Το Σαββατοκύριακο 8&9 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε το ετήσιο αντάμωμα, από τις ανά τον κόσμο παμμακεδονικές οργανώσεις. Για την φετινή χρονιά το αντάμωμα έλαβε χώρα, όπως είχε κανονιστεί, στην Φλώρινα.
Την κεντρική εκδήλωση παρακολούθησε πλήθος κόσμου, Φλωρινιώτες, αλλά και επισκέπτες από άλλες περιοχές. Εκ μέρους του κοινοβουλευτικού κόσμου παρέστη και απηύθυνε χαιρετισμό μόνο ο Πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ κ.Δημήτριος Νατσιός. Επίσης και ο ευρωβουλευτής της Ελληνικής Λύσης κ.Φράγκος. Χαιρετισμούς επίσης απηύθυναν και εκπρόσωποι διαφόρων άλλων πολιτικών δυνάμεων και της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Δυστυχώς οι τοπικοί βουλευτές έλαμψαν διά της απουσίας τους.
Κεντρικός ομιλητής ήταν συντοπίτης μας αρχιμανδρίτης π.Ειρηναίος Χατζηεφραιμίδης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, με μια βαρυσήμαντη και πολύ συγκινητική ομιλία, που “έκλεψε” τις εντυπώσεις. Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας του π.Ειρηναίου:
Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ:
ΤΟ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ
π. Εἰρηναῖος Χατζηεφραιμίδης
Ὁ Μακεδονικὸς Ἀγῶνας ὑπῆρξε ἀγῶνας ἰδιόμορφος καὶ πολύμορφος, βίαιος ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ προπαντὸς ἀμυντικός. Ἀπέβλεπε στὴν ὑπεράσπιση τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου τῆς Μακεδονίας, τὸ ὁποῖο εἶχε ὑποστεῖ τὰ πάνδεινα ἀπὸ Τούρκους καὶ Βουλγάρους.
Ἦταν ὅμως καὶ ἀγῶνας πνευματικὸς καὶ καθολικός˙ ἀγῶνας ὅλων τῶν Μακεδόνων, ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Ἦταν ἡ ἀντίσταση τῆς ἀδάμαστης ψυχῆς τῶν Ἑλλήνων, ποὺ στάθηκε ὁλόρθη καὶ ἀλύγιστη στὰ πλήγματα τῶν ἐπίβουλων τῆς Μακεδονικῆς γῆς. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔτρεξαν νὰ συμπαρασταθοῦν μὲ ὅ,τι μέσο διέθετε ὁ καθένας. Ὁ ἀγῶνας αὐτὸς συμπεριέλαβε ὅλες τὶς δυνάμεις, ὅλες τὶς βαθμῖδες ἀντιστάσεως τοῦ Γένους.
Αὐτὴ ἡ ἀντίσταση ὑπῆρξε τριττή: Ἠθική, πνευματική, μαρτυρική.
Ἡ ἠθικὴ ἀντίσταση προβλήθηκε προπαντὸς μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, «τὸν κοινὸν πατέρα πάντων τῶν ὀρθοδόξων, τὴν κεφαλὴν τῆς ὅλης Ὀρθοδοξίας», ὅπως ἔλεγε ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος˙ τὸ Πατριαρχεῖο, τὸ ὁποῖο, αἰρόμενο στὸ ὕψος τῆς παγκοσμιότητος καὶ οἰκουμενικότητος τῆς Ὀρθοδοξίας, προσέβλεπε πρὸς ὅλους τοὺς ὑποδούλους ὀρθοδόξους λαοὺς ὡς τέκνα του ἀγαπητά.
Ἀλλὰ δυστυχῶς στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο βρέθηκε ἐνώπιον τῆς ἐπιβουλῆς τῶν ἐπεκτατικῶν σχεδίων τῶν πανσλαβιστῶν, ποὺ ἀπαιτοῦσαν τὴν ἵδρυση χωριστῆς βουλγαρικῆς ἐκκλησίας. Στόχος τους ἦταν, μέσῳ τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτονομίας, νὰ δοθεῖ ἐθνικὴ ὑπόσταση στοὺς Βουλγάρους, νὰ ἀναγνωρισθοῦν ὡς ἔθνος αὐτοτελές.
Παρὰ τὶς ἀκρότητες καὶ τὶς ὑπερβολικὲς ἀξιώσεις τῶν Βουλγάρων, καὶ πάλι τὸ Πατριαρχεῖο ἐνεργεῖ ὡς φιλόστοργη μητέρα. Προτείνει σχέδιο, τὸ ὁποῖο, ὅπως τόνιζε ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος ΣΤ΄, μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια οἰκοδομοῦσε μία γέφυρα γιὰ τὴν πολιτικὴ ἀνεξαρτησία τῶν Βουλγάρων. Ἡ Πύλη ἀπέρριψε αὐτὸ τὸ σχέδιο. Ἔτσι φθάσαμε στὴν πραξικοπηματική -κατὰ τὰ κανονικῶς ἰσχύοντα στὴν Ὀρθοδοξία τῆς Ἀνατολῆς- ἵδρυση τῆς Βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας. Τὸ 1870 μὲ φιρμάνι ἡ Πύλη ἔδωσε νομικὴ ὑπόσταση στὴ βουλγαρικὴ ἐκκλησία, μὲ ἐπικεφαλῆς ἔξαρχο. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἔτος ἀρχίζει ὁ Μακεδονικὸς Ἀγῶνας.
Ἡ ἐξαρχικὴ ἐκκλησία εἰσῆγε θεσμοὺς ξενήκουστους καὶ δημιουργοῦσε διχοστασίες καὶ διχόνοιες μεταξὺ τῶν ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι διίσταντο μεταξύ τους ὡς πρὸς τὴ διάλεκτο, ἀλλ’ οὐδέποτε φαντάσθηκαν κάποια ἐθνολογικὴ διαφορά. Ἦταν ἐκκλησία καθαρὰ ἐθνοφυλετικὴ καὶ κάθε ὀπαδός της θεωροῦνταν Βούλγαρος στὴν ἐθνότητα.
Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, παρὰ τὸ ὅτι μένει πιστὸ στὶς ἀρχὲς τῆς οἰκουμενικότητος καὶ νομιμότητος, ἀντιδρᾶ μέσα στὰ ἐκκλησιαστικὰ πλαίσια. Τὸ 1872 συγκαλεῖ Πανορθόδοξο Σύνοδο καὶ καταδικάζει τὴν Ἐξαρχία γιὰ ἐθνοφυλετισμό, ὁ ὁποῖος κηρύσσεται ὡς αἵρεση.
Βέβαια, ὅπως ἀποδείχθηκε ἀπὸ τὴ μετέπειτα ἐξέλιξη τῶν γεγονότων, ἡ οἰκουμενικότητα καὶ ἡ νομιμότητα τοῦ Κλήρου δὲν προσδοκοῦσαν εὐοίωνα ἀποτελέσματα καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ προασπίσουν τὸ Γένος. Ἡ βία τῶν ἐξαρχικῶν σωμάτων καὶ ἡ ἀπουσία τῶν ἀντίστοιχων ἑλληνικῶν καθιστοῦσαν ἐπιτακτικὴ τὴ στροφὴ τῆς πολιτικῆς τοῦ Πατριαρχείου.
Ἡ Ἐκκλησία, στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος, ἀρχίζει ὄχι μόνο νὰ ἀμύνεται, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀνακτᾶ τὸ χαμένο ἔδαφος. Προάγονται σὲ Μητροπόλεις ὅλες οἱ ἐπισκοπὲς τῆς Μακεδονίας, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν οἱ ἐπίσκοποι περισσότερο κῦρος. Ἐγκαθίστανται ἱεράρχες προικισμένοι, ἡγέτες ὄχι μόνο τῆς πολύπαθης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ δεινοπαθοῦντος Γένους. Ἐξεγείρουν κοιμισμένες συνειδήσεις. Ἀνασταίνουν τὴν πεθαμένη ἐλπίδα. Συντάσσουν ἀναφορὲς πρὸς τὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν κυβέρνηση τῶν Ἀθηνῶν. Διαμαρτύρονται γιὰ τὶς ἀγριότητες τῶν ἐξαρχικῶν. Περιθάλπουν τὰ ὀρφανὰ καὶ τὶς χῆρες. Στηρίζουν ὅσους γονάτισαν. Παρηγοροῦν ὅσους λιγοψύχησαν. Ἐπαναφέρουν τὸ πλανεμένο ποίμνιο. Θαρραλέοι, ἀκούραστοι, ριψοκίνδυνοι, ἀκάματοι, περιοδεύουν τὶς ἐπαρχίες τους καὶ ἐπισκέπτονται τὸ ποίμνιο, διότι τὸ κατασπαράσσουν οἱ λύκοι. Διδάσκουν πὼς γιὰ νὰ σώσουν τὴν ζωὴ καὶ τὴν περιουσία τους ἕνας καὶ μόνον τρόπος ὑπάρχει˙ νὰ ἀπαντήσουν στὴ βία. Στὴ δυναμικὴ παρουσία αὐτῶν τῶν ἱεραρχῶν ὀφείλεται κυρίως ἡ ἐπάνοδος πολλῶν ἐντοπίων ὁπλαρχηγῶν, ὅπως τῶν καπεταναίων Κώττα, Βαγγέλη καὶ Γκέλε, οἱ ὁποῖοι, μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους γηγενεῖς πατριαρχικούς, βάστασαν τὸ βάρος τοῦ Ἀγῶνος, ὡσότου τοὺς συνδράμει ἡ ἐλεύθερη Ἑλλάδα.
Παράλληλα μὲ τὴν ἠθικὴ ἀντίσταση, οἱ Ἕλληνες διεξῆγαν καὶ τὴν πνευματικὴ ἀντίσταση˙ τὸν ἀγῶνα τὸν πνευματικό, μέσα ἀπὸ τὰ σχολεῖα. «Τὸ τῶν ψυχῶν ἔδαφος», ὅπως ἔγραφε ὁ πρόξενος Λάμπρος Κορομηλᾶς, ἦταν ὁ στοχος αὐτῆς τῆς ἀντιστάσεως. Ἔτσι, λοιπόν, ὅταν κάποτε ἦλθαν τὰ ὅπλα τὰ ὑλικά, βρῆκαν πρῶτα τὰ πνευματικά. Τὸ ἄοπλο πνεῦμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶχε κάνει δυναμικὴ τὴν παρουσία του, πρὶν ἀκόμη στὰ βουνὰ καὶ στὰ χωριὰ τῆς Μακεδονίας ἀκουσθεῖ ἡ κλαγγὴ τῶν ὅπλων. Τὸ πνευματικὸ ὑπόβαθρο στήριξε τὸν ἀγῶνα καὶ δικαίωσε τὶς προσδοκίες του. Καὶ ἂν τελικὰ ἡ Ἑλλάδα ἔστερξε στὴν ἐθνικὴ ἐπιταγὴ τοῦ Ἴωνα Δραγούμη καὶ ἔτρεξε νὰ σώσει τὴ Μακεδονία, ὑπῆρχε τόπος, ὅπου μποροῦσε νὰ τρέξει, διότι καὶ τὰ σχολεῖα κατόρθωσαν νὰ κρατήσουν τὴ γῆ τῆς Μακεδονίας ἑλληνική.
Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἡ Παιδεία στὸν μακεδονικὸ χῶρο γνωρίζει τὴ διείσδυση τῶν ἐξαρχικῶν στὰ ἐκπαιδευτικὰ πράγματα. Ἡ Πύλη καταπολεμᾶ τὰ προνόμια τοῦ Πατριαρχείου καὶ ἐπιτρέπει στοὺς ἐξαρχικοὺς νὰ καταλάβουν ἐκκλησίες καὶ σχολεῖα τῶν Ἑλλήνων. Δίνει τὴ συγκατάθεσή της γιὰ νὰ ἐγκατασταθοῦν Βούλγαροι δάσκαλοι στὴ Μακεδονία καὶ νὰ ἱδρυθοῦν βουλγαρικὰ σχολεῖα, χωρὶς τὴν ἄδεια τῶν ἐπιχωρίων Μητροπολιτῶν. Σκοπὸς τῆς Πύλης εἶναι νὰ πλήξει τὸ ὑψηλὸ ἐπίπεδο τῆς ἑλληνικῆς Παιδείας στὴ Μακεδονία καὶ νὰ ἀποδυναμώσει τὴν ἑλληνικὴ ἐκπαιδευτικὴ δραστηριότητα, ἡ ὁποία ἀντιμετωπίζει τὴν ἐντεινόμενη σχολικὴ διείσδυση τῶν ξένων ἐθνοτήτων καὶ τὴν κάμψη τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας. Ὁ πατριάρχης Ἰωακεὶμ Γ΄ παραιτεῖται. Προκαλεῖται θύελλα διαμαρτυριῶν τῶν Ἑλλήνων τῆς Μακεδονίας ἀπέναντι στὴν Ὑψηλὴ Πύλη καὶ στὶς τουρκικὲς ἀρχές.
Στὴ Μακεδονία ἡ ἑλληνικὴ ἐκπαίδευση εἶχε μακρὰ παράδοση καὶ γνώρισε «σταθερὴ ἐξάπλωση» (Dakin, 1996, 30). Oἱ δὲ στατιστικὲς τῶν σχολείων ἀποτελοῦσαν ἀτράνταχτα στοιχεῖα γιὰ τὴν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας. Ὁποιεσδήποτε ἄλλες στατιστικὲς ἦσαν παραπλανητικές. Μόνον τὰ στοιχεῖα τῆς ἐκπαίδευσης ἦσαν ὁ καλύτερος δείκτης τῆς ἐθνικῆς ταυτότητος στὴ Μακεδονία. Ὁ ἡττημένος -λόγῳ τοῦ 1897- Ἑλληνισμὸς ἐπιβίωνε στὴ Μακεδονία καὶ ἀποκτοῦσε δύναμη χάρις στὴν ἑλληνικὴ ἐκπαίδευση. Περὶ τὸ 1902 στὴ Μακεδονία ὑπῆρχαν περισσότερα ἀπὸ χίλια ἑλληνικὰ σχολεῖα μὲ 70.000 περίπου μαθητές. Τὰ βουλγαρικὰ σχολεῖα ἦσαν 592 καὶ εἶχαν συνολικὰ 30.000 μαθητές (Dakin, 1996, 31). Μόνο στοὺς καζάδες Μοναστηρίου, Φλωρίνης καὶ Καστοριᾶς, κατὰ τὸ σχολικὸ ἔτος 1901-1902, ὑπῆρχαν 191 ἑλληνικὰ σχολεῖα μὲ 10. 231 μαθητὲς καὶ 154 βουλγαρικὰ μὲ 8. 728 μαθητές. Παρὰ τὶς ἀλλεπάλληλες διευκολύνσεις τῆς Πύλης στὸν ἐκκλησιαστικὸ καὶ ἐκπαιδευτικὸ τομέα, ἀκόμη καὶ ἡ ἐπίσημη βουλγαρικὴ πολιτικὴ δὲν εἶχε πεισθεῖ γιὰ τὴ βέβαιη ἐπικράτησή της στὴ Μακεδονία.
Οἱ μαθητὲς τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, ταλαιπωρημένοι, πτωχοὶ ἀλλὰ καὶ ὑπερήφανοι, παρὰ τὴν οἰκονομική τους δυσπραγία καὶ παρὰ τὰ βουλγαρικὰ δελεάσματα, φοιτοῦσαν καὶ στήριζαν τὰ ἑλληνικὰ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα, ποὺ ἀνθοῦσαν, χάρις στὴν ἀγάπη πρὸς τὴν Πατρίδα, στὴ στήριξη τῆς Ἐκκλησίας, στὶς γενναῖες προσφορὲς τῶν ἀποδήμων, στὴ θυσιαστικὴ προσφορὰ τῶν ἐκπαιδευτικῶν. Οἱ μαθητὲς ζοῦσαν σὲ καθεστὼς σφοδροῦ ἀνταγωνισμοῦ καὶ ἡ ἐλευθερία ἐπιλογῆς ἦταν πολὺ πλατειά, μὲ πολλὲς εὐκαιρίες καὶ ἀνταλλάγματα ἐκ μέρους τῶν Βουλγάρων, οἱ ὁποῖοι χορηγοῦσαν ἀκόμη καὶ ὑποτροφίες σὲ ἐπιλεγμένους μαθητές. Παρὰ ταῦτα ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν μαθητῶν προτιμοῦσε τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ὄχι μόνο διότι ἐκεῖ τοὺς ὠθοῦσε ἡ ἐλπίδα γιὰ καλύτερη μόρφωση, ἀλλὰ διότι καὶ ἐκεῖ τοὺς ἔδενε ἡ ἐθνικὴ συνείδηση. Ὅσα δελεάσματα καὶ ἂν προσέφεραν οἱ ἐξαρχικοί, οἱ μαθητὲς καὶ οἱ γονεῖς τους εἶχαν ψυχὴ ἑλληνικὴ καὶ ἂς μιλοῦσαν πολλοὶ ξένο ἰδίωμα. Ἀποδεικνυόταν ὅτι τὴν ἐθνικὴ ταυτότητα δὲν προσδιόριζαν -ὅπως προσφυῶς ἔχει γραφεῖ- οὔτε τὰ κρανία οὔτε οἱ γλῶσσες, ἀλλὰ ἡ ψυχή.
Τονίζουμε ἐδῶ τὰ δελεάσματα τῶν ἐξαρχικῶν πρὸς ἐκπαιδευτικούς, ἀκόμη καὶ ἱερεῖς. Ἡ ἐξαρχία τοποθετοῦσε «δωρεάν» ἱερεῖς, κάτι ποὺ ἦταν ὄντως δελεαστικό, ἂν λάβουμε ὑπόψη τὴ βαρειὰ φορολογία καὶ τοὺς ἀνεπαρκεῖς πόρους.
Ἐρχόμαστε τώρα στὴ μαρτυρικὴ ἀντίσταση τῶν Ἑλλήνων.
Ἰδιαίτερη ἦταν ἡ μαρτυρικὴ ἀντίσταση τῶν Ἑλλήνων στοὺς ἐξαρχικούς. Τὰ θύματα πολλαπλᾶ: Κληρικοί, λαϊκοί, ἁπλοῖ ἄνθρωποι τοῦ μόχθου, τῶν ὁποίων τὸ μόνο ἔγκλημα ἦταν ἡ προσήλωση στὰ πάτρια, καὶ τὸ ὅτι δὲν ὑποχωροῦσαν στοὺς ἐξαναγκασμούς.
Μνημονεύουμε τὸν Φώτιο, ἐπίσκοπο Κορυτσᾶς, θύμα τῆς ρουμανικῆς προπαγάνδας στὶς 9 Σεπτεμβρίου 1906˙ τὸν Αἰμιλιανό, ἐπίσκοπο Γρεβενῶν, θύμα τῶν Νεότουρκων καὶ ρουμανιζόντων στὶς 11 Ὀκτωβρίου 1911.
Ξεχωριστὴ εἶναι ἡ προσφορὰ τοῦ αἵματος τῶν ἁπλῶν κληρικῶν τῆς περιοχῆς μας. 24 ἁπλοῖ κληρικοὶ ἔπεσαν θύματα τῆς ἀγριότητος τῶν ἐξαρχικῶν.
Τοὺς ἀναφέρουμε κατὰ χρονικὴ σειρά:
-Οἰκονομίδης Δημήτριος, στὰ Ἀσπρόγεια, θεῖος τοῦ καπετὰν Βαγγέλη.
-Ἡγούμενος Μιχαὴλ Τράιτσες.
-Δάικος Ἰωάννης, στὴ Βεύη.
-Παπακωνσταντίνου Κωνσταντῖνος, στὸν Πολυπόταμο.
-π. Νικόλαος, στὴν Ἰτιά.
-Μητανίδης Δημήτριος, στὸ Κρατερό.
-Παπαβασιλείου Βασίλειος, στὴν Κρυσταλλοπηγή.
-Μάινος Ἀθανάσιος, στὴν Ἀχλάδα.
-Παπαδόπουλος Στογιάννης, στὸ Τρίβουνο.
-Παπαναοὺμ Σπυρίδων, στὸν Λαιμό.
-Βρίτσιος Χρῆστος, στὴν Περικοπή.
-Ντούτσης Πέτρος, στὸ Ξινὸ Νερό.
-Ἱερεῖς Θεοδόσιος καὶ Χρῆστος, στὸ Φλάμπουρο.
-Παπαδόπουλος Νικόλαος, στὸν Ἅγιο Γερμανό.
-Παπακωνσταντίνου Νικόλαος, στὴν Ἁγία Παρασκευή.
-Σταμπουλῆς Κωνσταντῖνος, στὴ Σκοπιά.
-Χρήστου (μετέπειτα Παπαναστασίου) Ἀναστάσιος, στὴ Σκοπιά.
-Στόιτσης Ἰωάννης, στὸν Πολυπόταμο
-Τσάμης Σταῦρος, στὸ Πισοδέρι.
-Παπαδόπουλος Γεώργιος, στοὺς Ψαράδες (16 Ἰουνίου 1907).
-π. Κωνσταντῖνος, ὑπηρετῶν στὰ χωριὰ Λευκῶνα καὶ Καλλιθέα.
-Παναγιωτίδης Ἀθανάσιος, στὸ Φλάμπουρο.
-π. Στέφανος, στὸν Παπαγιάννη.
-Ζῆκος Γεώργιος, στὸ Λέχοβο.
Θανατώθηκαν μὲ φρικτοὺς τρόπους, δολοφονήθηκαν, σφαγιάσθηκαν, πελεκίσθηκαν, κατακρεουργήθηκαν, ἔπεσαν σὲ ἐνέδρες, διατρυπήθηκαν μὲ μαχαίρια, βασανίσθηκαν, θάφτηκαν ζωντανοί.
Ὅπως ἔγραφε ἡ ἐφημερίδα τοῦ Πατριαρχείου Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια, ἐξ ἀφορμῆς τῶν φόνων στὸν Πολυπόταμο καὶ στὸ Πισοδέρι τὸν Αὔγουστο τοῦ 1906, μπροστά τους «ὠχριῶσι τὰ φάσματα τῶν πρώτων τοῦ χριστιανισμοῦ διωκτῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ Κρούμου καὶ Μορτάγωνος».
Αὐτοὶ οἱ ἁπλοῖ Κληρικοί, μπρὸς στὴ θυσία τῶν ὁποίων κλίνουμε γόνυ καὶ χύνουμε τὸ δάκρυ τῆς εὐγνωμοσύνης, ἔμειναν σταθεροὶ στὴν Πίστη καὶ στὴν Πατρίδα, ἀλύγιστοι μπροστὰ στὰ πλήγματα ὅσων ἐπιβουλεύονταν τὴ Μακεδονία.
Αὐτὸ τὸ ἀλύγιστο φρόνημα τῶν κληρικῶν ἐντυπωσίασε τὸν Γάλλο περιηγητὴ Κ. Berard, ὁ ὁποῖος ἔγραφε γιὰ τὸν ἱερέα τοῦ χωριοῦ Ντιχὲμ (;) στὴν Καστοριά. «Ὁ γέροντας αὐτὸς δὲν ἦταν ἀπὸ συμφέρον φυσικὰ ποὺ ἐξακολουθοῦσε νὰ μένει στὸ λεηλατημένο του σπίτι καὶ σ’ αὐτὸ τὸ χωριουδάκι. Δὲν εἴχαμε ἀκόμη ξαναδεῖ παρόμοιο παράδειγμα τῆς μυστηριακῆς αὐτῆς δύναμης πού, κυριεύοντας τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς θέτει στὴν ὑπηρεσία τοῦ θριάμβου τῆς Ἰδέας, παρόλες τὶς θεωρίες περὶ φυλῶν καὶ καταγωγῆς, παρὰ τὴ γλῶσσα, τὶς προλήψεις καὶ τὰ αἰσθήματα ποὺ κληροδοτοῦνται ἀπὸ τοὺς προγόνους» (Berard, 1987, 363).
Καὶ δὲν ἦσαν μόνον οἱ κληρικοὶ τὰ θύματα. Ἦσαν καὶ τόσοι λαϊκοί, τὰ καλλιερήματα τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος: Τὸ πρῶτο θῦμα ὁ Γραμματικοῦ ἀπὸ τὸ Ξινὸ Νερό, τὸ 1904˙ δάσκαλοι˙ καπεταναῖοι, ὅπως ὁ Βαγγέλης ἀπὸ τὰ Ἀσπρόγεια˙ ὁ Γκέλε˙ ὁ Κώττας, μὲ τὴ σθεναρὴ ἀντίσταση, τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ ἀπώλεια, στὶς 27 Σεπτεμβρίου 1905, ἐπιβάρυνε τὸν Ἀγῶνα˙ ὁ Νικόλαος Νικολαΐδης ἀπὸ τὰ Ἀσπρόγεια, ὁ Λάζαρος καὶ ὁ Ἠλίας Κοβάτσης ἀπὸ τὴν Κρυσταλλοπηγή. Ἡ πρεσβυτέρα Σοφία Βακάλη, ποὺ διέλυσε τὴν ἁψίδα τῶν ἐξαρχικῶν στὴν εἴσοδο τοῦ χωριοῦ της.
Εἶναι καὶ τόσοι ποὺ ἦλθαν ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη τότε Ἑλλάδα καὶ ἀντιστάθηκαν στὸν ἐκβουλγαρισμὸ τῆς Μακεδονίας. Ἄλλοι ἔπεσαν, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ξεχωρίζουν ὁ Παῦλος Μελᾶς καὶ ὁ Σαράντος Ἀγαπηνός (Τέλλος Ἄγρας), καὶ ἄλλοι ἀγωνίσθηκαν μὲ σθένος, ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι.
Σὲ ὅλους, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅσους δὲν μνημονεύουμε, ἀφιερώνουμε τὸ θολό μας δάκρυ, τὴν ὑπόσχεσή μας ὅτι δὲν τοὺς λησμονοῦμε. Τὸ μνημόσυνό τους εἶναι αἰώνιο καὶ ἡ θύμησή τους μᾶς παραδειγματίζει.
Ἀλλὰ δὲν ἦσαν μόνον αὐτὰ τὰ ἐθελόθυτα θύματα. Ἦταν καὶ στρατιὰ ἄλλη Ἑλλήνων, ποὺ ἀντιστάθηκαν καὶ ἔδωσαν ὅλες τους τὶς δυνάμεις στὸν Ἀγῶνα.
Ἦταν ὁ Καστορίας Γερμανὸς Καραβαγγέλης, ὁ προστάτης τῶν γραικομάνων καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ Ἀγῶνος˙ ὁ Δράμας Χρυσόστομος Καλαφάτης˙ ὁ Στρωμνίτσης Γρηγόριος˙ ὁ ἱερεὺς τοῦ Παρορίου Ἠλίας Παπαδόπουλος, ὁ ὁποῖος, μαζὶ μὲ τὸν πρόεδρο Λάζαρο Ἀνδρεάδη καὶ τοὺς κατοίκους προέβαλαν σθεναρὴ ἄμυνα στὰ σχέδια τῶν ἐξαρχικῶν.
Δι’ ὀλίγων παρουσιάσαμε τὴ σθεναρὴ ἀντίσταση τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὸν Μακεδονικὸ Ἀγῶνα καὶ ἴσως -γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ χρόνου- ἄθελά μας προβήκαμε σὲ παραλείψεις. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι αὐτὴ ἡ ἀποφασιστικὴ ἀντίσταση τῶν πατριαρχικῶν στὶς ἀπειλὲς καὶ στὴν ἀπάνθρωπη μεταχείριση «ἀφοροῦσε χιλιάδες», ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Douglas Dakin (1997, 159). Χωρὶς αὐτὴν τὴν ἀντίσταση ἡ Μακεδονία θὰ περνοῦσε «σιωπηρά» στὴν ἐξαρχία, πρὸς ἱκανοποίηση ἀκόμη καὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων, οἱ ὁποῖες κάθε ἄλλο παρὰ ἦσαν εὐνοϊκὰ διατεθειμένες ἀπέναντι σὲ αὐτὴν τὴν ὄντως ἀποφασιστικὴ ἀντίσταση. Ἀποδείχθηκε, λοιπόν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀντίσταση, ἡ ἠθική, ἡ πνευματικὴ, ἡ μαρτυρική, ὁ ἔνοπλος ἀγῶνας δὲν ἦσαν καθόλου ἀνεδαφικοί. Τὸ ἰσχυρὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο τῆς Μακεδονίας τοῦ Μεγαλέξανδρου, ποὺ μπορεῖ νὰ μὴ ταυτιζόταν μὲ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα («ἑλληνικότητα καὶ ἑλληνογλωσσία εἶναι ἔννοιες τεμνόμενες καὶ ὄχι ταυτόσημες»), εἶχε τόσο σταθερὸ ὑπόβαθρο, ὥστε κάθε ἐπιβουλὴ ἀποδείχθηκε ἀνεδαφικὴ καὶ κάθε προσπάθεια ἀλλοίωσής του ἀναποτελεσματική.
Ὅλοι σπούδασαν καὶ θὰ σπουδάσουν στὸ σχολεῖο, ποὺ λέγεται Μακεδονία. Δικαιώθηκε ὁ τραγικὸς Ἴων Δραγούμης, ὁ ὁποῖος ἔγραφε: «Ἡ Μακεδονία εἶναι σχολεῖο ἐλευθερίας, σχολεῖο ποὺ φτιάχνει ἄνδρες ἐλεύθερους. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες θὰ συμπληρώσουν τὰς σπουδάς των εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ἡ Μακεδονία θὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὴ βρώμα ὅπου κυλιόμαστε, θὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὴ μετριότητα καὶ τὴν ψοφιοσύνη, θὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὸν αἰσχρὸ τὸν ὕπνο, θὰ μᾶς ἐλευθερώσει».
Σ’ αὐτὸ τὸ σχολεῖο ὀφείλουμε ὅλοι νὰ μαθητεύσουμε. Ἡ «σχολὴ Νενέκου» εἶναι φευκτέα καὶ ἀπαράδεκτη γιὰ ἐμᾶς. Δυστυχῶς σήμερα βλέπουμε ἐν πολλοῖς νὰ ὑπάρχει τὸ πνεῦμα τοῦ ἐνδοτισμοῦ καὶ τῆς «πρεμούρας», ἡ νοσηρότητα ἀπὸ τὸ «σύνδρομο ὠμέγα», τὸ γενικώτερο πνεῦμα τοῦ μιθριδατισμοῦ, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν ἀβδηριτισμό, ἤτοι ἀπὸ τὴν ἀνοσία στὴν ἀνοησία.
Λέμε ὄχι στὴ διγλωσσία γιὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα˙ ὄχι στὴν ἀσυναρτησία καὶ στὴν ἀναξιοπιστία˙ ὄχι στὴν ὑποχωρητικότητα καὶ στὴν ταλάντευση. Λέμε ναὶ στὴ σύνεση, ναὶ στὴν εὐελιξία. Λέμε ὄχι στὴν εὐήθεια˙ ναὶ στὴν ὁμοήθεια, αὐτὴν ποὺ ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ διαφύλαξαν οἱ Μακεδόνες˙ ὄχι στὴ θεωρητικὴ φλυαρία («theoretical mumbo-jumbo»)˙ ὄχι στὰ ψευδοδιλήμματα˙ ὄχι σὲ ἐπικίνδυνους ἐκσυγχρονισμούς, ποὺ ἔγιναν ἀπελπιστικὰ ἕωλοι.
Οἱ Μακεδονομάχοι μᾶς ἄφησαν μία παρακαταθήκη: Τὴ γῆ ποὺ μὲ τὸ αἷμα τους μᾶς ἄφησαν ὁλόκληρη, νὰ μὴ τὴ μισεύσομε ἐμεῖς. Δὲν ἀγωνίσθηκαν γιὰ μία σύνθετη ὀνομασία. Οἱ ἀγῶνες τους καὶ οἱ θυσίες τους ἀποτρέπουν τὰ λάθη καὶ δὲν ἐπιτρέπουν τὴ λήθη.
Ὅταν ὁ Μελᾶς ἄφηνε τὴν ἀνέμελη ζωὴ τῆς πρωτεύουσας καὶ ἐρχόταν ἐδῶ στὰ κακοτράχαλα, γιὰ νὰ κακοπαθήσει καὶ νὰ φονευθεῖ˙ ὅταν ὁ Ἄγρας προτίμησε ἀντὶ τῆς ἄπραγης ζωῆς τῶν Ἀθηνῶν τὴν ἑλονοσία στὸν βάλτο καὶ τὴ συνέχεια τοῦ ἀγῶνος, ἂν καὶ τραυματισμένος˙ ὅταν ὁ Κώτας ἀνέβαινε στὸ ἰκρίωμα καὶ ἐνῶ πολλοὶ Τοῦρκοι δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν δαμάσουν, αὐτὸς φώναζε “Da zive Gritsia”, ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ˙ ἐμεῖς μποροῦμε νὰ φανοῦμε ἀγνώμονες ἔναντι τῆς θυσίας τους καὶ ἐπιλήσμονες; Ὄχι.
Ἐὰν τὸ δίλημμα εἶναι ὑποταγὴ ἢ ἀντίσταση, προτιμοῦμε τὴν ἀντίσταση. Οἱ μάχες δὲν κερδίζονται μὲ τοὺς χαμηλοὺς τόνους, ἀλλὰ μὲ τοὺς ἀγῶνες. Ὁ ἀγῶνας εἶναι μισὴ νίκη. Συμφωνίες ἑτεροβαρεῖς, ὅπως ἡ τῶν Πρεσπῶν, δὲν μποροῦν νὰ γίνονται ἀνεκτές, οὔτε νὰ διατηροῦνται, μὲ διάψευση προεκλογικῶν ἀπόψεων. Ἐφόσον τότε λέγαμε ὅτι εἶναι ἐθνικὰ ἐπιζήμια, ὅτι πρόκειται γιὰ ἐθνικὸ λάθος καὶ ἐθνικὴ ἧττα, καὶ ἐπειδή, ὡς διεθνὴς συμφωνία, δὲν μπορεῖ νὰ καταργηθεῖ, γιατί τώρα δὲν κάνουμε τὸ ἐλάχιστο ποὺ μποροῦμε; Ποιός πίεζε τότε καὶ ποιός πιέζει τώρα; Δὲν εἶχε δίκιο ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς, ὅταν ἔγραφε:
«Ραγιάδες ἔχεις μάννα γῆ˙ σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι.
Τῶν Εὐρωπαίων περίγελως καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι»;
Ἐκείνην τὴν ἡμέρα τῆς 17ης Ἰουνίου, εὑρισκόμενοι στοὺς Ψαράδες μαζὶ μὲ τοὺς παρόντες ἱερεῖς Ἀναστάσιο Γκερτσάκη καὶ Κωνσταντίνο Σταυρίδη, βλέπαμε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τὸν Ζάεφ νὰ ἔρχεται καὶ ἀκούγαμε μυστικά:
-Ἀλέξανδρε, ξύπνα καὶ ἔλα νὰ δεῖς
τὸ ὄνομα κλέβουν τῆς ἅγιας σου γῆς.
Καὶ ὁ στρατηλάτης μᾶς ἔλεγε:
-Ἀγῶνες ἀγώνων, φωτιᾶς και τιμῆς,
τὴ Μακεδονία δὲν θὰ κλέψει κανείς.
Ἤδη εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ συμφωνία παράγει ἀρνητικὰ γιὰ τὴν Πατρίδα μας ἀποτελέσματα. Αὔξησε καὶ τὸν ἀλυτρωτισμό. Ἡμέτεροι: Κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος κόμματος: Συγκρίνει τὴ συνθήκη Λωζάννης, ποὺ ἔγινε ὕστερα ἀπὸ ἐκτοπίσεις, βιασμοὺς καὶ αἷμα, μὲ τὴ συμφωνία τῶν Πρεσπῶν, ἡ ὁποία ἔγινε ἐν καιρῷ εἰρήνης. Οἱ δὲ Τοῦρκοι πόσες φορὲς παραβίασαν τὴ συνθήκη τῆς Λωζάννης!
Ἀντιδροῦμε μὲ τὴν ἔνταση καὶ ἀποφασιστικότητα ποὺ ἀπαιτοῦνται στοὺς κρίσιμους καιρούς μας; Ἡ ἐθνικὴ ταυτότητα καὶ ἡ ἱστορικὴ κληρονομιὰ δὲν ἀποτελοῦν ἀντικείμενο διαπραγμάτευσης. Αὐτὴ ἡ στρεβλὴ εἰκόνα ποὺ ὑπάρχει μπορεῖ νὰ παγιωθεῖ διεθνῶς (Academia education. Ἂν μιλήσεις γιὰ Μακεδονία, οἱ ξένοι ἐννοοῦν τοὺς βόρειους γείτονες).
Ἡ συμφωνία δὲν ἔλυσε ὁριστικὰ τὸ ζήτημα. Ἄφησε ἀνοικτὸ τὸ πεδίο γιὰ τὴ διαρκῆ χρήση τοῦ ὅρου Μακεδονία σὲ τουριστικό, ἐμπορικὸ καὶ πολιτιστικὸ πεδίο.
Ἐάν, ὅπως ἔλεγαν οἱ Λατῖνοι, «nomen est omen», τὸ ὄνομα εἶναι σημεῖο, σημαία, φλάμπουρο, σύνθημα στὴ μάχη, σφραγίδα, ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ προδίδουμε τὸ μοναδικὸ ὄνομα αὐτῆς τῆς ἱερῆς γῆς, τῆς γῆς τοῦ ὀνείρου μας, γιὰ τὴν ὁποία δόθηκαν ἀγῶνες ἀγώνων, φωτιᾶς καὶ τιμῆς.
Ἐπίσης πρόβλημα ἀποτελοῦν οἱ πεμπτοφαλαγγίτες. Ρωτῶ: Οἱ ἐκδηλώσεις τους εἶναι χρημαδοτούμενες ἀπὸ ἡμετέρους; Ἂν ναί, λυπᾶμαι. Τὰ τείχη πέφτουν ἀπὸ μέσα. Ὁ ἐχθρὸς εἶναι ἐντὸς τῶν τειχῶν. Intra muros.
Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ. Τὸ ὄνομα τῆς Μακεδονίας πέρασε πολλὲς περιπέτειες καὶ ἐκδοχές, ὅπως τὸ ὄνομα ΕΛΛΗΝ. Παράδειγμα: Ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Α΄ ὁ Μακεδών, ὁ ἱδρυτὴς τῆς Μακεδονικῆς δυναστείας. Γεννήθηκε σὲ χωριὸ τῆς Ἀδριανουπόλεως, πρωτεύουσας τοῦ θέματος τῆς Μακεδονίας, μολονότι ἡ οἰκογένειά του ἦταν ἀπὸ τὴν Ἀρμενία.
Ἐμεῖς εἴμαστε στὰ ὅρια τῆς ἱστορικῆς Μακεδονίας. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι κατακτήσεις τῶν Μακεδόνων βασιλέων. Τὴν κληρονομιὰ ποὺ μᾶς ἄφησαν οἱ Μακεδονομάχοι δὲν θὰ τὴν προδώσουμε τώρα, στοὺς ἄγουρους καιρούς μας, ἐπειδή κάποιοι πισωπατῆσαν καὶ στῆς ντροπῆς τὰ ἕδρανα καθίσαν. Θὰ βαδίσουμε γερὰ στὰ χνάρια τους, στὰ ἴχνη ποὺ ἄφησαν πίσω τους. Ὁ Μακεδονικὸς Ἀγῶνας δὲν τελείωσε. Ὅπως εἶχε εἰπωθεῖ τὸ 1984 στὴν ἐκκλησία τοῦ Πισοδερίου, ὁ Μακεδονικὸς Ἀγῶνας δὲν ἀποτελεῖ μόνον παρελθόν. Εἶναι καὶ παρόν. Μπορεῖ ὅμως νὰ γίνει καὶ ἕνα ἔνδοξο, ἀλλὰ ἡρωικὸ μέλλον.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου