀνακτᾶ τὸ χαμένο ἔδαφος. Προάγονται σὲ Μητροπόλεις ὅλες οἱ ἐπισκοπὲς τῆς Μακεδονίας, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν οἱ ἐπί­σκοποι περισσό­τερο κῦ­ρος. Ἐγκαθίστανται ἱεράρχες προικισμένοι, ἡγέτες ὄχι μόνο τῆς πολύπαθης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ δεινοπαθοῦντος Γένους. Ἐξεγείρουν κοιμισμένες συν­ειδήσεις. Ἀνασταίνουν τὴν πεθαμένη ἐλπίδα. Συντάσσουν ἀναφορὲς πρὸς τὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν κυβέρνηση τῶν Ἀθηνῶν. Διαμαρτύρονται γιὰ τὶς ἀ­γριότητες τῶν ἐξαρχικῶν. Περιθάλπουν τὰ ὀρφανὰ καὶ τὶς χῆρες. Στηρίζουν ὅσους γονάτι­σαν. Παρηγοροῦν ὅσους λιγοψύχησαν. Ἐπαναφέρουν τὸ πλανε­μένο ποίμνιο. Θαρραλέοι, ἀκούραστοι, ριψοκίνδυνοι, ἀκάματοι, περιοδεύουν τὶς ἐπαρχίες τους καὶ ἐπισκέπτονται τὸ ποίμνιο, διότι τὸ κατασπαράσσουν οἱ λύ­κοι. Διδάσκουν πὼς γιὰ νὰ σώσουν τὴν ζωὴ καὶ τὴν περιουσία τους ἕνας καὶ μό­νον τρόπος ὑπάρχει˙ νὰ ἀπαντήσουν στὴ βία. Στὴ δυναμικὴ παρουσία αὐ­τῶν τῶν ἱεραρχῶν ὀφείλεται κυ­ρίως ἡ ἐπάνοδος πολλῶν ἐντοπίων ὁπλαρ­χηγῶν, ὅπως τῶν καπεταναίων Κώττα, Βαγγέλη καὶ Γκέλε, οἱ ὁποῖοι, μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους γηγενεῖς πατριαρχικούς, βάστασαν τὸ βάρος τοῦ Ἀγῶνος, ὡ­σό­του τοὺς συνδράμει ἡ ἐλεύθερη Ἑλλάδα.

Παράλληλα μὲ τὴν ἠθικὴ ἀντίσταση, οἱ Ἕλληνες διεξῆγαν καὶ τὴν πνευ­ματι­κὴ ἀντίσταση˙ τὸν ἀγῶνα τὸν πνευματικό, μέσα ἀπὸ τὰ σχολεῖα. «Τὸ τῶν ψυχῶν ἔδαφος», ὅπως ἔγραφε ὁ πρόξενος Λάμπρος Κορομηλᾶς, ἦταν ὁ στο­χος αὐτῆς τῆς ἀντιστάσεως. Ἔτσι, λοιπόν, ὅταν κάποτε ἦλθαν τὰ ὅπλα τὰ ὑ­λικά, βρῆκαν πρῶτα τὰ πνευματικά. Τὸ ἄοπλο πνεῦμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶχε κάνει δυναμικὴ τὴν πα­ρου­σία του, πρὶν ἀκόμη στὰ βουνὰ καὶ στὰ χωριὰ τῆς Μακεδονίας ἀκουσθεῖ ἡ κλαγγὴ τῶν ὅπλων. Τὸ πνευματικὸ ὑπόβαθρο στήριξε τὸν ἀγῶνα καὶ δικαίωσε τὶς προσδοκίες του. Καὶ ἂν τελικὰ ἡ Ἑλλάδα ἔ­στερξε στὴν ἐθνικὴ ἐπιταγὴ τοῦ Ἴωνα Δραγούμη καὶ ἔτρεξε νὰ σώσει τὴ Μα­κεδονία, ὑπῆρχε τόπος, ὅπου μποροῦσε νὰ τρέξει, διότι καὶ τὰ σχολεῖα κατόρ­θωσαν νὰ κρατήσουν τὴ γῆ τῆς Μακεδονίας ἑλλη­νική.

Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἡ Παιδεία στὸν μακεδονικὸ χῶρο γνωρίζει τὴ διείσδυση τῶν ἐξαρχικῶν στὰ ἐκπαιδευτικὰ πράγματα. Ἡ Πύλη καταπολεμᾶ τὰ προ­νόμια τοῦ Πατριαρχείου καὶ ἐπιτρέπει στοὺς ἐξαρχικοὺς νὰ καταλάβουν ἐκ­κλη­σίες καὶ σχο­λεῖα τῶν Ἑλλήνων. Δίνει τὴ συγκατάθεσή της γιὰ νὰ ἐγκα­τασταθοῦν Βούλγαροι δάσκαλοι στὴ Μακεδονία καὶ νὰ ἱδρυθοῦν βουλγαρικὰ σχολεῖα, χωρὶς τὴν ἄδεια τῶν ἐπιχωρίων Μητροπολιτῶν. Σκοπὸς τῆς Πύλης εἶναι νὰ πλήξει τὸ ὑψηλὸ ἐπί­πεδο τῆς ἑλληνικῆς Παιδείας στὴ Μακεδονία καὶ νὰ ἀποδυναμώσει τὴν ἑλληνικὴ ἐκπαιδευτικὴ δραστηριότητα, ἡ ὁποία ἀντι­με­τωπίζει τὴν ἐντεινόμενη σχολικὴ δι­είσδυση τῶν ξένων ἐθνοτήτων καὶ τὴν κάμ­ψη τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας. Ὁ πατριάρχης Ἰωακεὶμ Γ΄ παραιτεῖται. Προ­κα­λεῖται θύελλα διαμαρτυριῶν τῶν Ἑλλήνων τῆς Μακεδονίας ἀπέναντι στὴν Ὑψηλὴ Πύλη καὶ στὶς τουρκικὲς ἀρχές.

Στὴ Μακεδονία ἡ ἑλληνικὴ ἐκπαίδευση εἶχε μακρὰ παράδοση καὶ γνώρισε «σταθερὴ ἐξάπλωση» (Dakin, 1996, 30). Oἱ δὲ στατιστικὲς τῶν σχολείων ἀποτε­λοῦσαν ἀτράνταχτα στοιχεῖα γιὰ τὴν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας. Ὁποιεσδή­ποτε ἄλλες στατιστικὲς ἦσαν παραπλανητικές. Μόνον τὰ στοιχεῖα τῆς ἐκπαίδευ­σης ἦσαν ὁ καλύτερος δείκτης τῆς ἐθνικῆς ταυτότητος στὴ Μα­κεδονία. Ὁ ἡττη­μένος -λόγῳ τοῦ 1897- Ἑλληνισμὸς ἐπιβίωνε στὴ Μακεδονία καὶ ἀποκτοῦσε δύ­ναμη χάρις στὴν ἑλληνικὴ ἐκπαίδευση. Περὶ τὸ 1902 στὴ Μα­κεδονία ὑπῆρχαν περισσότερα ἀπὸ χίλια ἑλληνικὰ σχολεῖα μὲ 70.000 πε­ρίπου μαθητές. Τὰ βουλ­γαρικὰ σχολεῖα ἦσαν 592 καὶ εἶχαν συνολικὰ 30.000 μαθητές (Dakin, 1996, 31). Μόνο στοὺς καζάδες Μοναστηρίου, Φλω­ρίνης καὶ Καστοριᾶς, κατὰ τὸ σχολικὸ ἔτος 1901-1902, ὑπῆρχαν 191 ἑλλη­νικὰ σχολεῖα μὲ 10. 231 μαθητὲς καὶ 154 βουλγαρικὰ μὲ 8. 728 μαθητές. Παρὰ τὶς ἀλλεπάλ­λη­λες διευκολύνσεις τῆς Πύλης στὸν ἐκκλησιαστικὸ καὶ ἐκπαι­δευτικὸ τομέα, ἀκόμη καὶ ἡ ἐπίσημη βουλγαρικὴ πολιτικὴ δὲν εἶχε πει­σθεῖ γιὰ τὴ βέβαιη ἐ­πικράτησή της στὴ Μακεδονία.

Οἱ μαθητὲς τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ταλαιπωρημένοι, πτωχοὶ ἀλλὰ καὶ ὑ­πε­ρήφανοι, παρὰ τὴν οἰκονομική τους δυσπραγία καὶ παρὰ τὰ βουλγαρικὰ δε­λε­άσματα, φοιτοῦσαν καὶ στήριζαν τὰ ἑλληνικὰ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα, ποὺ ἀνθοῦ­σαν, χάρις στὴν ἀγάπη πρὸς τὴν Πατρίδα, στὴ στήριξη τῆς Ἐκ­κλησίας, στὶς γενναῖες προσφορὲς τῶν ἀποδήμων, στὴ θυσιαστικὴ προσ­φο­ρὰ τῶν ἐκ­παιδευτι­κῶν. Οἱ μαθητὲς ζοῦσαν σὲ καθεστὼς σφοδροῦ ἀντα­γωνισμοῦ καὶ ἡ ἐ­λευθερία ἐπιλογῆς ἦταν πολὺ πλατειά, μὲ πολλὲς εὐκαιρίες καὶ ἀνταλ­λάγματα ἐκ μέρους τῶν Βουλγάρων, οἱ ὁποῖοι χορηγοῦσαν ἀκόμη καὶ ὑπο­τρο­φίες σὲ ἐπιλεγμένους μαθητές. Παρὰ ταῦτα ἡ συντριπτικὴ πλειο­ψηφία τῶν μαθητῶν προτιμοῦσε τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ὄχι μόνο διότι ἐκεῖ τοὺς ὠθοῦσε ἡ ἐλπίδα γιὰ καλύτερη μόρφωση, ἀλλὰ διότι καὶ ἐκεῖ τοὺς ἔδενε ἡ ἐθνικὴ συν­είδηση. Ὅσα δελεάσματα καὶ ἂν προσέφεραν οἱ ἐξαρχικοί, οἱ μα­θητὲς καὶ οἱ γονεῖς τους εἶχαν ψυχὴ ἑλληνικὴ καὶ ἂς μιλοῦσαν πολλοὶ ξένο ἰδίωμα. Ἀπο­δεικνυ­όταν ὅτι τὴν ἐθνικὴ ταυτότητα δὲν προσδιόριζαν -ὅπως προσ­φυῶς ἔχει γραφεῖ- οὔτε τὰ κρανία οὔτε οἱ γλῶσσες, ἀλλὰ ἡ ψυχή.

Τονίζουμε ἐδῶ τὰ δελεάσματα τῶν ἐξαρχικῶν πρὸς ἐκπαιδευτικούς, ἀκόμη καὶ ἱερεῖς. Ἡ ἐξαρχία τοποθετοῦσε «δωρεάν» ἱερεῖς, κάτι ποὺ ἦταν ὄντως δε­λεαστικό, ἂν λάβουμε ὑπόψη τὴ βαρειὰ φορο­λογία καὶ τοὺς ἀ­νεπαρκεῖς πόρους.

Ἐρχόμαστε τώρα στὴ μαρτυρικὴ ἀντίσταση τῶν Ἑλλήνων.

Ἰδιαίτερη ἦταν ἡ μαρτυρικὴ ἀντίσταση τῶν Ἑλλήνων στοὺς ἐξαρχικούς. Τὰ θύματα πολλαπλᾶ: Κληρικοί, λαϊκοί, ἁπλοῖ ἄνθρωποι τοῦ μόχθου, τῶν ὁ­ποίων τὸ μόνο ἔγκλημα ἦταν ἡ προσήλωση στὰ πάτρια, καὶ τὸ ὅτι δὲν ὑποχω­ροῦσαν στοὺς ἐξαναγκασμούς.

Μνημονεύουμε τὸν Φώτιο, ἐπίσκοπο Κορυτσᾶς, θύμα τῆς ρουμανικῆς προ­­πα­γάνδας στὶς 9 Σεπτεμβρίου 1906˙ τὸν Αἰμιλιανό, ἐπίσκοπο Γρεβενῶν, θύ­μα τῶν Νεότουρκων καὶ ρουμανιζόντων στὶς 11 Ὀκτωβρίου 1911.

Ξεχωριστὴ εἶναι ἡ προσφορὰ τοῦ αἵματος τῶν ἁπλῶν κληρικῶν τῆς περι­οχῆς μας. 24 ἁπλοῖ κληρικοὶ ἔπεσαν θύματα τῆς ἀγριότητος τῶν ἐξαρχικῶν.

Τοὺς ἀναφέρουμε κατὰ χρονικὴ σειρά:

-Οἰκονομίδης Δημήτριος, στὰ Ἀσπρόγεια, θεῖος τοῦ καπετὰν Βαγγέλη.

-Ἡγούμενος Μιχαὴλ Τράιτσες.

-Δάικος Ἰωάννης, στὴ Βεύη.

-Παπακωνσταντίνου Κωνσταντῖνος, στὸν Πολυπόταμο.

-π. Νικόλαος, στὴν Ἰτιά.

-Μητανίδης Δημήτριος, στὸ Κρατερό.

-Παπαβασιλείου Βασίλειος, στὴν Κρυσταλλοπηγή.

-Μάινος Ἀθανάσιος, στὴν Ἀχλάδα.

-Παπαδόπουλος Στογιάννης, στὸ Τρίβουνο.

-Παπαναοὺμ Σπυρίδων, στὸν Λαιμό.

-Βρίτσιος Χρῆστος, στὴν Περικοπή.

-Ντούτσης Πέτρος, στὸ Ξινὸ Νερό.

-Ἱερεῖς Θεοδόσιος καὶ Χρῆστος, στὸ Φλάμπουρο.

-Παπαδόπουλος Νικόλαος, στὸν Ἅγιο Γερμανό.

-Παπακωνσταντίνου Νικόλαος, στὴν Ἁγία Παρασκευή.

-Σταμπουλῆς Κωνσταντῖνος, στὴ Σκοπιά.

-Χρήστου (μετέπειτα Παπαναστασίου) Ἀναστάσιος, στὴ Σκοπιά.

-Στόιτσης Ἰωάννης, στὸν Πολυπόταμο

-Τσάμης Σταῦρος, στὸ Πισοδέρι.

-Παπαδόπουλος Γεώργιος, στοὺς Ψαράδες (16 Ἰουνίου 1907).

-π. Κωνσταντῖνος, ὑπηρετῶν στὰ χωριὰ Λευκῶνα καὶ Καλλιθέα.

-Παναγιωτίδης Ἀθανάσιος, στὸ Φλάμπουρο.

-π. Στέφανος, στὸν Παπαγιάννη.

-Ζῆκος Γεώργιος, στὸ Λέχοβο.

Θανατώθηκαν μὲ φρικτοὺς τρόπους, δολοφονήθηκαν, σφαγιάσθηκαν, πε­λε­κί­σθηκαν, κατακρε­ουρ­γήθηκαν, ἔπεσαν σὲ ἐνέδρες, διατρυπήθηκαν μὲ μα­χαί­ρια, βασανίσθηκαν, θάφτηκαν ζωντανοί.

Ὅπως ἔγραφε ἡ ἐφημερίδα τοῦ Πατριαρχείου Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια, ἐξ ἀφορ­μῆς τῶν φόνων στὸν Πολυπόταμο καὶ στὸ Πισοδέρι τὸν Αὔγουστο τοῦ 1906, μπροστά τους «ὠχριῶσι τὰ φάσματα τῶν πρώτων τοῦ χριστιανισμοῦ δι­ωκτῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ Κρούμου καὶ Μορτάγωνος».

Αὐτοὶ οἱ ἁπλοῖ Κληρικοί, μπρὸς στὴ θυσία τῶν ὁποίων κλίνουμε γόνυ καὶ χύνουμε τὸ δάκρυ τῆς εὐγνωμοσύνης, ἔμειναν σταθεροὶ στὴν Πίστη καὶ στὴν Πα­τρίδα, ἀλύγιστοι μπροστὰ στὰ πλήγματα ὅσων ἐπιβουλεύονταν τὴ Μακε­δο­νία.

Αὐτὸ τὸ ἀλύγιστο φρόνημα τῶν κληρικῶν ἐντυπωσίασε τὸν Γάλλο περι­ηγητὴ Κ. Berard, ὁ ὁποῖος ἔγραφε γιὰ τὸν ἱερέα τοῦ χωριοῦ Ντιχὲμ (;) στὴν Κα­στοριά. «Ὁ γέροντας αὐτὸς δὲν ἦταν ἀπὸ συμφέρον φυσικὰ ποὺ ἐξα­κολουθοῦσε νὰ μέ­νει στὸ λεηλατημένο του σπίτι καὶ σ’ αὐτὸ τὸ χωριουδάκι. Δὲν εἴχαμε ἀκόμη ξαναδεῖ παρόμοιο παράδειγμα τῆς μυστηριακῆς αὐτῆς δύ­ναμης πού, κυριεύοντας τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς θέτει στὴν ὑπηρεσία τοῦ θρι­άμβου τῆς Ἰδέας, παρόλες τὶς θεω­ρίες περὶ φυλῶν καὶ καταγωγῆς, παρὰ τὴ γλῶσσα, τὶς προλήψεις καὶ τὰ αἰσθή­ματα ποὺ κληροδοτοῦνται ἀπὸ τοὺς προγόνους» (Berard, 1987, 363).

Καὶ δὲν ἦσαν μόνον οἱ κληρικοὶ τὰ θύματα. Ἦσαν καὶ τόσοι λαϊκοί, τὰ καλ­λιερήματα τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος: Τὸ πρῶτο θῦμα ὁ Γραμματικοῦ ἀπὸ τὸ Ξι­νὸ Νερό, τὸ 1904˙ δάσκαλοι˙ καπεταναῖοι, ὅπως ὁ Βαγγέλης ἀπὸ τὰ Ἀ­σπρόγεια˙ ὁ Γκέλε˙ ὁ Κώττας, μὲ τὴ σθεναρὴ ἀντίσταση, τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ ἀ­πώ­λεια, στὶς 27 Σεπτεμβρίου 1905, ἐπιβάρυνε τὸν Ἀγῶνα˙ ὁ Νικόλαος Νικο­λαΐδης ἀπὸ τὰ Ἀσπρόγεια, ὁ Λά­ζαρος καὶ ὁ Ἠλίας Κοβά­τσης ἀπὸ τὴν Κρυ­σταλλοπηγή. Ἡ πρεσβυτέρα Σοφία Βακάλη, ποὺ διέλυσε τὴν ἁψίδα τῶν ἐξαρ­χικῶν στὴν εἴσοδο τοῦ χωριοῦ της.

Εἶναι καὶ τόσοι ποὺ ἦλθαν ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη τότε Ἑλλάδα καὶ ἀντιστά­θηκαν στὸν ἐκβουλγαρισμὸ τῆς Μακεδονίας. Ἄλλοι ἔπεσαν, ἀνάμεσα στοὺς ὁ­ποίους ξεχωρίζουν ὁ Παῦ­λος Μελᾶς καὶ ὁ Σαράντος Ἀγαπηνός (Τέλλος Ἄγρας), καὶ ἄλλοι ἀγωνί­σθηκαν μὲ σθένος, ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι.

Σὲ ὅλους, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅσους δὲν μνημονεύουμε, ἀφιερώ­νουμε τὸ θολό μας δάκρυ, τὴν ὑπό­σχεσή μας ὅτι δὲν τοὺς λησμονοῦμε. Τὸ μνημόσυνό τους εἶναι αἰώνιο καὶ ἡ θύμησή τους μᾶς παραδειγματίζει.

Ἀλλὰ δὲν ἦσαν μόνον αὐτὰ τὰ ἐθελόθυτα θύματα. Ἦταν καὶ στρατιὰ ἄλλη Ἑλ­λήνων, ποὺ ἀντιστάθηκαν καὶ ἔδωσαν ὅλες τους τὶς δυνάμεις στὸν Ἀγῶνα.

Ἦταν ὁ Καστορίας Γερμανὸς Καραβαγγέλης, ὁ προστάτης τῶν γραικο­μά­νων καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ Ἀγῶνος˙ ὁ Δράμας Χρυσόστομος Καλαφάτης˙ ὁ Στρω­μνίτσης Γρηγόριος˙ ὁ ἱερεὺς τοῦ Παρορίου Ἠλίας Παπαδόπουλος, ὁ ὁποῖος, μαζὶ μὲ τὸν πρόεδρο Λάζαρο Ἀνδρεάδη καὶ τοὺς κατοίκους προέβαλαν σθε­ναρὴ ἄμυνα στὰ σχέδια τῶν ἐξαρχικῶν.

Δι’ ὀλίγων παρουσιάσαμε τὴ σθεναρὴ ἀντίσταση τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὸν Μα­κεδονικὸ Ἀγῶνα καὶ ἴσως -γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ χρόνου- ἄθελά μας προ­βή­καμε σὲ παραλείψεις. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπο­φασιστικὴ ἀντίσταση τῶν πατριαρχικῶν στὶς ἀπειλὲς καὶ στὴν ἀπάνθρωπη μεταχείριση «ἀφοροῦσε χιλιάδες», ὅπως ἐπιση­μαίνει ὁ Douglas Dakin (1997, 159). Χωρὶς αὐτὴν τὴν ἀντίσταση ἡ Μακεδονία θὰ περνοῦσε «σιωπηρά» στὴν ἐξαρχία, πρὸς ἱκανοποίηση ἀκόμη καὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων, οἱ ὁποῖες κάθε ἄλλο παρὰ ἦσαν εὐνοϊκὰ διατεθειμένες ἀπέναντι σὲ αὐτὴν τὴν ὄντως ἀ­πο­φασιστικὴ ἀντίσταση. Ἀποδείχθηκε, λοιπόν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀντίσταση, ἡ ἠ­θική, ἡ πνευματικὴ, ἡ μαρτυρική, ὁ ἔνοπλος ἀγῶνας δὲν ἦσαν καθόλου ἀν­εδα­φικοί. Τὸ ἰσχυρὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο τῆς Μακεδονίας τοῦ Μεγαλέ­ξανδρου, ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μὴ ταυτιζόταν μὲ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα («ἑλληνικότητα καὶ ἑλ­λη­νο­γλωσσία εἶναι ἔννοιες τεμνόμενες καὶ ὄχι ταυτόσημες»), εἶχε τόσο στα­θερὸ ὑπόβαθρο, ὥστε κάθε ἐπιβουλὴ ἀποδείχθηκε ἀνεδαφικὴ καὶ κάθε προ­σπά­­θεια ἀλλοίω­σής του ἀναποτελεσματική.

Ὅλοι σπούδασαν καὶ θὰ σπουδάσουν στὸ σχολεῖο, ποὺ λέγεται Μα­κε­δο­νί­α. Δικαιώθηκε ὁ τραγικὸς Ἴων Δραγούμης, ὁ ὁποῖος ἔγραφε: «Ἡ Μακε­δονία εἶναι σχολεῖο ἐλευθερίας, σχολεῖο ποὺ φτιάχνει ἄνδρες ἐλεύθερους. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες θὰ συμπληρώσουν τὰς σπουδάς των εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ἡ Μακε­δονία θὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὴ βρώμα ὅπου κυλιόμαστε, θὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὴ μετριότητα καὶ τὴν ψοφιοσύνη, θὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὸν αἰσχρὸ τὸν ὕπνο, θὰ μᾶς ἐλευθερώσει».

Σ’ αὐτὸ τὸ σχολεῖο ὀφείλουμε ὅλοι νὰ μαθητεύσουμε. Ἡ «σχολὴ Νενέκου» εἶναι φευκτέα καὶ ἀπαράδεκτη γιὰ ἐμᾶς. Δυστυχῶς σήμερα βλέπουμε ἐν πολ­λοῖς νὰ ὑπάρχει τὸ πνεῦμα τοῦ ἐνδοτισμοῦ καὶ τῆς «πρεμούρας», ἡ νοση­ρότητα ἀπὸ τὸ «σύνδρομο ὠμέγα», τὸ γενικώτερο πνεῦμα τοῦ μιθριδατισμοῦ, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν ἀ­βδηριτισμό, ἤτοι ἀπὸ τὴν ἀνοσία στὴν ἀνοησία.

Λέμε ὄχι στὴ διγλωσσία γιὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα˙ ὄχι στὴν ἀσυναρτησία καὶ στὴν ἀναξιοπιστία˙ ὄχι στὴν ὑποχωρητικότητα καὶ στὴν ταλάντευση. Λέμε ναὶ στὴ σύ­νεση, ναὶ στὴν εὐελιξία. Λέμε ὄχι στὴν εὐήθεια˙ ναὶ στὴν ὁμοήθεια, αὐ­τὴν ποὺ ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ διαφύλαξαν οἱ Μακεδόνες˙ ὄχι στὴ θεωρητικὴ φλυαρία («theoretical mumbo-jumbo»)˙ ὄχι στὰ ψευδοδιλήμματα˙ ὄχι σὲ ἐ­πι­κίν­δυνους ἐκ­συγχρονισμούς, ποὺ ἔγιναν ἀπελπιστικὰ ἕωλοι.

Οἱ Μακεδονομάχοι μᾶς ἄφησαν μία παρακαταθήκη: Τὴ γῆ ποὺ μὲ τὸ αἷμα τους μᾶς ἄφησαν ὁλόκληρη, νὰ μὴ τὴ μισεύσομε ἐμεῖς. Δὲν ἀγωνίσθηκαν γιὰ μία σύνθετη ὀνομασία. Οἱ ἀγῶνες τους καὶ οἱ θυσίες τους ἀποτρέπουν τὰ λά­θη καὶ δὲν ἐπιτρέπουν τὴ λήθη.

Ὅταν ὁ Μελᾶς ἄφηνε τὴν ἀνέμελη ζωὴ τῆς πρω­τεύουσας καὶ ἐρχόταν ἐ­δῶ στὰ κακοτράχαλα, γιὰ νὰ κακοπαθήσει καὶ νὰ φονευθεῖ˙ ὅταν ὁ Ἄγρας προ­τίμησε ἀντὶ τῆς ἄ­πραγης ζωῆς τῶν Ἀθηνῶν τὴν ἑλονο­σία στὸν βάλτο καὶ τὴ συνέχεια τοῦ ἀγῶνος, ἂν καὶ τραυματισμένος˙ ὅταν ὁ Κώ­τας ἀνέβαινε στὸ ἰ­κρίωμα καὶ ἐνῶ πολλο Τοῦρκοι δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν δα­μά­σουν, αὐτὸς φώ­να­ζε “Da zive Gritsia”, ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ˙ ἐμεῖς μποροῦμε νὰ φανοῦμε ἀγνώ­μονες ἔνα­ντι τῆς θυσίας τους καὶ ἐπιλήσμονες; χι.

Ἐὰν τὸ δίλημμα εἶναι ὑποταγὴ ἢ ἀντίσταση, προτιμοῦμε τὴν ἀντίσταση. Οἱ μά­χες δὲν κερδίζονται μὲ τοὺς χαμηλοὺς τόνους, ἀλλὰ μὲ τοὺς ἀγῶνες. Ὁ ἀ­γῶνας εἶναι μισὴ νίκη. Συμ­φωνίες ἑτεροβαρεῖς, ὅπως ἡ τῶν Πρεσπῶν, δὲν μπο­ροῦν νὰ γίνονται ἀνεκτές, οὔ­τε νὰ διατηροῦνται, μὲ διάψευση προεκ­λο­γι­κῶν ἀπόψεων. Ἐφόσον τότε λέγαμε ὅτι εἶναι ἐθνικὰ ἐπιζήμια, ὅτι πρόκειται γιὰ ἐθνικὸ λάθος καὶ ἐθνικὴ ἧττα, καὶ ἐπειδή, ὡς διεθνὴς συμφωνία, δὲν μπο­ρεῖ νὰ καταργηθεῖ, γιατί τώρα δὲν κάνουμε τὸ ἐλάχιστο ποὺ μποροῦμε; Ποιός πίεζε τότε καὶ ποιός πιέζει τώρα; Δὲν εἶχε δίκιο ὁ Κωστς Παλαμᾶς, ὅταν ἔγραφε:

«Ραγιάδες ἔχεις μάννα γῆ˙ σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι.

Τῶν Εὐρωπαίων περίγελως καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι»;

Ἐκείνην τὴν ἡμέρα τῆς 17ης Ἰουνίου, εὑρισκόμενοι στοὺς Ψαράδες μαζὶ μὲ τοὺς παρόντες ἱερεῖς Ἀναστάσιο Γκερτσάκη καὶ Κωνσταντίνο Σταυ­ρίδη, βλέ­παμε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τὸν Ζάεφ νὰ ἔρχεται καὶ ἀκούγαμε μυστικά:

-Ἀλέξανδρε, ξύπνα καὶ ἔλα νὰ δεῖς

τὸ ὄνομα κλέβουν τῆς ἅγιας σου γῆς.

Καὶ ὁ στρατηλάτης μᾶς ἔλεγε:

-Ἀγῶνες ἀγώνων, φωτιᾶς και τιμῆς,

τὴ Μακεδονία δὲν θὰ κλέψει κανείς.

Ἤδη εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ συμφωνία παράγει ἀρνητικὰ γιὰ τὴν Πατρίδα μας ἀ­πο­­τελέσματα. Αὔξησε καὶ τὸν ἀλυτρωτισμό. Ἡμέ­τε­­ροι: Κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος κόμματος: Συ­γκρί­νει τὴ συνθήκη Λωζάν­νης, ποὺ ἔγινε ὕστερα ἀπὸ ἐκτοπίσεις, βιασμοὺς καὶ αἷμα, μὲ τὴ συμφωνία τῶν Πρεσπῶν, ἡ ὁποία ἔ­γι­νε ἐν και­ρῷ εἰρήνης. Οἱ δὲ Τοῦρκοι πόσες φορὲς παραβίασαν τὴ συνθήκη τῆς Λωζάννης!

Ἀντιδροῦμε μὲ τὴν ἔνταση καὶ ἀποφασιστικότητα ποὺ ἀπαιτοῦνται στοὺς κρί­σιμους καιρούς μας; Ἡ ἐθνικὴ ταυτότητα καὶ ἡ ἱστορικὴ κληρονομιὰ δὲν ἀποτε­λοῦν ἀντικείμενο διαπραγμάτευσης. Αὐτὴ ἡ στρεβλὴ εἰκόνα ποὺ ὑπάρ­χει μπορεῖ νὰ παγιωθεῖ διεθνῶς (Academia education. Ἂν μιλήσεις γιὰ Μα­κε­δονία, οἱ ξένοι ἐννοοῦν τοὺς βόρειους γείτο­νες).

Ἡ συμφωνία δὲν ἔλυσε ὁριστικὰ τὸ ζήτημα. Ἄφησε ἀνοικτὸ τὸ πεδίο γιὰ τὴ δι­αρκῆ χρήση τοῦ ὅρου Μακεδονία σὲ τουριστικό, ἐμπορικὸ καὶ πολιτιστικὸ πεδίο.

Ἐάν, ὅ­πως ἔλεγαν οἱ Λατῖνοι, «nomen est omen», τὸ ὄ­νο­μα εἶναι ση­μεῖο, σημαία, φλά­μπουρο, σύνθημα στὴ μάχη, σφραγίδα, ἐμεῖς δὲν μπο­ροῦμε νὰ προδίδουμε τὸ μοναδικὸ ὄνομα αὐτῆς τῆς ἱερῆς γῆς, τῆς γῆς τοῦ ὀ­νεί­ρου μας, γιὰ τὴν ὁποία δόθηκαν ἀγῶνες ἀγώνων, φωτιᾶς καὶ τι­μῆς.

Ἐπίσης πρόβλημα ἀποτελοῦν οἱ πεμπτοφαλαγγίτες. Ρωτῶ: Οἱ ἐκδηλώσεις τους εἶναι χρημαδοτούμενες ἀπὸ ἡμετέρους; Ἂν ναί, λυπᾶμαι. Τὰ τείχη πέ­φτουν ἀπὸ μέσα. Ὁ ἐχθρὸς εἶναι ἐντὸς τῶν τειχῶν. Intra muros.

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ. Τὸ ὄνομα τῆς Μακεδο­νίας πέρασε πολλὲς περιπέτειες καὶ ἐκδοχές, ὅπως τὸ ὄνομα ΕΛΛΗΝ. Πα­ράδειγμα: Ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Α΄ ὁ Μακεδών, ὁ ἱδρυτὴς τῆς Μακε­δο­νικῆς δυναστείας. Γεννήθηκε σὲ χωριὸ τῆς Ἀδριανουπόλε­ως, πρωτεύ­ουσας τοῦ θέματος τῆς Μακεδονίας, μολονότι ἡ οἰκογένειά του ἦταν ἀπὸ τὴν Ἀρμ­ε­νία.

Ἐμεῖς εἴμαστε στὰ ὅρια τῆς ἱστορικῆς Μακεδονίας. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι κατα­κτήσεις τῶν Μακεδόνων βασιλέων. Τὴν κληρονομιὰ ποὺ μᾶς ἄφησαν οἱ Μακεδονομάχοι δὲν θὰ τὴν προ­δώ­σουμε τώρα, στοὺς ἄγουρους καιρούς μας, ἐπειδή κάποιοι πισωπατῆσαν καὶ στς ντροπς τ δρανα καθίσαν. Θὰ βαδί­σουμε γερὰ στ χνάρια τους, στὰ ἴχνη ποὺ ἄφησαν πίσω τους. Ὁ Μακε­δονικὸς Ἀγῶνας δὲν τελείωσε. Ὅπως εἶχε επωθε τὸ 1984 στὴν ἐκκλησία τοῦ Πισοδερίου, ὁ Μακεδονικὸς Ἀγῶνας δὲν ποτελεῖ μόνον παρελθόν. Εἶναι καὶ πα­ρόν. Μπορεῖ ὅμως νὰ γίνει καὶ ἕνα ἔνδοξο, ἀλλὰ ἡρωικὸ μέλλον.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου